Σουσαμλής Βασίλης
ΛέσβοςΤόπος γέννησης: Αγιάσος, Λέσβος
Χρόνος γέννησης: 1933
Ιδιότητα:
Οργανοπαίχτης, έπαιζε βιολί.:
Λοιπόν εγώ την δουλειά την κάνω ερασιτεχνικώς γιατί δεν μπορείς να ζήσεις από το επάγγελμα όπως παλιά.
Γονείς:
Ο πατέρας του καταγόταν από τη Σμύρνη και ήταν επαγγελματίας μουσικός:
Ο πατέρας μου έπαιζε βιολί […] Είχε δείξει στον Στρατή (στον μεγαλύτερο αδελφό του) κι αυτός είχε μάθει από την Σμύρνη. Είχε πάει από εδώ προς τα ’κει. Κι όταν έγινε ο πόλεμος ήρθαμε εδώ πέρα. Με την καταστροφή. […] Ο πατέρας μου δούλευε σαν μουσικός στην Σμύρνη. Λένε ότι ήταν καλός, κατά πληροφορίες. Τον έφταξα και ’γω βέβαια. Ως μουσικός ήταν…! Ήρθε κάποτε ο Σ. Καρράς κι έμεινε εκστατικός. Ήξερε πράγματα ο μπαμπάς μου που δεν τα ’ξερε αυτός. Γιατί η μουσική είναι και η βυζαντινή μουσική μέσα που παίρνει τα αυτά…τις κλίμακες. Δεν είναι μόνο οι ευρωπαϊκές, είναι και οι βυζαντινές.
Ο Βασίλης Σουσαμλής αναφέρει ότι η μητέρα του ήταν καλλίφωνη.
Η μητέρα μου […] τραγουδούσε πολύ ωραία. Άμα τραγουδούσε, έλεγες να μη σταματήσει ποτέ για να ακούς.
Οικογενειακή κατάσταση:
Είναι παντρεμένος και η γυναίκα του κατάγεται από την Αγιάσο.
Η οικογένεια Σουσαμλή περιελάμβανε πλήθος μουσικών. Συγκεκριμένα οι συγγενείς του Βασίλη Σουσαμλή που σχετίζονται με τη μουσική είναι:
- Αχιλλέας Σουσαμλής, πατέρας του, γεννήθηκε το 1884. Έπαιζε βιολί, ήταν μουσικός με θεωρητικές γνώσεις μουσικής και δάσκαλος μουσικής. Κατείχε επίσης την τέχνη να «χτυπάει» σκοπούς σε λατέρνες.
- Ξενοφών Σουσαμλής, θείος του, 1880-1957. Είχε δική του λατέρνα στην Αγιάσο και τη συνόδευε με το ντέφι. Εργαζόταν στο Ειρηνοδικείο Αγιάσου ως γραμματέας.
- Παναγιώτης Σουσαμλής ή «Κακούργος», θείος του. Γεννήθηκε το 1886 και πέθανε στις αρχές της δεκαετίας του 1940. Ήταν ξυλουργός και επαγγελματία μουσικός, έπαιζε κλαρίνο.
- Προκόπης Σουσαμλής, θείος του, 1904-1944. Ξυλουργός και επαγγελματίας μουσικός με θεωρητικές γνώσεις μουσικής. Έπαιζε κορνέτα, σαντούρι, βιολί, μαντολίνο, κιθάρα, τρομπόνι.
- Στράτος Σουσαμλής ή «Σελέμης», αδελφός του, πέθανε το 1995. Έπαιζε κλαρίνο, ακορντεόν, βιολί.
- Μάριος Σουσαμλής, αδελφός του. Παίζει κιθάρα και τραγουδάει.
- Παναγιώτης Σουσαμλής ή «Σάμης», αδελφός του. Παίζει κιθάρα και τραγουδάει. Εργάστηκε ως επαγγελματίας τραγουδιστής στη Θεσσαλονίκη.
- Παναγιώτης Σουσαμλής, γιος του Προκόπη. Γεννήθηκε το 1944. Επαγγελματίας μουσικός, παίζει ντραμς.
- Γιάννης Σουσαμλής ή «Κακούργος», γιος του Παναγιώτη, 1928-1996. Ήταν ξυλουργός και επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε σαντούρι.
- Ραφαήλ Σουσαμλής, 1903-1982, γιος του Ξενοφώντα. Μαραγκός και πρακτικός οργανοπαίχτης, έπαιζε ευφώνιο.
Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα:
Ο Βασίλης Σουσαμλής είναι επαγγελματίας μουσικός, ασκούσε όμως παράλληλα και άλλα επαγγέλματα, επειδή, όπως αναφέρει ο ίδιος χαρακτηριστικά, η αποκλειστική ενασχόληση με τη μουσική δεν μπορούσε να καλύψει τις βιοποριστικές του ανάγκες:
Έπαιζα εγώ στα πανηγύρια, παντού, εδώ – εκεί, γυρίζαμε, αλλά έκανα κι άλλες δουλειές, εκεί που έβλεπες κι έπαιζα βιολί, μετά έπιανα αργαλειό, ράβδιζα, έσκαβα… πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης. Η μουσική ήταν περιστασιακή απασχόληση.
Μέχρι την περίοδο του 1950 εργαζόταν στην Αγιάσο σε «τσουρχανά», δηλαδή σε βιοτεχνία κατασκευής ελαιοπάνων («τουρβάδων») για τα ελαιοτριβεία.
Προσωπική και οικογενειακή πορεία:
Ο Βασίλης Σουσαμλής αναφέρεται πολύ αναλυτικά στον τρόπο που γλεντούσε ο κόσμος παλαιότερα, στα καφενεία, στα κουτούκια, στα πανηγύρια, και τον συγκρίνει με τον σημερινό τρόπο διασκέδασης:
Όταν είναι μια μουσική για να παίξεις σ’ ένα κέντρο, πρέπει να πάρεις άδεια από την αστυνομία. Αυτό το κανονίζει το κέντρο και πολλές φορές μπορεί να φωνάξει μια παρέα έτσι και να σου πει βγάλε μια άδεια να παίξετε στο καφενείο. Οπότε, αν δεν δώσει η αστυνομία άδεια, δεν μπορείς να παίξεις. Εκτός μέχρι τις έντεκα νομίζω. Το καλοκαίρι δέκα, δεν ξέρω. Λοιπόν έτσι δεν μπορείς να εξασκήσεις το επάγγελμα και μια να παίζεις και μια να μην σ’ αφήνουν να παίζεις. Βέβαια παλιά δεν συνέβαινε αυτό. Έπαιρνες το βιολί σου, πήγαινες έπαιζες, δεν υπήρχαν όμως τα μικρόφωνα. Κι όταν έπαιζες ένα ακορντεόν μαζευόταν εκεί πέρα όλος ο κόσμος, όλο το χωριό και κάθονταν και διασκέδαζαν μαζί, μια παρέα που φώναζε εκεί, άλλος εδώ, άλλος εκεί ξέρω ’γω, και πίναν και άκουγαν την μουσική. Ήταν ένα ευχάριστο πράγμα γι’ αυτό μαζευόταν και όλο το χωριό. Γέμιζε το καφενείο κι απ’ έξω κι από μέσα… Οι κοπέλες απ’ έξω, από μακριά. Για να ’βλεπες λοιπόν την αγαπητικιά σου ξέρω ’γω, δεν ήταν εύκολο πράγμα. Τότες ούτε από το παράθυρο δεν μπορούσες πολλές φορές να τη δεις. Λοιπόν και το μόνο μέσο που είχαν οι νέοι τότες, να πάρουν την μουσική στο παράθυρο, οι «πατινάδες». Παίζαν λοιπόν οι μουσικοί και οι νέοι από πίσω αγκαλιά, φωνές κακό να πάνε να σταματήσουν έξω από το σπίτι. Αυτό γινόταν και μεσημέρια και πρωί καμιά φορά, γιατί οι παρέες πίναν, διασκέδαζαν και ξημερωνόνταν. Μπορούσε η μουσική να παίζει τρεις μέρες. Έπαιρνε ένας την μουσική, προχωρούσαν οι άλλοι, έφευγε αυτός, έρχονταν άλλοι. Η μουσική δεν μπορούσε να φύγει και κοιμόμασταν όρθιοι. Οι παρέες όμως καθόνταν στο καφενείο και πίναν. Φωνάζανε τα βιολιά, πήγαινε φώναξε τον Βασίλη, τον Παναγιώτη ξέρω ’γω… Και σου λέω τότε υπήρχαν τέσσερις – πέντε μουσικές. Επειδής δεν υπήρχαν τα μικρόφωνα τότες συνήθως παίζαν φυσερά όργανα, κλαρίνα, κορνέτες… για να ακούγεται. Ήταν πολύ ευχάριστο πράγμα. Δεν υπήρχε δηλαδή, όπως τώρα, αυτή η μουσική που, με συγχωρείς, ακόμα και στο κατούρημα όταν πας, ακούς μουσική. Τότες ο κόσμος την ήθελε την μουσική. Πολλοί σηκωνόνταν με τα ζώα, με συγχωρείς, να πάνε στο βουνό, στις ελιές, και στο Σταυρί εδώ στην αγορά έπαιζε η μουσική, δέναν τον γάιδαρο, το μουλάρι σ’ ένα αυτό και καθόνταν κι αυτοί και… απόμενε η δουλειά για την άλλη μέρα!.
Ο κόσμος τη λαχταρούσε τη μουσική. Γιατί σηκωνόταν από ’δω και πήγαινε και καθόταν στα «Καρυδιά», στα «Πόταμα» και κατέβαινε ύστερα από ένα μήνα δύο, κι ήταν τα μάτια του μαυρισμένα. Ούτε μαγνητόφωνα είχε, ούτε ράδια είχε, ούτε τηλεοράσεις. Κι όταν αυτός λοιπόν ο άνθρωπος, γεμάτος ζωή απ’ το βουνό, απ’το αυτό, κατέβαινε λοιπόν, ήθελε να πάει ν’ ακούσει μουσική. Δεν μπορούσε να φύγει. Τώρα η μουσική είναι διατάραξη. Θέλει άδεια, δυστυχώς. Απορώ που βγαίνουν στην τηλεόραση και λένε ότι… για την παραδοσιακή μουσική, να την υποστηρίξουμε. Πως να την υποστηρίξουμε, με την απαγόρευση; Πως εγώ θα μάθω τον γιό μου, ξέρω ’γω, μουσική, να πεινάσει; Δεν είναι σωστό, δεν είναι σωστό να το κάνω. Ύστερα δεν διασκεδάζει ο κόσμος όπως διασκέδαζε παλιά. Εδώ τώρα είμαστε καυγατζήδες. Επειδής έχουμε ημερεύσει, έχουμε εκπολιτιστεί, είμαστε χειρότεροι απ’ αυτούς που ήταν αγρότες, πολύ χειρότεροι. Μια φορά κάποιος σηκώθηκε να χορέψει και δεν πλήρωνε. Γιατί εμείς συνήθως μέχρι τώρα, πληρώνανε οι πελάτες. Χόρευε λοιπόν επί μία ώρα, χωρίς να πληρώνει, χωρίς τίποτα. Ενώ οι παλιοί άνθρωποι είχαν φιλότιμο [….]. Ενώ άλλοτε απολυόταν από το στρατό και μπροστά στον πατέρα του δεν εκάπνιζε. Να βλέπεις ένας άντρας, άντρας τώρα, παντρεμένος, και να μην καπνίζουνε. Υπήρχε σεβασμός. Ο σεβασμός είναι θρησκεία….
Εγώ σε πανηγύρια που πηγαίναμε, έτυχε να πάω έτσι με το αυτοκίνητο χωρίς να παίξουμε και είδα ότι χάλασαν και τα πανηγύρια. Διότι για μένα πανηγύρι θα πει μουσική. Πηγαίναν κάμποσες γυναίκες το πρωί στην εκκλησία, ύστερα το βράδυ, που χαλούσε ο κόσμος, μουσικές, χοροί… Το βράδυ βλέπεις μιαν ησυχία, όπως είναι το χωριό τώρα να πούμε, τίποτα. Η μουσική κάνει το… Κι άλλοτε ήταν σα θέατρο η μουσική. Να χορεύιν, να κάθεται ο άλλος δίπλα να πίνει, να κοιτάζει που χορεύιν. Ποιος χορεύει όμορφα, ποιος άσχημα. Το κουτσομπολιό και τα αυτά και καμαρώναν. Ήταν δηλαδή, περνούσες ευχάριστα. Τώρα το να πας να φας, να πιείς, κάθε μέρα αυτό κάνεις. Τί να το κάνεις, άμα δεν είναι η μουσική;
Η μουσική που έβγαινε, έβγαινε και σταματούσε στα κουϊτούκια. Τα κουϊτούκια, μες στις γειτονιές, ήτανε καφενεδάκια μικρά. Για να είναι κοντά, να βλέπουν τα κορίτσια, όλες οι γειτονιές είχαν τέτοια καφενεδάκια μικρά – μικρά. Κι όταν περνούσαμε εμείς, σταματούσαμε εκεί πέρα στο κουτούκι, έβγαινε ο καφετζής, κερνούσε, φωνές, κακό, μανέδες, και βγαίναν κι οι κοπέλες λοιπόν κι εκεί ματιές. Αν το μάθαινε ο πατέρας, ήθελε να γίνει της κακομοίρας, να γίνει σκοτωμός. Εε, όπως χορεύαν, πιο παλιά, εγώ δεν θυμάμαι, για να δείξει ότι είναι παληκάρι, έβγαζε λοιπόν το μαχαίρι και το κάρφωνε στην άντζα (γάμπα).
Ο Βασίλης Σουσαμλής αναφέρει διάφορα περιστατικά από την νεανική του ηλικία:
Θυμάμαι όταν ήμουνα μικρός, ήταν ένα αυτοκίνητο με το κάρβουνο. Αυτό πρέπει να ήταν το ’40. Όπως είναι τώρα αραγμένα τ’ αυτοκίνητα, ήταν αραμπάδες, τα κάρα, κι εμείς μικροί λοιπόν, μπαίναμε μέσα κι ένας έπιανε τα δυο τα ξύλα (γελάει). Μπαίναμε μέσα και φρουμάραμε τα μουλάρια αυτού, ίσια κάτω, έφευγε το αυτό, μας κυνηγούσανε αυτοί που είχανε τους αραμπάδες.
Ήταν πιο ζωντανός ο κόσμος, πως να στο πω, είχε ζωή απάνω του. Έβλεπες, εε αφού παίζαμε εδώ στον Κήπο (εννοεί «της Παναγιάς»), δεν ξέρω αν πήγατε, κι όπως παίζαμε εμείς αυτού, πέφταν μέσα στη χαβούζα και χόρευαν μες το νερό. Πολλές φορές έγινε αυτό… Ζωντανά πράγματα. Τώρα δεν μπορείς να καταλάβεις ποιός είναι γέρος και ποιός είναι νέος… Τότες ζούσανε -με συγχωρείς- ελεύθερα, μέσα στις λάσπες…
Αναφέρει επίσης ένα αστείο περιστατικό σε καντάδα:
Λοιπόν πήγαινα καντάδα. Καμιά φορά η αστυνομία…. Απαγορευόταν, διατάραξη τη νύχτα και φύλαγαν. Λοιπόν μια φορά τον πιάσαν τον Μάριο, εγώ δεν ήμουνα. Αυτός ο χωροφύλακας που ήταν φαίνεται δεν ήξερε τι ήταν το σαντούρι, δεν είχε ιδέα. Και λέει πως λέγεσαι εσύ, έγραφε πως λέγεται ο άλλος… Εσύ, λέει, με την παλιοσανίδα; Ο Μάριος όταν τ’ άκουσε αυτό, πάει, τα παράτησε.
Μουσική μαθητεία:
Ο Βασίλης Σουσαμλής προέρχεται από οικογένεια μουσικών, και κατά συνέπεια είχε σημαντικά μουσικά ακούσματα από πολύ μικρή ηλικία. Παρόλο που ο πατέρας του ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς μουσικούς και μουσικοδιδασκάλους της Αγιάσου, ο Βασίλης δεν έλαβε συστηματικά μαθήματα μουσικής, αλλά ξεκίνησε μόνος του πρακτικά να μαθαίνει βιολί. Ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει:
Υπήρχε το βιολί εκεί μέσα να πούμε κι έπιασα σιγά και νταγκρανούσα, ο πατέρας μου έπαιζε βιολί. Εγώ σχεδόν έμαθα μόνος, ο αδελφός μου λίγο με βοηθούσε κι από αυτά, κι ο πατέρας μου λίγο ας το πούμε. Σποραδικά μελετούσα, κι όποτε μου δινόταν ο καιρός, από δεκαεφτά – δεκαοκτώ χρονών. Ο αδελφός μου ο Στρατής, μου είχε δείξει λίγο να διαβάζω παρτιτούρες. Ο πατέρας μου είχε δείξει στο Στρατή, εκείνος είχε μάθει στη Σμύρνη.
Μουσική εξειδίκευση (τραγούδι, ή/και όργανα):
Ο Βασίλης Σουσαμλής συμμετείχε στην οικογενειακή κομπανία των Σουσαμλήδων, η οποία τη δεκαετία του 1950 απαρτιζόταν από τους μουσικούς: Παναγιώτη Σουσαμλή (ντραμς), Στρατή Σουσαμλή (κλαρίνο), Βασίλη Σουσαμλή (βιολί), Μάριο Σουσαμλή (κιθάρα και τραγούδι), και Ευριπίδη Ζαφειρίου (σαξόφωνο).
Από το 1960 και μετά συνεργάστηκε περιστασιακά με τους Αγιασώτες μουσικούς Κώστα Ζαφειρίου (σαντούρι), Στρατή Ψείρα (σαντούρι), Χαρίλαο Ρόδανο (βιολί), καθώς και με τον Γρηγόρη Χρυσή, από το Αμπελικό (αρμόνιο) και τον Κώστα Μπούρα.
Για τις συνεργασίες του με τους άλλους μουσικούς ο ίδιος αναφέρει:
Εμείς στην αρχή κοιτάξαμε να φτιάξουμε μια μουσική, τ’ αδέλφια και τα ξαδέλφια. Ο Παναγιώτης, αυτός ο ντράμερ, πρώτα ξαδέλφια. Τον είχαμε, ήταν μικρός. Τον πήραμε αυτόν ‘τζαζ’ (ντραμς), εγώ βιολί, ο αδελφός μου ο άλλος κλαρίνο, ο Μάριος κιθάρα και τραγούδι και είχαμε κι ακόμα έναν, τον Ζαφειρίου τον Ευριπίδη, του Κώστα τον πατέρα, και πηγαίναμε στα πανηγύρια… Ο Σάμης είχε πολλά τραγούδια βγαλμένα, ελαφρά: «Αλήτης και ’γω», «Σεχραζάντ», έτσι ελαφριά τραγούδια. Τραγουδούσε, είχε βγάλει δίσκους πολλούς. Και σε πολλά έργα, τηλεοράσεις έτσι. Έκανε τον κονφερανσιέ, δηλαδή στην ουσία το επάγγελμα αυτό… Έπαιζε στην Αθήνα, σε πολλά κέντρα. Ήταν ωραία, καλός ήταν… Καλλιτεχνική οικογένεια όλοι οι Σουσαμλήδες, ναι.
Είχαμε συνεργασία. Ναι δουλέψαμε κάποιο διάστημα τ’ αδέλφια, αρκετό διάστημα, μέχρι που έφυγε ο Μάριος στη Θεσσαλονίκη. Το ’60 έφυγε αυτός. Μετά είμαστε με τον Ζαφειρίου, αυτοί Χατζήδες ήταν. Τον Κώστα (Ζαφειρίου), μ’ αυτοί δουλέψαμε χρόνια. Ύστερα με κάτι άλλα παιδιά. Με τον Ψείρα παίξαμε τον Στρατή, είναι πολλοί. Αλλάζαμε κάθε λίγο. Με τον Χαρίλαο (Ρόδανο), δυο βιολιά σε πανηγύρια, σε αυτά, πολλές φορές, σε διασκεδάσεις. Σου είπα ότι εγώ δεν έκανα αποκλειστικό επάγγελμα κι έτσι πολλές φορές που είχα δουλειές κι αυτά, δεν πήγαινα. Μ’ ένα Χρυσή δουλέψαμε πολλά χρόνια. Χρυσής Γρηγόρης. Αυτός είναι απ’ τ’ Αμπελικό και κάθεται, παντρεύτηκε και μένει εδώ, παίζει αρμόνιο. Από την Γέρα, απ’ το Ίππειο, από εδώ, από εκεί. Κάθε λίγο αλλάζαμε… Απ’ όταν έφυγε ο αδελφός μου, όποιος φώναζε, πήγαινε. Μέχρι τώρα δηλαδή, ακόμα φωνάζιν. Τώρα, προ καιρού, με φώναζαν απ’ την Μυτιλήνη, ο Μπούρας αν τον ξέρεις, μπάρμπα Κώστας. Τώρα τελευταία έχουμε παίξει πέντε – έξι δουλειές μαζί. Τώρα τελευταία. Αυτός τώρα έχει αρρωστήσει, σαν έμφραγμα έχει κάτι, εγκεφαλικό. Τον είδα όμως στο καφενείο, ήταν καλά. Μπουζούκι, τον Σταύρο τον Γκλήμο Ιατρού, ναι. Αγιασώτης είναι κι αυτός, κάθεται στην Μυτιλήνη. Τον Πρέκα.. Παίξαμε σε πολλές δουλειές με τον Κώστα (Μπούρα), ωραίος. Στην Καλλονή είχαμε πάει, παίξαμε. Μ’ αυτόν έχουμε παίξει τώρα τελευταία σε κάμποσες δουλειές.
Σταθερές μουσικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε/συμμετέχει:
Ο Βασίλης Σουσαμλής έχει παίξει μουσική στην Αγιάσο και σε χωριά, σε διάφορες περιστάσεις όπως: γάμοι, αρραβώνες, πανηγύρια, καντάδες, γλέντια σε καφενεία και σε σπίτια (τα σαββατοκύριακα και τις αργίες, αλλά και σε ιδιωτικά γλέντια μερακλήδων):
Στην Μυτιλήνη δεν πολυκατεβαίναμε. Γυρίζαμε στα πανηγύρια κι εδώ στα κέντρα. Εδώ στα κέντρα έχω παίξει στον «Κήπο της Παναγιάς», τότες ήταν στην ακμή του, στην «Φαμάκα» και παντού, σ’ όλα τα κέντρα. Στα χωριά σ’ όλα πηγαίναμε.
Για την πατινάδα στις γειτονιές της Αγιάσου και τα κουϊτούκια ο Βασίλης Σουσαμλής αναφέρει:
Η μουσική που έβγαινε, έβγαινε και σταματούσε στα κουϊτούκια. Τα κουϊτούκια, μες στις γειτονιές, ήτανε καφενεδάκια μικρά. Για να είναι κοντά, να βλέπουν τα κορίτσια, όλες οι γειτονιές είχαν τέτοια καφενεδάκια μικρά – μικρά. Κι όταν περνούσαμε εμείς, σταματούσαμε εκεί πέρα στο κουτούκι, έβγαινε ο καφετζής, κερνούσε, φωνές, κακό, μανέδες, και βγαίναν κι οι κοπέλες λοιπόν κι εκεί ματιές.
Για τις καντάδες στους δρόμους της Αγιάσου, αναφέρει:
Εσύ που ήθελες να πας στη γκόμενα να την κάνεις καντάδα, έλεγες ‘θέλεις να ’ρθεις να πάμε, ξέρω ’γω, στο Δημητρούδι;’ Πηγαίναμε απ’ έξω. Πότε μας ρίχνανε το νερό, απ’ την άλλη οι χωροφυλάκοι, να τρέχουμε, να σπρώχνουν. Βέβαια τώρα έχουν αλλάξει τα πράγματα.
Για το πανηγύρι της Παναγίας της Αγιάσου τον Δεκαπενταύγουστο, το οποίο αποτελεί παλλεσβιακό προσκύνημα, ο Βασίλης Σουσαμλής αναφέρει:
Στο πανηγύρι της Παναγιάς παίζαν πολλές μουσικές. Όλα τα μαγαζιά είχαν μουσικές. Από παντού έρχονταν. Αλλού ένα νταβούλι κι έναν ζουρνά, αλλού μια λατέρνα. Χαλούσε ο κόσμος! Βέβαια δεν μπορούσανε… φέρνανε μουσικούς από την Μυτιλήνη. Συνήθως εδώ ερχότανε μια Γεραγώτισσα μουσική. Προ σαράντα χρόνια, σαρανταπέντε. Αυτοί παίζανε, ήταν όλοι παλιοί, δεν τους έφταξα εγώ.
Από πού προμηθευόταν/προμηθεύεται μουσικά όργανα:
Ο Βασίλης Σουσαμλής διατυπώνει τις προσωπικές του κρίσεις για την αξία και την ιδιαιτερότητα του βιολιού:
Το βιολί τα παίζει όλα και όλα τα όργανα. Εμείς είπαμε ότι προσαρμοζόμαστε σ’ όλα τα είδη. Μπορεί να μην αποδίδουμε τόσο στο κάθε είδος, αλλά η δουλειά γίνεται. Παίζουμε και ρεμπέτικα και λαϊκά. Αλλά τώρα εμείς δεν πολυπαίζουμε, η μουσική θέλει θυμικό. Κι έχω έτσι μιαν αυτή, δεν θυμάμαι πολύ. Και αποφεύγω, να αυτό. Δεν έχω και μεγάλες υποχρεώσεις για να ξενυχτώ. Ύστερα είναι το πρόβλημα ότι τα μπουζούκια ανοίγουν τέρμα τα μηχανήματα, τα οποία το βιολί είναι μέσα ή δεν είναι.. Δεν μπορείς να ακουστεί το όργανο. Όταν ανοίγει αυτός τέρμα το αυτό… Ξέρεις ότι τα μπουζούκια τα σηκώνει πολύ ο μαγνήτης, μπορείς να τ’ ανοίξεις τέρμα χωρίς να αυτό, ενώ το βιολί δεν μπορείς να τ’ ανοίξεις, σφυρίζει αυτό κι έτσι χάνεται το βιολί.
Το βιολί είναι ο βασιλεύς των οργάνων, δεν πρόκειται να χαθεί ποτές. Το βιολί έχει ψυχή, τ’ άλλο είναι όργανο. Το πλήκτρο όταν το πατήσεις είναι πλήκτρο, θα σου βγάλει μια νότα, αυτή είναι. Το βιολί βγάζει συναισθήματα. Είναι δηλαδή, ένα κομμάτι που θα παίξω εγώ, άμα θα το παίξει κι ένας άλλος βιολιστής, αλλιώς θ’ ακουστεί απ’ τον έναν, αλλιώς απ’ τον άλλον, ανάλογα την ψυχική διάθεση. Το βιολί δίνει ψυχή. Το αρμόνιο, όποιον και να βάλεις, όποιος και να το παίξει, όπως και να το παίξει, το ίδιο θα ακουστεί. Το βιολί εκφράζει την ψυχική διάθεση που ’χει ο άνθρωπος. Γι’ αυτό για να πας να παίξεις κάπου, πρέπει να ’χεις, πώς να στο πω, διάθεση να παίξεις. Για να παίξεις καλά. Όταν δεν έχεις διάθεση, γιατί εκφράζεται το βιολί, δεν είναι μπουζούκι, χτυπήσαμε ένα μπαμ και τέλειωσε, αυτό ήταν. Μονάχα είναι πια η τέχνη, να πιάσεις πιο περισσότερες νότες, να πιάσεις καμιάν αρμονία. Το βιολί είναι το κάτι άλλο. Έναν ήχο μπορεί να τον βγάλει σε διαφορετικά αυτά. Είναι κάτι το οποίο το δημιουργείς, να πούμε, σύμφωνα με την ψυχική αυτή. Δεν είναι που χτυπάς την πένα και βγαίνει ένας ήχος και αυτό. Και το δάχτυλο πως θα το βάλεις απάνω, πως θα το βγάλεις, πως θα το αυτό, πως, είναι όλα μιαν αυτή ας το πούμε. Γι’ αυτό δεν μπορείς ν’ αποδώσει το όργανο όταν δεν έχεις ψυχική διάθεση.
Εγώ, όταν μια μουσική δεν έχει βιολί, δεν λέγω ότι είναι μουσική. Όχι ότι παίζω το! όργανο, αλλά και να μην το έπαιζα, έτσι το βλέπω. Γι’ αυτό λέει «θα φωνάξω τα βιολιά». Είναι ο βασιλεύς των οργάνων ευτυχώς. Δεν το συνηθίζω να παίζω σε σπίτια αυτό το πράγμα, γιατί το βιολί πάντοτε θέλει μια συνοδεία, μια κιθάρα. Το βιολί θέλει και συνοδεία. Δεν πηγαίνω, δεν πήγαινα… Μονάχα με μουσική έτσι, μονάχα στη δουλειά απάνω. […] Το βιολί συνήθως δεν παίζει έτσι μόνο του, θέλει συνοδεία. Είναι ωραίο όργανο, αλλά δεν είναι όπως το πιάνο, που θα πιάσουμε δέκα νότες… Το βιολί έχει τέσσερις χορδές, ας το πούμε, ενώ το αρμόνιο, το ακορντεόν, το αυτό, πιάνει μια συγχορδία, ξέρω ’γω, είναι άλλο πράγμα, μπορεί να παίξει μόνο του. Κι αν τραγουδάς και λίγο…
Για την προέλευσή των βιολιών του ο ίδιος συμπληρώνει:
Αυτό το βιολί δεν είναι του πατέρα μου, το έχω πάρει από έναν άλλο, τον Κουγιανό, ο οποίος είναι πεθαμένος. Το είχε, ήταν οργανοπαίχτης, έπαιζε βιολί και είχε δυο βιολιά, το οποίο, το αγόρασα εγώ. Βιολιά δεν παίρναν απ’ την Σμύρνη. Είχε οργανοπαίχτες πολλοί, οι οποίοι είχαν δύο όργανα, μαγκώναν τα πράγματα, δεν είχε λεφτά ή ξέρω ’γω, τι να τα κάνει και τα δύο, πουλούσε το ένα. Εγώ νόμιζα ότι κάθε βιολί που αυτό, είχε τη δική του αυτή και είχα μαζέψει πέντε – έξι βιολιά. Α, να πάρω κι αυτό. Νόμιζα ότι το βιολί θα κάνει την μουσική, αλλά την μουσική την κάνει ο μουσικός.. Του Χαρίλαου (Ρόδανου) έχω πάρει πολλά. Αυτός τα ’βρισκε από σπίτια, από ’δω, από ’κει, το ’χε κανένας, τα πουλούσαν. Έχω ένα σωρό. Στην Αγιάσο δεν έφτιαχνε κανένας βιολιά. Ο Χαρίλαος λίγο τα έφτιαχνε άμα χαλούσε κανένα. Κάθε όργανο έχει κάποια διαφορά. Αυτό έχει πιο καλό ήχο. Άλλο έχει πιο ψυχρό ήχο, άλλο φωνάζει περισσότερο…
Τοπικές δράσεις:
Έχει παίξει μουσική στην Αγιάσο και στα περισσότερα χωριά της Λέσβου, σε διάφορες περιστάσεις όπως: γάμοι, αρραβώνες, πανηγύρια, καντάδες, γλέντια σε καφενεία (τα σαββατοκύριακα και τις αργίες, αλλά και σε ιδιωτικά γλέντια μερακλήδων), σε γλέντια σε σπίτια και σε εξοχικά κέντρα της Αγιάσου.
Κατονομάζει επίσης συγκεκριμένα χωριά της Λέσβου όπου έχει παίξει μουσική, όπως την Πηγή, τα Κεραμιά, το Ίππειος, το Πλωμάρι, τη Γέρα, το Αμπελικό:
Συνήθως πηγαίναμε ένα γύρο αυτά τα χωριά, στην Πηγή, στα χωριά μας, όλα αυτά, Κεραμιά, Ίππειο, Γέρα, Πλωμάρι. Στης Μυτιλήνης τα χωριά. Καλλονή δεν πολυπηγαίναμε. Στα μακρινά δεν σύμφερε, Παναγιούδα, Πάμφιλα. Η Καλλονή είναι μακριά. Παλιά πηγαίναμε με τα πόδια, ύστερα βγήκαν τ’ αυτοκίνητα. Ο μπαμπάς μου πάγαινε πάνω στον Αμπελικό με τα πόδια. Κι εκεί λοιπόν, ξημερωμένος όπως ήσουνα, έπρεπε να πας πάλι πίσω…
Ρεπερτόριο:
Για το ρεπερτόριο ο Βασίλης Σουσαμλής αναφέρει ότι παίζανε τοπικούς σκοπούς, σμυρναίϊκα, ρεμπέτικα, αλλά και τα επονομαζόμενα «ευρωπαϊκά», όπως ταγκό, βαλς, φοξ.
Για το ρεπερτόριο στα πανηγύρια γενικά αναφέρει:
…Πανηγυριώτικα τραγούδια, αυτά από τη Μικρά Ασία, καρσιλαμάδες, όλα γενικά και καινούργια και παλιά.
Αναφέρει επίσης ότι στο πανηγύρι της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο στην Αγιάσο, επειδή είχαν όλα τα μαγαζιά μουσική, καλούσαν μουσικούς και από την Μυτιλήνη κι άλλα μέρη του νησιού, οι οποίοι έπαιζαν αντίστοιχο ρεπερτόριο με τις Αγιασώτικες κομπανίες:
Τα ίδια τραγούδια παίζανε, ό,τι παίζαμε κι εδώ. Είναι τα παλιά, τα μικρασιάτικα κι ορισμένα, ας το πούμε, της εποχής τότε, καινούργια, τραγουδιστά. Δεν πολυβάζαν τραγούδια, γιατί μέσα σ’ αυτά τα κλαρίνα κι αυτά, που ν’ ακουστείς. Εκεί τότε για να τραγουδήσεις έπρεπε να ’σαι τραγουδιστής. Άμα δεν είχες φωνή ν’ ακούγεται… […] Αυτούς τώρα τους τραγουδιστές άμα πιάσεις, δεν μπορούν να τραγουδήσουν χωρίς μικρόφωνο. Τώρα η μουσική είναι πιο δύσκολα να πούμε, διότι γυρεύουν πιο πολλά πράγματα. Τότες έβαζες ένα συρτό, έναν καλαματιανό, ένα καρσιλαμά, ένα γρήγορο και καθόταν κάτω. Ενώ τώρα είναι ό,τι σκεφτεί ο καθένας διατάζει.
Για τη σειρά των σκοπών που έπαιζαν στα πανηγύρια, αναφέρει αναλυτικά:
Ήταν καθιερωμένο ότι όταν σηκωθεί θα χορέψει συρτό, πρώτο, μετά θα το γυρίσει σε μπάλο και θα χορέψει καρσιλαμά, καλαματιανό, παρέα ολόκληρη, όλοι μαζί. Αν κανείς, πολλές φορές ήθελε μοναχός του, έλεγε στους άλλους να καθίσουν κάτω, χτύπαγαν παλαμάκια, χόρευε μοναχός του, ζεϊμπέκικα συνήθως… Τελευταία βάζαμε το γρήγορο για να κουραστεί, να καθίσει κάτω. Μετά σηκωνόνταν άλλοι, τα ίδια πάλι, το ίδιο το αυτό, αυτή η σειρά ήταν, βάζαμε άλλο συρτό μετά, άλλο αυτό, άλλο καλαματιανό, άλλαζε. Βάζαμε και το ίδιο. Δεν είχε πολλές παραγγελίες να πεις. Ε, ήταν αυτή η σειρά, να πούμε. Ε, μπορούσε κανείς να σηκωθεί, να πει «βάλε ένα ζεϊμπέκικο», όταν ήταν και μοναχός, δεν μπορούσε να χορέψει συρτό κι αυτά. Έλεγε βάλε μου έναν βαρύ, άμα ήταν και λίγο στεναχωρημένος κι αυτό, να κάνει την πλάκα του, κατάλαβες; Όχι, διατάζαν κι αυτοί, θέλουν το τάδε τραγούδι. Ή μπορούσε να σου πει, βάλε ένα της παρέας, οτιδήποτε, αλλά δεν ήταν υποχρεωτικό, αλλά συνήθως ήταν αυτή η διαδικασία. Να βάλουμε τον συρτό, να χορέψουν, να το γυρίσουμε μπάλο, καρσιλαμά, καλαματιανό. Και στους γάμους γινόταν αυτό.
Για τους σκοπούς που έπαιζαν στις καντάδες ο Βασίλης Σουσαμλής αναφέρει:
Στις καντάδες παίζαμε «Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε», «Το μινόρε της αυγής», διάφορα τραγούδια, «Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει», τραγούδια της εποχής. Ε βέβαια, τι θα παίξεις… Ε θα πας τώρα στη γκόμενα με παραδοσιακό; Παίζαμε σύγχρονα τότε, της εποχής να το πούμε τραγούδια. Παραδοσιακά είναι χορευτικά συνήθως.
Ο Βασίλης Σουσαμλής περιγράφει, τέλος, αναλυτικά πως γίνονταν οι γάμοι στην Αγιάσο, και τους σκοπούς που έπαιζαν οι μουσικοί:
Ένας γάμος μπορούσε να κρατήσει δύο μέρες. Έπαιζε η μουσική συνέχεια. Και στα καφενεία και στα σπίτια γίνονταν γλέντια. Παντρευόνταν στο σπίτι και η μουσική έπαιζε…. Βάζουμε τον νυφ’κάτο ή καντάδες καμιά φορά, οργανικά είναι. Σ’ ορισμένα χωριά λένε τραγούδια, αλλά δεν τα παίζει η μουσική. Μαζεύονται οι κοπέλες εκεί πέρα, τα αγόρια και λένε ορισμένα. «Τα κανάρια» είναι της παρέας. Παλιά, πιο παλιά ακόμα, ίσως το ’λέγαν στο γάμο. Εγώ δεν το ’φταξα. Εδώ έχουμε το νυφ’κάτο παίζουμε, καμιά καντάδα, έτσι, έξω από της νύφης, του γαμπρού. Νυφ’κάτος είναι οργανικό. Έχει και λόγια, τα οποία δεν συνηθίσαν να τα λένε. Το παίζει η μουσική. Στη νύφη πάνε και τραγουδάνε κοπέλες, στου γαμπρού πάνε αγόρια. Παίζει η μουσική και ξυρίζεται ο γαμπρός. Συνοδεία μουσικής θα πάει να πάρει τη νύφη και μαζί μετά στην εκκλησία. Σιγά-σιγά, σταδιακά, σταματήσαν, δεν ήταν απότομα. Και τώρα ακόμη φωνάζουν. Να, προχτές παίξαμε σ’ ένα γάμο, εγώ δεν πήγα… όπως το κάναν παλιά. Αλλά αυτό τώρα συμβαίνει αραιά. Δεν μπορεί κι ο κόσμος να πληρώσει. Για να πάρετε μουσική τώρα δύσκολο. Παλιά παντρευόμαστε, ας το πούμε, με τίποτα. Τώρα να πάρει ο γαμπρός αυτό, να πάρει η νύφη το άλλο. Θέλουμε τούτο, θέλουμε το άλλο. Θέλει εκατομμύρια. Λοιπόν, άμα βάλουμε και τη μουσική και βάλουμε και το κέντρο και τα αυτά, είναι λίγοι αυτοί που θα μπορέσουν ν’ ανταπεξέλθουν, κατάλαβες; Είναι ακριβή η ζωή. Γι’ αυτό κι η μουσική δεν έχει τόσο αυτό τώρα.
Κοινωνική θέση των μουσικών:
Ο Βασίλης Σουσαμλής αναφέρει τις δυσκολίες του επαγγέλματος του μουσικού που προέκυπταν από τις απαιτήσεις του κοινού, ιδιαίτερα στα πανηγύρια.
Όταν βγεις στο πάλκο, ο καθένας θα γυρέψει το δικό του τραγούδι, εκατό άνθρωποι να είναι από κάτω, εκατό ειδών τραγούδια θα σου γυρέψουν. Δεν είναι αυτή δουλειά να πας στο πανηγύρι. Άσε που λεν πανηγυριώτικη δουλειά είναι. Διότι καθένας διατάζει το τραγούδι που θέλει. Λοιπόν πρέπει εσύ, να είναι το μυαλό σου, να ’χει μέσα πολλά τραγούδια. Καθένας ζητάει το δικό του. Ενώ όταν πάμε σ’ ένα κέντρο, κι έχουμε ένα πρόγραμμα, αυτό είναι. Το μελετήσαμε, το παίζουμε, κι είναι εντάξει.
Ο ίδιος αναφέρει επίσης τα προβλήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν σήμερα οι μουσικοί, προκειμένου να παίξουν μουσική σε κέντρα και καφενεία:
Όταν είναι μια μουσική για να παίξει σ’ ένα κέντρο, πρέπει να πάρεις άδεια από την αστυνομία. Αυτό το κανονίζει το κέντρο και πολλές φορές μπορεί να φωνάξει μια παρέα έτσι και να σου πει «βγάλε μιαν άδεια να παίξετε στο καφενείο». Οπότε, αν δεν δώσει η αστυνομία άδεια, δεν μπορείς να παίξεις. Εκτός μέχρι τις 11 νομίζω το καλοκαίρι, δέκα, δεν ξέρω… Λοιπόν έτσι δεν μπορείς να εξασκήσεις το επάγγελμα, και μια να παίζεις και μια να μην σ’ αφήνουν να παίζεις. Βέβαια παλιά δεν συνέβαινε αυτό, έπαιρνες το βιολί σου, πήγαινες, έπαιζες. Δεν υπήρχαν όμως τα μικρόφωνα… Τώρα η μουσική είναι διατάραξη. Θέλει άδεια. Δυστυχώς. Απορώ που βγαίνουν στην τηλεόραση και λένε ότι… για την παραδοσιακή μουσική, να την υποστηρίξουμε. Πως να την υποστηρίξουμε με την απαγόρευση; Πώς εγώ θα μάθω τον γιο μου, ξέρω ’γω, μουσική, να πεινάσει; Δεν είναι σωστό, δεν είναι σωστό να το κάνω.