Κυριακόγλου Ευστράτιος

Λέσβος

Τόπος γέννησης: Κάπη, Λέσβος

Χρόνος γέννησης: 1945

Προσωνύμιο («Παρατσούκλι»):

Εμείς [η κομπανία τους] είμαστε οι ‘Μενέλαηδες’ ας πούμε, από το όνομα του πατέρα μου ή η μουσική της Κάπης, οι ‘Καπιώτες’ ας πούμε. Πήγαμε και κάναμε μια γιορτή στο Δημοτικό Θέατρο, έγιναν και οι απαραίτητες κριτικές εκεί μέσα, ‘μπράβο στα παιδιά που χορέψαν’, ‘μπράβο και στην ορχήστρα του Ρόδανου’, ναι αλλά εμείς δεν είμαστε η ορχήστρα του Ρόδανου! Λέω εγώ, ότι έχει επικρατήσει το εξής: Ελλάδα είναι η Πελοπόννησος και η Κρήτη, Μυτιλήνη είναι η Αγιάσος και το Πλωμάρι!

Στοιχεία καταγωγής:

Ο Ευστράτιος Κυριακόγλου γεννήθηκε στις 1 Μαΐου του 1945.

 

Ιδιότητα:

Οργανοπαίχτης με θεωρητικές γνώσεις μουσικής και τραγουδιστής. Παίζει ντραμς, μπουζούκι και κυρίως ακορντεόν:

Σε άλλη γλώσσα δεν ξέρω [να τραγουδάω], μόνο στα Ελληνικά. Ε, ο κάθε ένας τραγουδιστής έχει το συγκεκριμένο του πλάνο έτσι, και ξέρεις μερικά τραγούδια θα μπορούσα να τα μάθω, αλλά δεν τα ήθελα να τα μάθω και δεν τα μάθαινα ή μπορεί να τα παίζω ας πούμε και να τα τραγουδάνε άλλοι, εγώ δεν θέλω να τα λέω.

Γονείς:

Οι γονείς του κατάγονταν από την Κάπη. Ο πατέρας του, Μενέλαος Κυριακόγλου, γεννήθηκε το 1911 και ήταν μουσικός. Έπαιζε βιολί και τρομπόνι και είχε θεωρητικές γνώσεις μουσικής. Απασχολούνταν ωστόσο και με αγροτικές εργασίες, κυρίως στα δικά του κτήματα:

Ο παππούς μου τον έστειλε τον πατέρα μου έτσι, στην Μυτιλήνη σ’ ένα δάσκαλο, τον Μυρογιάννη, να μάθει βιολί, έμενε στην Μυτιλήνη. Έμεινε στην Μυτιλήνη, σπούδασε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, μετά φαίνεται ότι με τις ανάγκες εκεί της οικογενείας, δεν τα έβγαζε [πέρα]. Μάλιστα σπούδαζε και ήταν συμμαθητής με κάποιον πολύ καλό βιολίστα, τον Γιάννου τον Χαράλαμπο. Τον Χαράλαμπο τον Γιάννου, από τον Μανταμάδο. Μαζί ξεκινήσαν να μάθουν, μετά απεσύρθει ο πατέρας μου εδώ για τις δουλειές τις οικογενείας, μετά ξαναπήγε, αλλά άμα ξαναπήγε, λέει ο πατέρας μου ότι ο Γιάννου είχε προχωρήσει πολύ! […] Ο πατέρας μου [Μενέλαος Κυριακόγλου] έπαιζε τα ντόπια με το βιολί, αλλά μετά που ήρθε εδώ, επειδή οι ορχήστρες είχαν βιολιά μέσα και είχε πρόβλημα εργασίας, το γύρισε και αυτός στα πνευστά και έπαιξε τρομπόνι. Το οποίο, έπαιξε καλύτερα τρομπόνι από ότι βιολί, ίσως του άρεζε πιο πολύ το τρομπόνι, ήταν πολύ καλός τρομπετίστας από ότι βιολίστας. Ήξερε βέβαια την μουσική, ήξερε, αλλά για τον χειρισμό ήταν αυτός, ο ξάδερφός μας κι αυτός, ο οποίος έμαθε και από τον παππού [Μιχάλη Κυριακόγλου] και αυτός, ο Γιώργος ο Βαρελτζής. Αυτός έπαιζε τρομπόνι και έκανε και στρατιωτική μουσική αυτός και μετά έδειξε τον χειρισμό στον πατέρα μου […]. [Ο πατέρας μου ασχολήθηκε με τη μουσική] επαγγελματικά. Δηλαδή στο χωριό μέσα […], και τώρα και εμείς αυτό που κάνουμε, έχουμε και τα αγροτικά μας και παράλληλα συμπληρώνουμε μ’ αυτό στα πανηγύρια.

Οικογενειακή κατάσταση:

Ο Ε. Κυριακόγλου:

Το 1973 παντρεύτηκα, αλλά είχαμε πολύ καιρό αρραβώνα, είχα με τη γυναίκα μου γνωριμία πολύ καιρό. Έχω μια κόρη η οποία θέλει να σπουδάσει, μουσική δυστυχώς δε θέλει, την δίδαξα όσο την είχα ‘του χεριού μου’ ας πούμε, την πήγα και ένα χρόνο στο Ωδείο, δούλεψα εκεί μόλις πρωτοάνοιξε στη Μυτιλήνη, πιο πολύ δούλεψα δηλαδή για να πάω αυτή. Έκανε ένα χρόνο και προχώρησε και αλά πιάνο, αλλά μετά λέει δε θέλω άλλο. Την πήγα σε έναν καλό πιανίστα, αλλά δεν της φάνηκε. Ε, ήθελα, ήθελα να συνεχίσει, και μάλιστα με τα νέα δεδομένα υπήρχαν και θέσεις εργασίας, ας πούμε αν συνέχιζε. Και σαν μουσική που είναι σαν σπουδή, αλλά και σαν μουσική ως θέση εργασίας, πάλι θα μπορούσε κάπου, αν σπούδαζε, τώρα όμως αυτή ψάχνετε αλλού. Ξέρει πάντως μουσική, διαβάζει, παίζει πιάνο μόνο, κιθάρα καθόλου, δεν ανακατεύτηκε.

 

Για τον παππού του Μιχάλη Κυριακόγλου ή «Τρόμπατζη», ανέφερε:

Ήταν μουσικοί και ο πατέρας μου και ο παππούς μου. Ο παππούς μου έπαιζε κορνέτα και τρομπόνι, [λεγόταν] Μιχάλης. Πνευστά έπαιζε και τα είχε σπουδάσει στη Σμύρνη. Αυτός πήγαινε, απ’ ότι μας έλεγε δηλαδή, ήθελε να κάνει και το συγκρότημα του, που ήθελε να κάνει και πήγαινε εκεί [στη Σμύρνη] και δούλευε σε κάποια μεταλλεία, δούλευε εκεί και έκανε και τις σπουδές του. Μετά αυτός ήρθε εδώ [στην Κάπη] και έκανε οικογένεια, μετά έφυγε στην Αμερική, όπου δούλεψε και σαν μουσικός. Κάθισε λίγο καιρό, κατάφερε να κάνει, ό,τι ήθελε να κάνει με τη δουλειά και την παράλληλη μουσική που δούλευε και γύρισε εδώ και συνέχισε την οικογένειά του. Έκανε φούρνο. Τα παράτησε όμως, δεν ξαναέπαιξε, γυρίζοντας από την Αμερική δεν ξαναέπαιξε. Ασχολήθηκε πιο πολύ με το εμπόριο, έκανε τον μπακάλη και τον φούρναρη.

Για την περίοδο πριν το 1922, ο Ευστράτιος Κυριακόγλου σημείωσε ότι:

Ο παππούς μου πήγαινε [στην απέναντι Μικρασιατική ακτή], δεν θυμάμαι να σας πω ακριβώς πού, ούτε και σε ποια πανηγύρια. Αλλά πιο πολύ πηγαίναν σε γάμους […], και Τούρκων, είχαν σχέσεις βέβαια τότε. Από το Γενί Λιμάνι είχε καΐκια και πηγαίναν.

 Ε. Κυρτιακόγλου αναφέρθηκε στον μουσικό και ανιψιό του παππού του Γιώργο Βαρελτζή, ο οποίος αρχικά του δίδαξε θεωρία της μουσικής:

Για τον χειρισμό ήταν αυτός ο ξάδερφός μας, ο οποίος έμαθε από τον παππού μου και αυτός, ο Γιώργος ο Βαρελτζής. Αυτός έπαιζε τρομπόνι και έκανε και στρατιωτική μουσική αυτός, και μετά έδειξε τον χειρισμό στον πατέρα μου. Αυτουνού του Βαρελτζή, επειδή ήταν ανιψιός του παππού μου, του έφερε [ο παππούς μου] δύο όργανα από την Αμερική, ένα εμφώνιο και ένα τρομπόνι, του έφερε.

 

Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα:

Ασχολείται επίσης με την ελαιοκαλλιέργεια στα δικά του κτήματα:

Με ελιές [ασχολούμαι] και είχα και βόδια μια φορά. Κοπάδι, κοπάδι ολόκληρο, αλλά είναι πολύ βάρβαρο επάγγελμα, δύσκολο επάγγελμα, αυτά τα ζώα τα μεγάλα, αυτά είναι πολύ δύσκολο.

 

Προσωπική και οικογειακή πορεία:

Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο Διδυμότειχο, στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1960:

Ήμουνα στην μπάντα του στρατού, στο Διδυμότειχο. Ήμουν τεχνικός γραφέας Σ. Ι. Π., υπηρέτησα στην Μεραρχία μέσα, σε γραφείο της Μεραρχίας, και από εκεί η πρόσβαση ήταν εύκολη για την μουσική της μπάντας. Αφού τρώγαμε από το ίδιο καζάνι, λοιπόν κάποια στιγμή που χηρέψαν θέσεις, φύγαν μερικοί. Εγώ βέβαια έβαλα μέσα [χρησιμοποίησα ‘μέσον’], αλλά παράλληλα διατηρούσα και την σχέση μου με τα στρατιωτικά καθήκοντα, αλλά κοιμόμουνα πια στην μουσική [στην πτέρυγα των μουσικών] και πήγαινα στις παρελάσεις, στα γλέντια που έκανε η στρατιωτική μουσική. Εκεί έπαιζα πάλι τύμπανο στην μπάντα και ακορντεόν στη Λέσχη Αξιωματικών. Πολύ [μεγάλο] ρεπερτόριο παίζαμε. Είχαμε μπουζούκι τότες, συνομήλικοι ήμαστε με τον Γιάννη τον Πολυκανδριώτη, μπουζούκι αυτός. Είχαμε έναν κορνετίστα, εγώ ακορντεόν, είχαμε ένα κιθαρίστα Θεσσαλονικιό, Δημητρίου τον λέγαν, είχαμε έναν από εκεί – ντόπιο – τύμπανα. Ήταν μια ορχήστρα, είχαμε μια καλή ορχήστρα τότες, για εκείνη την εποχή που δεν υπήρχε και εκεί ορχήστρα, είχαμε μια πάρα πολύ καλή ορχήστρα, και έπαιζε από μοντέρνα μέχρι λαϊκά, αφού είχαμε και μπουζούκι μαζί. Παραδοσιακά ε […]. Α! Είχαμε και έναν επιλοχία που έπαιζε σαξόφωνο στρατιωτικής μουσικής, και ήξερε και αυτός τα τσάμικα, στεριανά [τραγούδια] ναι. Θρακιώτικα παίζαμε μερικά, παίζαμε μερικά, αλλά τότε γνώρισα εκεί, ήταν ο Δοϊτσίδης με κάτι κορίτσια εκεί. Δοϊτσίδης, πώς τον λένε, που έπαιζε το ούτι, που παίζει. Αυτός τότε ακόμα δεν ακουγόταν ο άνθρωπος, τότε που τον γνώρισα εγώ και μάλιστα, ε σαν μουσικοί, ερχόταν και στην Λέσχη καμιά φορά και με τα κορίτσια και τραγουδούσαν και χορεύαν.

 

Γενικές γραμματικές γνώσεις, επίπεδο εκπαίδευσης, τυπικές & άτυπες μορφές εκπαίδευσης:

Είναι απόφοιτος της τρίτης τάξης του γυμνασίου:

Έβγαλα το σχολείο, το δημοτικό, και πήγα και τρεις τάξεις γυμνάσιο.

 

Μουσική παιδεία:

Ο Ε. Κυριακόγλου έχει θεωρητικές γνώσεις μουσικής τις οποίες απέκτησε από τον πατέρα του Μενέλαο Κυριακόγλου και τον αδερφό του Μιχάλη Κυριακόγλου οι οποίοι ήταν επαγγελματίες μουσικοί, καθώς επίσης και από τον μουσικό Γεώργιο Βαρελτζή [τρομπόνι] – ανιψιό του παππού του και παίζει ακορντεόν, ντραμς και μπουζούκι.

 

 

Μουσική μαθητεία:

 

Ο Ε. Κυριακόγλου ξεκίνησε να παίζει ντραμς σε ηλικία [περίπου] δέκα ετών, ενώ ο πατέρας του Μενέλαος και ο αδερφός του Μιχάλης που ήταν επαγγελματίες μουσικοί του μετέδωσαν τις πρώτες πρακτικές γνώσεις μουσικής:

Λοιπόν, κάποια στιγμή βρεθήκαν ο πατέρας μου και ο αδερφός μου, με δυο-τρεις από την Κλειού, που παίζαν, ο ένας έπαιζε κορνέτα, ένας κιθάρα και ένας βιολί. Ο Γιάννης Στεφάνου έπαιζε κορνέτα, ο Βύρων Τερζής κιθάρα και Παναγιώτης […] ‘Καπετανάκης’ ήταν το παρατσούκλι του, δεν θυμάμαι το επώνυμό του. Αυτά ήταν το 1952 με 1955, δέκα χρονών ήμουν εγώ, πολύ μικρός. Λοιπόν παίζαν εκεί, ήταν τότες του Καζαντζίδη τα πρωτόβγαλτα τραγούδια και τα μελετούσαν σε ένα δωμάτιο του σπιτιού μας. Εγώ καθόμουν τώρα σε μιαν ακρούλα και άκουγα. Παίζαν αυτοί, εν τω μεταξύ αυτός ο Βύρων ο Τερζής με την κιθάρα, ήταν τελείως μπουμπούνας ας πούμε, δεν πήγαινε καθόλου. Βρε έτσι ας πούμε είναι το τραγούδι, βρε αλλιώς δεν ξέρω ‘γω, τίποτα αυτός. Καμιά φορά, εγώ από μακριά έβλεπα και χτυπούσα ρυθμικά το χέρι μου πάνω στο τραπέζι, με είδαν αυτοί που χτυπούσα το χέρι μου πάνω στο τραπέζι, λέει, ‘έλα εδώ πέρα, κάν’ το! να το δει αυτός’. Το έκανα εγώ με τα χέρια μου, με τα χέρια μου κατευθείαν. Ο αδερφός μου, μου φέρνει μια χαρτόκουτα από τα πουκάμισα, που είχαν πουκάμισα μέσα, με έδωσε και δυο ξύλα και με λέει ‘παίξε απάνω’. Άρχισα εγώ και ότι παίζαν αυτοί το έπαιζα έτσι ενστικτωδώς, ναι, αυτό, κατευθείαν λοιπόν. Μετά είδε ο πατέρας μου ότι τα κατάφερνα λοιπόν, παίρνει την κάσα από το ακορντεόν, με κάνουν και ένα αυτοσχέδιο πατητήρι-πεντάλ για να δουλεύει ας πούμε, τα λάστιχα, ένα κόπανο εκεί βάλαν πανί, ένα σίδερο το καρφώσαν απάνω, ένα κύλινδρο για να δουλεύει, την κάσα λοιπόν από το ακορντεόν και το κουτί από τα πουκάμισα, και είχα ένα αυτοσχέδιο εγώ τώρα τύμπανο-ντραμς. Έπαιξα λίγο εκεί, μου έδειξαν λίγα πράγματα που ενδεχόμενα εγώ δεν τα ήξερα, αλλά εγώ κατευθείαν τα αρπούσα ας πούμε […]. Μετά πηγαίνει ο πατέρας μου στην Αθήνα, είδε ότι χρειαζόμαστε ένα τέτοιο όργανο, πήρε ένα μεταχειρισμένο τύμπανο από την Αθήνα και άρχισα να παίζω ντραμς επαγγελματικά. Από δέκα-έντεκα χρονών γύριζα εκεί στα πανηγύρια, έπαιζα σε όλα τα πανηγύρια, σχεδόν πολλές φορές κοιμόμουνα κιόλας κι έπαιζα, μικρό παιδί ήμουνα […].

 

Θεωρία της μουσικής διδάχτηκε, μαζί με άλλους 3 συγχωριανούς του, από τον Γιώργο Βαρελτζή από την Κάπη [ανιψιός του παππού του], που έπαιζε τρομπόνι, και στη συνέχεια από τον αδερφό του Μιχάλη, ο οποίος του δίδαξε και το ακορντεόν:

Μετά τα τύμπανα και τα λοιπά, αρχίσαμε. Είμαστε τότε στην ηλικία μας τέσσερα παιδιά, παιδιά μουσικών, που αρχίσαμε να ψαχνόμαστε να ακολουθήσουμε το επάγγελμα του πατέρα μας. Ήταν ο Ιγνάτης, του «Πασά» αυτός, Γεωργαλάς το επώνυμό του, ο Στέλιος ο Βαρελτζής, εγώ και ο Γιάννης ο Ματζουράνης. Εμείς ήμασταν οι μικρότεροι, το νέο αίμα ας πούμε και πήγαμε στον μπάρμπα-Γιώργη τον Βαρελτζή και μας έδινε παρτιτούρες. Αυτός ήταν τότε, που τέλος πάντων μπορούσε να δείξει στους άλλους, να είναι ο δάσκαλος. Πήγαμε και λέμε ‘μπάρμπα-Γιώργο θα μας δώσεις παρτιτούρες να διαβάζουμε;’, αυτός είχε παρτιτούρες πάλι από τον παππού μου, από τον δικό μου τον παππού. Τις είχε αντιγράψει κι είχε παρτιτούρες τέτοιες διδασκαλίας, να ξεκινήσουμε από το ολόκληρο ας πούμε, κι ήταν πολύ ωραία. Την έχω αυτή την παρτιτούρα. Τα αντιγράψαμε βέβαια και εμείς, που ξεκινούν από απλές ασκήσεις και φτάνουν μέχρι δύσκολα. Γενική [θεωρία], αυτό όμως μάλλον είχε γραφεί για βιολί, γιατί όλες οι παρτιτούρες ήταν γραμμένες στην κλίμακα του Σολ. Και η κλίμακα του Σολ ευνοεί το βιολί περισσότερο. Λοιπόν εκεί εμείς αρχίσαμε, μας έδινε ένα χαρτί το αντιγράφαμε και πηγαίναμε εκεί μέσα σε κάτι στενά, σε κανένα δέντρο κι αρχίζαμε λοιπόν και το διαβάζαμε και το λέγαμε και οι τέσσερις μαζί, έτσι μεράκι, το λέγαμε: ‘Ντο-Ρε-Μι-Φα-Σολ-Λα’, ξέρω ‘γω, ανάλογα, όγδοα λέγαμε, τέταρτα λέγαμε και σιγά-σιγά προχωρούσαμε στην μουσική. Μετά πήρα μέθοδο, με έδειξε ο αδερφός μου ακορντεόν, την μέθοδο πια εκεί, του ‘Νίμπεργκ’, και μετά πάλι όλα τα άλλα με πρακτικό τρόπο, τα τοπικά μας και τα αυτά.

 

Μπουζούκι, έμαθε από τον Γιάννη Πολυκανδριώτη, συνάδελφό του στο στρατό:

Μετά από ‘κει, με τον στρατό κόλλησα εγώ με τον Πολυκανδριώτη κι άρπαξα μερικά πράγματα, έπαιξα μπουζούκι από τότε.

 

Για την εκμάθηση νέων σκοπών και τον εμπλουτισμό του ρεπερτορίου ο Στράτος Κυριακόγλου επισήμανε ότι:

Είχε και παρτιτούρες τότες, τότες κυκλοφορούσαν πολλές παρτιτούρες και καλογραμμένες, αλλά μετά που η παραγωγή έγινε πληθωρική, αρχίζαμε, δεν προλαβαίναμε πια με τις παρτιτούρες, και μέχρι τώρα με το μαγνητόφωνο και με τους δίσκους. Κάναμε και τέτοια, αντιγραφές, άλλος έκλεβε τις παρτιτούρες του αλλουνού.

 

Μουσική εξειδίκευση (τραγούδι, ή/και όργανα):
Ξεκίνησε την επαγγελματική του ενασχόληση με τη μουσική παίζοντας ντραμς στην κομπανία του πατέρα του Μενέλαου Κυριακόγλου στα μέσα της δεκαετίας του 1950:

Ο αδερφός μου έπαιζε κιθάρα και μετά έπαιξε ακορντεόν κατευθείαν. Ο αδερφός μου έπαιξε κιθάρα και μετά ακορντεόν για τις ανάγκες της ορχήστρας, εν τω μεταξύ η ορχήστρα κάθε φορά άλλαζε, ήταν πολλοί οι μουσικοί, μπορεί να μαλώναν, μπορεί για διαφόρους λόγους, αλλάζαν σχήματα […]. Μετά πηγαίνει ο πατέρας μου στην Αθήνα, είδε ότι χρειαζόμαστε ένα τέτοιο όργανο, πήρε ένα μεταχειρισμένο τύμπανο, από την Αθήνα και άρχισα να παίζω ντραμς.

 

Όταν απολύθηκε από τον στρατό, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, εντάχθηκε και πάλι στο οικογενειακό συγκρότημα του πατέρα του Μενέλαου:

Είχαμε δυο σχήματα. Έπαιξα εγώ μπουζούκι, μετά από εκεί με τον στρατό κόλλησα εγώ με τον Πολυκανδριώτη κι άρπαξα μερικά πράγματα, έπαιξα μπουζούκι, από τότε ο πατέρας μου έπαιζε και βιολί και τρομπόνι, ο αδερφός μου και ακορντεόν και βιολί, εγώ έπαιζα και ακορντεόν και μπουζούκι και τύμπανα και όλα αυτά. Μέχρι που έφτασα σε σημείο να παίζω μπουζούκι και τύμπανα μαζί, ταυτοχρόνως! Όχι να αφήνω το ένα και να πιάνω το άλλο, ταυτοχρόνως! Όλη νύχτα να βγάλω πανηγύρι, μπουζουξής και τυμπανιστής μαζί! Δυο χέρια δουλεύαν και δυο πόδια, με το ‘Φουτσιμπάλ’ αυτό, τα πιατίνια που κάνει, με την μπότα έπαιζα το τύμπανο έτσι ας πούμε, και με τα χέρια μου έπαιζα το μπουζούκι. Βέβαια σε κάποια κομμάτια, βαλς και τέτοια που δεν χρειαζόταν το μπουζούκι, άφηνα το μπουζούκι στην άκρια και έπιανα το τύμπανο κανονικά.

 

Περιστασιακά συνεργάστηκε και με άλλους μουσικούς, από την Κάπη, τον Μανταμάδο, την Κλειού και την Αγία Παρασκευή:

Ε, πάντα ήμουν με αυτούς [οικογενειακή κομπανία], αλλά συνήθως κάναμε και συνεργασίες […]. Εμείς παίζαμε με Μανταμαδιώτικες ορχήστρες, από την Κλειού είχε, εδώ στην Κάπη είχε δυο-τρεις και κάναμε αυτές τις μεταλλάξεις ας πούμε […]. Ήταν από την Αγία Παρασκευή, κάποιος Ζαχαρής Παναγιώτης που έπαιζε ακορντεόν και κιθάρα και τραγουδούσε κιόλας. Είναι 70 χρονών, πρέπει να είναι τώρα, μεγάλος είναι. Εγώ ήμουν πιτσιρίκος τότε και αυτός ήταν για παντρειά. Μετά όταν παντρεύτηκε τα παράτησε, η γυναίκα του τον συμμάζεψε. Από τον Μανταμάδο ένας τσαγκάρης που είναι, ο Στράτος ο Γιαννής [κιθάρα] […].

 

Την περίοδο 1960-1964 μαζί με τον πατέρα του, είχαν μια πιο σταθερή συνεργασία με τον βιολιστή Ευστράτιο Βουγιούκα, από τον Μανταμάδο:

Ε, είχε και άλλοι που λείπουν τώρα από τον Μανταμάδο, ένας με το βιολί που έπαιζε από τον Μανταμάδο, ο Βουγιούκας ο Στράτος, ένα πολύ καλό βιολί, μου έδωσε καλή παιδεία. Με πήρε και εμένα, πήρε και τον πατέρα μου και κάναμε εκεί ένα γκρουπ το οποίο κράτησε δύο χρόνια [1960-1962], που ήταν ο αδερφός μου φαντάρος και μετά το συνεχίσαμε και άλλα δύο, μέχρι που να φύγει αυτός στην Αυστραλία. Κάπου τέσσερα χρόνια δουλέψαμε με αυτούς. Κάναμε πρόβες, ερχόταν αυτοί, πηγαίναμε εμείς, ήταν και πιο τότες οι επαφές ήταν συχνές, γιατί είχαμε συνέχεια δουλειά. και κάποια στιγμή, σε ανάπαυλα ξέρω ‘γω, καθόμασταν και περνούσαμε τα κομμάτια […].

 

Ο Ε. Κυριακόγλου επισήμανε ότι τη δεκαετία του 1960 συνεργάστηκαν επανειλημμένα με τραγουδίστριες [«ντιζέζ»], που έρχονταν στη Λέσβο για να τραγουδήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μετά από συμφωνία που έκλειναν με τα καφενεία ή τα κέντρα διασκέδασης:

Εμείς να φέρουμε προσωπικά τραγουδίστριες, όχι. Εμείς είχαμε όμως πολλές τραγουδίστριες, με πολλές τραγουδίστριες έχουμε παίξει, αλλά τις έφερνε ο μαγαζάτορας και εμείς τις συνοδεύαμε. Και έφερναν τις παρτιτούρες τους, τις οποίες εμείς διαβάζαμε και συνοδεύαμε και άμα μας άρεζε και κανένα τραγούδι το κλέβαμε από αυτήν. Μια που μου έκανε εντύπωση ήταν η ‘Μαίρη Ζανέτ’, το καλλιτεχνικό της ήταν αυτό. Ήταν πολύ καλή τραγουδίστρια, τραγουδούσε από το πιο βαρύ λαϊκό μέχρι την οπερέτα ‘Ο βαφτιστικός’. Παίξαμε μαζί στην Αγία Παρασκευή σε καφενείο […]. Έφυγα εγώ μια φορά, είχα να πάω πολύ καιρό στο Γυμνάσιο που πήγαινα τότε και φέρναν και κάτι νούμερα εκεί στην Αγία Παρασκευή και ήταν και αυτή η ‘Μαίρη Ζανέτ’, η οποία είχε έρθει δυο-τρεις φορές και συνεργαστήκαμε. Λοιπόν, πήγε στην ορχήστρα, λέει ‘που ‘ναι ο μικρός;’. Λέει, ‘στο σχολειό’, λέει ‘Α! αν δεν είναι μαζί μας και ο μικρός, εγώ φεύγω!’. Και μάλιστα υπήρχαν και ζήλιες μεταξύ συναδέρφων, ‘γιατί να έχεις τον μικρό;’. Με καταγγείλαν κιόλας και μερικές φορές: ‘Γιατί παίζει ο μικρός και δεν παίζω εγώ;’ […].

[…] Μια ‘Λουίζα’, η οποία είναι η μητέρα της η Κοντιβέη, η Αλέκα που τραγουδάει. Ήταν ωραία τραγουδίστρια, αλλά αυτή […], ε, μερικές [τραγουδίστριες] ήταν εύκολες [στις παραξενιές τους], μερικές ήταν [πιο δύσκολες], είχε και καλές τραγουδίστριες, πέρασαν και πολύ καλές τραγουδίστριες που ήταν τότε ξεπεσμένες ας πούμε ή πάλι καλές που είχαν τότε ξεπέσει. Ξέρεις, τα χρόνια δύσκολα, μια γυναίκα να μπει εκεί στο πανηγύρι ή στην ορχήστρα μέσα, εκμεταλλεύσεις, μην το συζητάς! Αυτά που βλέπεις στο ‘Ρεμπέτικο’ μέσα, αυτά τα έχουμε περάσει όλα εμείς. Δεν έγινε μόνο εκεί δηλαδή, αυτό είναι ένα πράγμα που έγινε σε όλη την Ελλάδα.

 

Ο Ε. Κυριακόγλου ανέφερε τους ακόλουθους μουσικούς:

 

  • Κλεάνθης Μυρογιάννης πρόσφυγας που εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη. Έπαιζε βιολί και πιάνο και είχε θεωρητικές γνώσεις μουσικής. Δίδαξε μουσική σε πολλούς μουσικούς της Λέσβου πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

 

  • Χαράλαμπος Γιάννος, από το Μανταμάδο, έπαιζε βιολί και είχε θεωρητικές γνώσεις μουσικής. Διδάχτηκε μουσική από τον Κλεάνθη Μυρογιάννη στη Μυτιλήνη:

[Ο πατέρας μου] σπούδαζε και ήταν συμμαθητής με κάποιον πολύ καλό βιολίστα, τον Γιάννο τον Χαράλαμπο, από τον Μανταμάδο. Μαζί ξεκίνησαν να μάθουν […], μετά απεσύρθη ο πατέρας μου, ο Γιάννος είχε προχωρήσει πολύ! Ήταν πολύ καλός μουσικός! Μόνο ότι οι επιδόσεις του ήταν στην κλασσική Ευρωπαϊκή μουσική. Αυτός ήταν, αυτός έπαιζε κλασσική Ευρωπαϊκή μουσική, δεν ήταν ας πούμε με την μουσική εδώ την δική μας, της παράδοσης.

 

  • Παπαδόπουλοι ή «Μουμτζήδες»:

Φτιάξαν όργανα, φτιάξαν, αλλά όχι ας πούμε για κάποια, για δική τους χρήση, όχι για εμπόριο. Ήταν οι Παπαδοπουλαίοι, αυτοί που φτιάξαν σαντούρια και μαντόλες, σαν μαντολίνο ας πούμε. Καπιώτες και αυτοί, καλοί μουσικοί και μάλιστα με το Βυζαντινό ύφος. Τρία αδέρφια ήταν, βιολί, σαντούρι και κλαρίνο. Μ’ αυτούς δούλεψε και ο πατέρας μου. Ήταν ο Κώστας που έπαιζε βιολί, ο Γιώργος που έπαιζε κλαρίνο και ο Τηλέμαχος που έπαιζε το σαντούρι. Ήταν και ο γιος τους, ο Εύανδρος Παπαδόπουλος [γιος ενός από τρία τα αδέρφια] οποίος έφυγε από εδώ και έπαιζε τα τύμπανα, έφυγε όμως πολύ νωρίς και έκανε καριέρα στην Αθήνα, με τον Θοδωράκη, με τον Χατζιδάκη έπαιξε, με την ορχήστρα Μαυρομάτη έπαιξε, τώρα είναι συνταξιούχος τα έχει παρατήσει.

 

  • Γεωργαλάδες ή «Πασάδες», οικογένεια μουσικών, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία που εγκαταστάθηκαν μετά το 1922 στην Κάπη. Ο Χαράλαμπος Γεωργαλάς ή «Πασάς» έπαιζε νταβούλι και τύμπανα και είχε τρεις ή τέσσερις γιους μουσικούς, που συνεργάζονταν μαζί του:

Το μόνο μια φορά, εγώ δεν ήμουνα μαζί ορχήστρα, λένε, πήγανε ο πατέρας μου και ο αδερφός μου ήταν, ακούω που λένε την ιστορία. Πήγαν στο Υψηλομέτωπο να παίξουν και εκεί ένας καντηλανάφτης πηγαίνει στον πατέρα μου – ο οποίος δεν ήξερε ο άνθρωπος, ο άλλος όμως ήξερε, ο άλλος, ο συνάδερφος που έπαιζε το νταούλι, ο ‘Πασάς’ – λοιπόν και του λέει ‘παίξε ένα ζεϊμπέκικο και εγώ άμα φύγετε θα σας δώσω ένα καλάθι με τυριά’. Λοιπόν του το παίξαν το ζεϊμπέκικο, καμιά φορά άμα κάτσαν να λογαριαστούν, λέει ο πατέρας μου στον άλλον ‘έχει να μας δίνει κι ένα καλάθι τυριά αυτός’, τον λέει κι ο άλλος ‘Τον ρώτησες’ λέει, ‘άμα έχει να φάει τυρί αυτός;’.

Ο Ιγνάτης Γεωργαλάς ή «Πασάς» ήταν γιος του Χαράλαμπου και διδάχτηκε θεωρία της μουσικής από τον Γιώργο Βαρελτζή μαζί με τον Ε. Κυριακόγλου.

 

  • Γιάννης Ματζουράνης, από την Κάπη. Ήταν συνομήλικος με τον Ε. Κυριακόγλου και διδάχτηκε θεωρία της μουσικής από τον Γιώργο Βαρελτζή.

 

  • Γιάννης Στεφάνου, από την Κλειού, έπαιζε κορνέτα και συμμετείχε στην κομπανία του Μενέλαου Κυριακόγλου την δεκαετία του 1950.

 

  • Βύρων Τερζής, από την Κλειού, έπαιζε κιθάρα και συμμετείχε στην κομπανία του Μενέλαου Κυριακόγλου την δεκαετία του 1950.

 

  • Παναγιώτης «Καπετανάκης», από την Κλειού, συμμετείχε στην κομπανία του Μενέλαου Κυριακόγλου την δεκαετία του 1950.

 

  • Ευστράτιος Βουγιούκας, από το Μανταμάδο, έπαιζε βιολί και συνεργάστηκε με τον Ε. Κυριακόγλου [στα πλαίσια της κομπανίας των Κυριακόγλου] τη δεκαετία του 1960.

 

  • Ευστράτιος Γιαννής, τσαγκάρης και οργανοπαίχτης από το Μανταμάδο, έπαιζε κιθάρα και συνεργάστηκε με τον Ε. Κυριακόγλου [στα πλαίσια της κομπανίας των Κυριακόγλου] τη δεκαετία του 1960.

 

  • Παναγιώτης Ζαχαρής, από την Αγία Παρασκευή, έπαιζε ακορντεόν και κιθάρα και συνεργάστηκε με τον Ε. Κυριακόγλου [στα πλαίσια της κομπανίας των Κυριακόγλου] τη δεκαετία του 1960:

Ήταν από την Αγία Παρασκευή, κάποιον Ζαχαρή Παναγιώτη που έπαιζε ακορντεόν και κιθάρα και τραγουδούσε κιόλας, τα έχει παρατήσει και αυτός και κάνει και τον έμπορο τώρα. Ζει ακόμα. Στην Αγία Παρασκευή μένει, είναι γαμπρός αυτουνού που διαχειρίζεται το πολιτιστικό κέντρο, του Γιώργου του Σαπουναδέλλη, αν έχεις υπ’ όψιν. Είναι 70 χρονών, πρέπει να είναι τώρα, μεγάλος είναι. Εγώ ήμουν πιτσιρίκος τότε και αυτός ήταν για παντρειά. Μετά όταν παντρεύτηκε τα παράτησε, η γυναίκα του τον συμμάζεψε.

 

  • Χαρίλαος Ρόδανος ή «Άννες», από την Αγιάσο, έπαιζε βιολί, κιθάρα και μαντολίνο.

 

 

Συγκρότημα – κομπανία:

“Οι Καπιώτες” ή “Μενελάηδες”: Το μουσικό συγκρότημα της οικογένειας Κυριακόγλου από την Κάπη Λέσβου:

Εμείς είμαστε ‘Μενελάηδες’ ας πούμε, από το όνομα του πατέρα μου ή οι μουσικοί της Κάπης, οι ‘Καπιώτες’ ας πούμε.

 

Σταθερές μουσικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε/συμμετέχει:

Κατά τη διάρκεια της πολύχρονης επαγγελματικής του ενασχόλησης με τη μουσική, συμμετείχε σε διάφορα μουσικά δρώμενα, ενώ έχει επισκεφτεί σχεδόν όλα τα χωριά της Λέσβου:

Έπαιζα σε όλα τα πανηγύρια, σχεδόν πολλές φορές κοιμόμουνα κιόλας κι έπαιζα, μικρό παιδί ήμουνα […]. Δηλαδή στο χωριό μέσα, και τώρα και εμείς αυτό που κάνουμε, έχουμε και τα αγροτικά μας και παράλληλα συμπληρώνουμε μ’ αυτό στα πανηγύρια. Και τότες την εποχή εκείνη βέβαια, ήταν μόνο τα πανηγύρια, περιορισμένες οι δουλειές. Γάμοι και πανηγύρια, αλλά ήταν περιορισμένα τα πράγματα, στο τοπικό, γύρω-γύρω, Κάπη – Κλειού – Σκαμνιά – Μανταμάδο, εκεί σ’ αυτά τα χωριά. Και οι μετακινήσεις δύσκολες, με τα πόδια έπρεπε να πας δεν είχαμε ούτε αυτοκίνητο, γαϊδουράκια φορτώναμε πότε-πότε […].

[…] Παίξαμε δυο-τρεις φορές στην Αγιάσο, αλλά κάποιος μουσικός, αυτός ο Βουγιούκας – συνεργαστήκαμε πολλά χρόνια μαζί, εκτός από καλός μουσικός, που πήρα απ’ αυτόν στοιχεία μουσικά, πήρα και στοιχεία επαγγελματικά – λέει ‘εκεί που πουλάν’ δεν θα πηγαίνεις εσύ να δουλέψεις’, αυτοί εκεί [στην Αγιάσο είχε πολλές και καλές κομπανίες] πουλάν’ όλοι, δεν είναι για να σε πάρουν και να σε δώσουν μεροκάματο, αυτοί γυρεύουν μεροκάματο! […].

[…] Στην Στύψη τώρα, πηγαίναμε στην Στύψη Σαββατοκύριακο, παίζαμε το Σάββατο το πρωί, την Κυριακή ξυπνούσαμε, τι θέλαμε να κάνουμε; Εκεί [κοιμόμασταν], δεν είχαμε αυτοκίνητα, ξυπνούσαμε τι να κάνουμε, παίρναμε τα όργανα, παίρναμε τις παρτιτούρες, τι καινούργια τραγούδια έχουμε, καθίζαμε και τα προβάραμε. Στο καφενείο μας δίναν καμιά κουβέρτα εκεί μέσα στο καφενείο, άλλος πάλι, υπήρχαν και φιλότιμοι, μας στρώναν στρωματσάδα εκεί σε καμιά κάμαρα, μες σε αποθήκες, πάνω σε φούρνο έχω κοιμηθεί, στο σχολείο της Στύψης εκεί απέξω, στον Άγιο Γιώργη μια εκκλησία που είναι εκεί […].

[…] Στην Πέτρα πηγαίναμε της Παναγίας, εκεί που είναι τώρα το ξενοδοχείο το ‘Ίλιον’, ήταν παλιά σινεμάς, πηγαίναμε εκεί μέσα στον σινεμά και επί της οθόνης κοιμόμασταν. Μην το συζητάς έχουμε περάσει τέτοιες καταστάσεις, ποδαρόδρομο, νύχτα!! Να βρέχει […].

[…] Συνήθως στην Αγιά Παρασκευή που πηγαίναμε, μια εποχή ήταν σε έξαρση η Αγία Παρασκευή, είχε δυο-τρία μαγαζιά που φέρναν νούμερα, τραγουδιστές και τραγουδίστριες και χορευτές κατευθείαν από την Αθήνα. Από εδώ ως την Αγία Παρασκευή πηγαίναμε ποδαρόδρομο, πηγαίναμε, βάζαμε παλιά ρούχα, πηγαίναμε τον ποδαρόδρομο, αλλάζαμε και παίζαμε όλη τη νύχτα και το πρωί, χωρίς να κοιμηθούμε, εδώ, πίσω [στην Κάπη] και ταίριαζε να έχει και βροχή, να έχει και κρύο, να έχει και χιόνι.

 

Επίσης στην Αγία Παρασκευή, συμμετείχε επανειλημμένα στο πανηγύρι του ‘Ταύρου’ – Αγίου Χαράλαμπου:

Βέβαια γινόνταν εκεί ‘μάχες’, ‘μάχες’ γινόνταν [μεταξύ των κομπανιών]. Ποιος φυσάει πιο πολύ, ποιος δε φυσάει πιο πολύ, γύριζα καταπάνω στον άλλον [για να τον ‘σκεπάσει’]. Μια τέτοια μάχη, παίζαμε στην Αγία Παρασκευή. Στην Αγία Παρασκευή τότε το πανηγύρι δεν γίνεται σαν τώρα που είναι φιάσκο, γίνονταν κάπως, μια όμορφη κατάσταση. Κάθε ορχήστρα που πήγαινε εκεί έβρισκε μια παρέα η οποία, την αγκαζάριζε και την είχε σ’ όλο το διάστημα του πανηγυριού. Δεν ήταν όπως τώρα που παίζεις τύπου κέντρου, τύπου ‘σκυλάδικου’ ας πούμε. Αυτή η παρέα σ’ έπαιρνε από το Σάββατο, τους διασκέδαζες στο χωριό μέσα, μετά σέλωναν τα άλογα αυτοί, τους πήγαινες λίγο παραέξω που φεύγαν στον Άγιο [στο εξωκλήσι του Αγίου Χαράλαμπου], πολλοί, άμα ήταν παραλήδες σε λέγαν ‘έλα και στον Άγιο πάνω’ και ξημερωνόσουνα εκεί. Την Κυριακή το πρωί γύριζες, η μόνη δουλειά που μπορούσε να κάνει μια μουσική, μια ορχήστρα ήταν να πάρει την παρέα αυτή που είχε και να την πάει εκεί που τρέχουν τα άλογα, τίποτα άλλο, δεν γινόταν τίποτα άλλο την Κυριακή. Τώρα έγινε αυτό που γίνεται σήμερα και μαζεύεται ο κόσμος στα καφενεία και γίνεται κάποιο γλέντι. Τέλειωνε εκεί το πανηγύρι, και την Δευτέρα θα γινόταν το καλό το πανηγύρι, ‘Τα Χαραλαμπέλια’ που λέγαν. Που πηγαίναμε πάλι εμείς και βγάζαμε την παρέα αυτή που είχαμε και βάζαν το γιουβέτσι τους αυτοί και μέχρι την Τρίτη, ξέρω ‘γω πότε, παίζαμε. (Προσκολλώμενοι στην παρέα) υπήρχαν αλλά ήταν οι άνθρωποι που είχαν συνάφειες με την παρέα, σε οικογενειακά πράγματα ας πούμε. Δεν ήταν να πάω εγώ σ’ αυτήν την παρέα που δεν τους ξέρω, δεν τολμούσα να πάω! Ε, ήταν ξέρω ‘γω, παρασυγγενείς, παραγειτόνοι, που είχαν κάποιες επαφές. Και χορεύαν χωρίς παρεξηγήσεις χωρίς τίποτα. Χόρευε όποιος ήθελε, ούτε σειρές κρατούσαμε, ούτε νούμερα ούτε τίποτα. Όποιος ήθελε να χορέψει, χόρευε […].

[…] Παίζαμε στην Αγιά Παρασκευή, σ’ ένα χώρο απομονωμένο. Κάποια στιγμή, γιατί γινόταν κι αυτό, η παρέα όπως ήταν ξεσηκωμένη και χόρευε καλαματιανό ή χασαποσέρβικο – συνήθως γινόταν αυτό – σήκωνε όλη την μουσική μαζί, τα όργανα βέβαια του χεριού όλα, και προχωρούσαν προχωρούσαν να πάνε να βρουν την άλλη μουσική, την άλλη παρέα να πούμε. Και τώρα εσύ πήγαινες και έφτανες εκεί που διασκεδάζαν οι άλλοι και έπρεπε να περάσεις από εκεί. Και γίνονταν κάποια στάση εκεί, έτσι για να γίνει λίγη ένταση. Φτάνουμε λοιπόν εμείς, εμείς ήμαστε τότε, έπαιζα εγώ τα ντραμς, έπαιζα τότε το ταμπούρλο. Το ταμπούρλο εγώ, ο αδερφός μου το ακορντεόν, ο πατέρας μου βιολί, είχαμε ένα τρομπόνι. Φτάνουμε εκεί λοιπόν στην πλατεία της Αγιάς Παρασκευής: Από την μια μεριά έπαιζε ο Μπούρας, με τα πρώτα τότες μηχανήματα, αυτοσχέδια βέβαια. Αυτό που είχε ο Μπούρας ήταν ένα κοντραμπάσο, φυσικό κοντραμπάσο, όχι μπούμ-μπούμ-μπούμ τέτοιο, όχι ηλεκτρικό κοντραμπάσο. Από την άλλη μεριά λοιπόν ήταν μια ορχήστρα έξι-εφτά άτομα, τρία-τέσσερα τρομπόνια και ξέρω ‘γω κάτι όργανα τέτοια. Φτάνουμε λοιπόν εμείς με τέσσερα-πέντε όργανα, φτωχοί σε ήχο, πιάσαν να μας παίρνουν αυτοί από κάτω. Τις άλλες μέρες όμως που γυρίζαμε μέσα στο χωριό και κάναμε τις βόλτες, είχα ένα νταούλι εγώ το οποίο το είχα αφήσει μέσα σε ένα μαγαζί, επειδή δεν μου χρειαζόταν και το είχα αφήσει εκεί πέρα. Μόλις βλέπω λοιπόν την κατάσταση αυτή, ότι μας πήραν από κάτω, δίνω δρόμο λοιπόν χώνομαι μέσα στο μαγαζί, έφερα το νταούλι, ‘Μη φοβάστε λέω εγώ είμαι εδώ’. Αρχίζω λοιπόν με το νταούλι, δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο! […].

[…] Είχε μια ορχήστρα τότε που πηγαίναμε εμείς στο Πλωμάρι και δουλέψαμε και εκεί, ένα χωριό σε έξαρση, που το δουλέψαμε εκεί στα χρόνια της Δικτατορίας, της ‘Χούντας’, δουλέψαμε πάρα πολύ στο Πλωμάρι, και στη ‘Λέσχη’ απάνω! Τους κάναμε τα γούστα, παίζαμε τους ήχους που θέλαν, αυτοί θέλαν τραγούδια Χατζηδάκη, θέλαν τέτοια τραγούδια, Ξαρχάκο. Του Χατζηδάκη και του Ξαρχάκου όχι [δεν ήταν απαγορευμένα], του Θεοδωράκη ήταν απαγορευμένα. Στο Πλωμάρι πηγαίναμε στη ‘Λέσχη’ απάνω, παίζαμε τα τραγούδια του Ξαρχάκου και του Χατζηδάκη και κάτι Ταγκό, κάτι Βαλς, κάτι Ρούμπες τέτοια ‘Λατίνο’ και ξέρω ‘γω. Σε χοροεσπερίδες [παίζαμε] πάντοτε στη ‘Λέσχη’. Από κάτω είναι ένα μαγαζί, κάτω από την ‘Λέσχη’ που λεγόταν τότε [το καφενείο του] ‘Αυτουσμή’. Έτσι λεγόταν αυτός, πήγαινε ένας κόσμος μεσαίας τάξης, εκεί παίζαμε του Θεοδωράκη μέσα. Τότες εκείνη την εποχή [δεν μας ενοχλούσαν] όχι, που πηγαίναμε. Στη ‘Χούντα’ δεν μας ενόχλησε κανείς. Οι ενοχλήσεις ήταν το 1960, η χειρότερη εποχή για την μουσική ήταν το 1960.

 

Άλλα μέρη στα οποία έχει παίξει είναι:

 

  • Μανταμάδος, σε γάμους και πανηγύρια από τα μέσα της δεκαετίας του 1950:

Καλό πανηγύρι ήταν ο Μανταμάδος των Ταξιαρχών, τρεις μέρες!

 

  • Συκαμιά, σε γάμους και πανηγύρια, όπως αυτό της Αγίας Φωτεινής και Σκάλα Συκαμιάς, σε γάμους και πανηγύρια, όπως αυτό του Αγίου Κήρυκα.

 

  • Παράκοιλα, στο πανηγύρι των Ταξιαρχών:

Στα Παράκοιλα μας έτυχε πολύ ωραίο γλέντι, να παίζουμε τρεις μέρες, των Ταξιαρχών, το χειμώνα που γίνεται, κουρασμένοι, ελεεινοί και να ‘ρθεί μια παρέα να μας βάλει να παίξουμε, αλλά παίξαμε και εμείς. Έτσι που μας φέρθηκαν, έτσι που μας φέρθηκαν και έτσι που μας βγήκε. Κάτσαμε, τους παίξαμε ‘καθίστε παιδιά, πιείτε μαζί μας, διασκεδάστε μαζί μας, ξαναπάρτε τα όργανα, ξαναπαίξετε’ ε, μας πλήρωσαν καλά.

 

  • Στύψη, σε πανηγύρια και σε διασκεδάσεις στα καφενεία κυρίως τη δεκαετία του 1960.

Στύψη, Πελόπη υπήρχαν άνθρωποι έτσι άγριοι μέσα, που εκτονωνόταν έτσι απάνω σου. Τώρα μπορώ να πω ότι έχει αρχίσει να γενικεύεται αυτό. Και τώρα μπορεί να πηγαίνει κάποιος στη Στύψη και να δουλεύει, εγώ δεν πάω, αλλά είναι αυτοί οι άνθρωποι που είναι τώρα νεολαίοι και βρίσκουν τον άλλον που ταιριάζουν μαζί. Αυτή την εποχή, γύρω στο 1960 ταιριάσαν με εμάς […]. Στη Στύψη για παράδειγμα, πιάναμε δυο-τρία μαγαζιά και μαζεύαμε και άλλους και κάναμε γκρουπάκια – γκρουπάκια και τα πλαισιώναμε.

 

  • Πελόπη, σε πανηγύρια και σε διασκεδάσεις στα καφενεία ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960.

 

  • Μυτιλήνη, εργάστηκε ως δάσκαλος μουσικής στο Ωδείο «Νίκος Σκαλκώτας» την πρώτη περίοδο λειτουργίας του στη Μυτιλήνη, το 1981.

 

Ο Ε. Κυριακόγλου ανέφερε ορισμένες «δύσκολες» καταστάσεις που αντιμετώπισαν ως κομπανία την δεκαετία του 1960:

Βεβαίως, [τα τραγούδια που απαγορευόταν να παίζουν οι ορχήστρες] ήταν γραμμένα όλα. Καταρχήν, πρώτα τον πατέρα μου, τον ξέραν ότι είχε ανακατευτεί με τα «Εάμια» [Ε.Α.Μ.] τότε, και τον είχαν σταμπαρισμένο. Μας πήραν στην Αγιά Παρασκευή και μας βάλαν να παίζουμε του ‘Αετού το γιό’, για να πούμε ‘μείς ότι δεν το παίζουμε και να μας δείρουν. Επίτηδες, όλη μέρα! Όλη μέρα ‘Του Αετού το γιο’ θα παίζετε!. Ε, αυτοί οι εθνικόφρονες το παραγγέλναν. Όχι οι αστυνομικοί, οι αστυνομικοί μας φερθήκαν πιο καλά, γιατί στην Αγιά Παρασκευή δεν πηγαίναμε μόνο εμείς, πηγαίναν και άλλοι. Λοιπόν, με τα νούμερα, με τις τραγουδίστριες και με όλα αυτά, γινόταν όργια εκεί μέσα, όλη η αφρόκρεμα τις είχε τις τραγουδίστριες και ξέρω ‘γω, και οι μουσικάντες όμως, άλλος το ρουφιάνο, άλλος τον γκόμενο ξέρω ‘γω. Εμείς πηγαίναμε εκεί βέβαια με τον πατέρα μας, αξιοπρεπείς, κάναμε την δουλειά μας και φεύγαμε. Λοιπόν κάποια στιγμή, μας ρίχνουν την βρωμιά και μας λένε ‘γιατί έρχονται και παίζουν αυτοί, οι κομμουνισταί;’, διώξ’ τους! Αυτά τα είπαν στον αστυνόμο, στον αστυνόμο, διώξ’ τους αυτούς. Και πιάνει ο αστυνόμος τον πατέρα μου και του λέει, μου είπαν αυτό το πράμα να σας διώξω από το χωριό, αλλά επειδής σας βλέπω ότι είστε μια οικογένεια αξιοπρεπής και ξέρω ‘γω, για αυτό δεν ξέρω, φρόντισε και εσύ να είσαι λίγο […] και εγώ δεν θα σας διώξω […].

[…] Ήταν ένα μαγαζί στην Πέτρα, μας δείραν! Της Παναγίας [στο πανηγύρι], το 1960. Κάποια στιγμή, εμείς εδώ θελήσαμε να αλλάξουμε περιβάλλον, της Παναγίας γίνεται πανηγύρι στο χωριό μας, καλό πανηγυράκι είναι. Ε, λέμε τότε, δεν πάμε και στην Πέτρα, πιο μεγάλο χωριό, πιο μεγάλος χώρος να δουλέψουμε, είμαστε και ανερχόμενο συγκρότημα. Πού να πάμε λοιπόν, πήγαμε σε ένα γωνιακό καφενείο, ‘Ναι, αλλά θέλουμε την μπαταρία, δεν είχε ρεύμα τότε, θέλουμε την κούρσα, θέλουμε να φάμε και να κοιμηθούμε’. Τρεις μέρες το πανηγύρι ασταμάτητα λέει αυτός ‘εντάξει’. Πάμε εκεί, αρχίζουμε τη δουλειά, ανερχόμενο συγκρότημα, νεαροί όλοι μας και αυτός από τον Μανταμάδο [ο Στρατής Γιαννής, κιθάρα] ήταν νεαρός τότε και εγώ ήμουν πιτσιρίκος και ο αδερφός μου νεαρός, ο άλλος από την Αγία Παρασκευή και αυτός νεαρός, ο πατέρας μου, ομορφόπαιδα και καλή μουσική, τραγούδια πολλά, μοντέρνα και λαϊκά, ό,τι θες. Κόσμος! Έπεσε όλος απάνω μας! Τελειώνει η πρώτη βραδιά, περιμένουμε να φάμε τίποτα. Νηστικοί λοιπόν, παίρνουμε μια κουβέρτα και πήγαμε εκεί μέσα στα περιβόλια, καλοκαίρι τώρα της Παναγίας. Γυρίζουμε πάλι, ξαναπιάνουμε δουλειά, είπαμε να φύγουμε, αλλά έλα ντε που δουλέψαμε και ξέρω ‘γω. Ξαναγυρίζουμε το βράδυ, να πάλι δουλειά φουλ! Την τρίτη βραδιά φουλ! Την τρίτη βραδιά κατά τις τρεις η ώρα έσπασε το πανηγύρι, σταματήσαμε και ‘μεις, όλοι είχαν κλείσει, εμείς τελευταίοι. Εγώ μάζευα τα τύμπανα, αυτοσχέδια τα έδενα, όχι όπως τώρα που είναι αυτοματισμένα και ξέρω ‘γω, τα έδενα μ’ ένα σπάγκο τα σίδερα που είναι στα τρίποδα αυτά. Ο πατέρας μου, σαν πιο μεγάλος, σαν αρχηγός ας πούμε, εμείς οι άλλοι σαν πιο μικροί μαζεύαμε ας πούμε, ο πατέρας μου πήγε, ήταν μια παρέα μεγάλη – τα γκαρσόνια, αυτός ο καφετζής και δεν ξέρω ποιοι άλλοι – και τα πίναν. Ο πατέρας μου πήγε να τους χαιρετήσει, περιμένοντας το ταξί να ‘ρθεί να μας πάρει. Μόλις πήγε ο πατέρας μου να πει καληνύχτα, ξέρω ‘γω, να πει και του χρόνου τέλος πάντων και τα τυπικά, λέει αυτός τότε ‘δεν είσαι εντάξει’, έτσι ξαφνικά, ‘δεν είσαι εντάξει’. Ο πατέρας μου δε μιλάει, αυτός δευτερώνει, ‘δεν είσαι εντάξει’! Λέει τότε ο πατέρας μου ‘ε αφού το λες έτσι θα σε αποδείξω ότι εσύ δεν είσαι εντάξει’. Είχε στο νου του να τον πει ότι τη συμφωνία που είχαμε δεν την τήρησε, ούτε κούρσα, ούτε τίποτα. Αυτός, αντί απάντηση, πιάνει ένα ποτήρι και το ρίχνει πάνω στον πατέρα μου και τον πιάνει εδώ [στο πρόσωπο], και κατευθείαν όλο το τσούρμο αυτό πέφτει πάνω στον πατέρα μου, μας την είχαν στημένη. Εγώ, πώς μου φάνηκε, μόλις είδα τον πατέρα μου έτσι και του δίνω τα σίδερα. Αυτός λοιπόν, ο πατέρας μου ήταν δυνατός άνθρωπος, είχε κάνει στον πόλεμο, έτσι λεβέντης, έμπαινε σε όλα μέσα, δεν έκανε πίσω με τίποτα. Έπιασε τα σίδερα στο χέρι του, αποτραβήχτηκε λίγο ‘μην τολμήσει κανείς λέει και έρθει κοντά μου γιατί τέλειωσε!’. Ένας δεν άκουσε την συμβουλή του και πάει να ορμήσει να πούμε και τον δίνει μια και τον ξαπλώνει κάτω, οι άλλοι συρθήκαν. Αυτός ο Μανταμαδιώτης, ο παπουτσής [ο Στρατής Γιαννής] τα είχε καλά με τις αστυνομίες, πηγαίνει γρήγορα, έτρεξε στον σταθμό να ειδοποιήσει την αστυνομία να έρθει τέλος πάντων, να δούμε τι θα γίνει. Ξυπνάει τους αστυνόμους, τι τους ξυπνάει, ξύπνιοι ήταν, έρχονται αυτοί, και αντί να πουν ‘τι έγινε ρε παιδιά’ αρχίζουν και βαράν εμάς! Αρχίζουν και βαράν εμάς με τους ζωστήρες, μας παίρνιν μέσα. Μας παίρνουν μέσα και τι λίγα, τι πολλά, μας κρατήσαν μέχρι την αύριο. Κάποιος πάλι χωροφύλακας μας γλίτωσε, ένας χωριανός μας από εδώ που ήταν στον Μόλυβο, πήγα εγώ και τον φώναξα και μας γλίτωσε. Η ουσία ήταν ότι αυτός είχε ένα γιο που ήθελε να τον κάνει αξιωματικό, και για να γίνει αξιωματικός ο γιος του, έπρεπε να κάνει όλες του τις σπιουνιές του, έπρεπε να δείρει και έναν κομμουνιστή! Και μέσα στο χωριό του μέσα βέβαια δεν τολμούσε να δείρει ένα κομμουνιστή, είδε τον μουσικάντη τον περιπλανώμενο και είπε ψέματα ότι πήγε ο πατέρας μου και γύρευε την κομμουνιστική εφημερίδα την ‘Αυγή’, να διαβάσει ‘Αυγή’. Αν είναι δυνατόν, τώρα ο πατέρας μου, πήγαμε τώρα εμείς να δουλέψουμε και τα χρόνια αυτά του 1960, που δεν τολμούσες να ανοίξεις το στόμα σου, να πάω εγώ μέσα σε ξένο χωριό να γυρεύω ‘Αυγή’, αν είναι δυνατόν! Ψέματα δηλαδή, συκοφαντίες! Και πήγες να γυρέψεις ‘Αυγή’ και παλιοκομμούνα, και σήκωσε ο αστυνόμος τον πατέρα μου να τον χτυπήσει, και ο πατέρας μου αντέδρασε ξέρω ‘γω και ήρθαν στα χέρια. Και τον είχαν έτοιμο μετά τον πατέρα μου να τον στείλουν [εξορία].

 

Σημαντικοί σταθμοί και γεγονότα στην επαγγελματική του ζωή ως μουσικός:

Συμμετέχει στο CD ΠΕΚ 9-10 (έκδοση 1997), Α15 και Α16. Παίζει ακορντεόν σε συνεργασία με τον πατέρα του Μενέλαο στο τρομπόνι και τον αδερφό του Μιχάλη στο βιολί, στους σκοπούς: «Φωκιανός» (Α15) και «Νυφιάτικος Σμυρνιός» (Α16).

 

 

Από πού προμηθευόταν/προμηθεύεται μουσικά όργανα:

Ο Ε. Κυριακόγλου σε νεαρή ηλικία κατασκεύαζε ο ίδιος, μαζί με συνομήλικούς του, αυτοσχέδια μουσικά όργανα, για τα οποία ανέφερε:

Τα φτιάχναμε με τα καλάμια, αυτά που κάνουν σκούπες που φυτεύαμε εδώ κάτω. Τότες τις σκούπες δεν τις πουλούσαν, όπως τώρα στα καταστήματα. Βάζανε στα περιβόλια μέσα αυτό το φυτό, το οποίο μεγάλωνε και κόβαμε τις φούντες και κάνανε τις σκούπες. Εμείς παίρναμε από τα αποκόμματα λοιπόν, και αυτό το καλάμι έχει την ιδιότητα, σαν ζαχαροκάλαμο είναι, ιδιότητα να κάνει ένα φούσκωμα στο μέσον, στο φλοιό απάνω κάτι σαν αυλάκι με δυο φουσκώματα. Εμείς λοιπόν το εκμεταλλευόμασταν αυτό, το κόβαμε αυτό με το σουγιά, το ανυψώναμε το φούσκωμα αυτό και γινόταν σαν χορδή. Επειδή το καλάμι έχει τον κόμπο από την μια και από την άλλη και ήταν πια έτοιμο αυτό, σαν τόξο. Βάζαμε δυο ξυλάκια το ένα από την μια και το άλλο από την άλλη και ανασηκώναμε αυτό και έβγαζε κάποιον ήχο. Τώρα, εάν εμείς θέλαμε να κάνουμε βιολί, βάζαμε δυο σκουπόξυλα τέτοια, αν θέλαμε να κάνουμε σαντούρι βάζαμε περισσότερα και το κόβαμε εκεί στο σχέδιο του σαντουριού […].

 

Αναφέρθηκε επίσης στα όργανα που έφερε ο παππούς του, όταν επέστρεψε από την Αμερική τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα:

Αυτουνού του Βαρελτζή, επειδή ήταν ανιψιός του παππού μου, του έφερε [ο παππούς μου] δύο όργανα από την Αμερική, ένα εμφώνιο και ένα τρομπόνι, του έφερε […] Δεν νοήτω μουσική χωρίς πνευστά! Όπως τώρα ας πούμε λένε την Βαλκανική ορχήστρα, αυτοί ήταν εδώ στον τόπο μας. Βαλκανική ορχήστρα, αυτοί που λένε, τρομπόνι, τρομπέτα, με όλη την σειρά, εμφώνιο, κλαρίνο. Νταούλι, βέβαια πάντα, το νταούλι πάντα συνόδευε. Δεν είχε τα ντραμς που λέμε τώρα, αυτά τα σύγχρονα, ήταν μόνο το νταούλι. Μάλιστα ήταν με προβιές από κατσίκια, το δέρμα από κατσίκι το βάζαν στον ασβέστη, και έπεφτε η τρίχα. Βέβαια, και εγώ έχω φτιάξει τέτοιο […]. Φτιάξαν όργανα, φτιάξαν, αλλά όχι ας πούμε για κάποια, για δική τους χρήση, όχι για εμπόριο. Ναι, ήταν οι Παπαδοπουλέοι [ή ‘Μουμτζήδες’], αυτοί που φτιάξαν σαντούρια και μαντόλες, σαν μαντολίνο ας πούμε και παίζανε, ναι […].

[…] Όλα τα όργανα είναι δύσκολα και εύκολα ταυτόχρονα, το βιολί βέβαια επειδή θέλει την […], στο σκοτεινό σημείο πρέπει να δουλέψει το αυτί σου, αλλά και στην κορνέτα πρέπει να δουλέψει το αυτί σου. Ειδικά που όταν πατάς τον ήχο πρέπει να τον καρφώνεις εκεί που είναι σωστά. Ξέρεις τώρα, παίζω κιθάρα ας πούμε, πατάς, ξέρεις εδώ είναι το Σολ, εδώ το Λα, το Μι, το πατάς το ξέρεις να το πατάς, αλλά το δάχτυλο αντιδρά δεν πάει. Πρέπει να κάνεις άσκηση για να πάει, δηλαδή τώρα εγώ ότι ξέρω και ότι όργανα ξέρω, εάν τα αφήσω και δεν τα δουλέψω, είμαι τελειωμένος, δεν είμαι τίποτα.

 

Ρεπερτόριο:

Ο Ε. Κυριακόγλου παίζει όλους τους τοπικούς σκοπούς και τα τραγούδια της Λέσβου, τους μικρασιάτικους σκοπούς και τραγούδια καθώς επίσης και σκοπούς γνωστούς στην ηπειρωτική Ελλάδα τους οποίους έμαθε να παίζει κατά τη στρατιωτική του θητεία στο Διδυμότειχο. Παίζει επίσης λαϊκά και ρεμπέτικα, τα οποία καθιερώθηκαν στο ρεπερτόριο των πανηγυριών και των διασκεδάσεων από τη δεκαετία του 1950 και έπειτα. Επιπλέον, στις χοροεσπερίδες στις Λέσχες, αλλά και ως ένα βαθμό στα πανηγύρια, παίζει τα επονομαζόμενα «ευρωπαϊκά», δηλαδή τραγούδια και σκοπούς από επιθεωρήσεις, αλλά και ταγκό, βαλς, φοξ κ.α.:

Πάντοτε αλλάζουν τα τραγούδια. Αυτά τα ‘Ιμιτλερίμ’, που την πήρε μετά και την έκανε ο Νταλάρας, όλα αυτά, τα παραδοσιακά μας τα συρτά και οι καρσιλαμάδες, είναι μείξη, μείξη, Αιολική γη. Αυτά που παιχθήκαν ύστερα, παίζαμε εμείς κάποια τέτοια κομμάτια που, ας πούμε ‘Βάλε με απ’ το ντουβάρι’, που είπε μετά από πόσα χρόνια η Μοσχολιού ή η Αλεξίου που επανέκδωσε κάτι, αυτά τα λέγαν εδώ στο χωριό μας! ΄Η το ‘Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία’, αυτά τα λέγαν εδώ μέσα, όποιος μεθούσε τα τραγουδούσε ας πούμε […]. Αυτά τα ‘Ξύλα’ [ο σκοπός] είναι πατινάδα, του δρόμου, είναι αυτό. Είναι το ‘Ερ Καζιλέρ ’, ένα άλλο, έτσι λέγεται. Είναι και αυτό του δρόμου. Είναι ένας άλλος ‘Κασιδιάρ’ς’ και αυτό έτσι, του δρόμου είναι.

 

Για τον σκοπό που παίζουν στις κηδείες ανέφερε:

Πρέπει να είναι κομμάτι παρμένο από την κλασσική μουσική. Βρήκαν κάποιο από την κλασσική μουσική και το δουλέψαν εκεί το κομμάτι αυτό και το βγάλαν. Άλλο έχουμε εμείς εδώ [διαφορετικό από αυτό που παίζουν στην Αγιάσο].

 

Το ρεπερτόριο στα πανηγύρια:

Ήταν με τη σειρά, κοίταξε σειρά: Συρτός, ζεϊμπέκικο, καρσιλαμάς, μπορεί να είχε γυναίκες, γυναικοπαρέα, τότε και κανένα καλαματιανό, ίσως και κανένα ταγκό, ίσως ξέρω ‘γω και το τελευταίο που παίζαμε ήταν το χασαποσέρβικο. Λοιπόν αν άκουγες Χασαποσέρβικο έλεγες τώρα αλλάζει η σειρά. Λοιπόν κάθιζε αυτός κάτω, και σου έγνεφε ο άλλος δίπλα, εγώ θέλω να χορέψω.

 

Ο Ε. Κυριακόγλου υπογράμμισε επίσης ότι το ρεπερτόριο προσαρμοζόταν, ανάλογα με τις απαιτήσεις και τις διαθέσεις του κοινού:

Βέβαια, δεν μπορείς να παίζεις τραγούδια του Πάριου σ’ έναν που θέλει τσάμικο ας πούμε ή σ’ έναν άλλον που θέλει τον Μαργαρίτη! Και είναι και δύσκολο αυτό σε μας, δεν έχουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα εμείς όταν παίζουμε, δεν πάμε με συγκεκριμένο πρόγραμμα, όσες φορές το κάναμε δεν βγήκε και τίποτα. Αμέσως βλέπεις, μόλις μπαίνεις σε ένα μαγαζί και βλέπεις ότι εδώ κάθεται αυτός και αυτός, λες το πρόγραμμα θα είναι αυτό. Και συνήθως, γιατί εγώ τραγουδάω και παίζω κιόλας, το λέω κατευθείαν, τα έριξα λοιπόν και άρα τους έφερα, κατευθείαν διαμορφώνεται ένα πρόγραμμα μέσα σ’ αυτό το χώρο […]. Άμα πας ας πούμε σ’ ένα χωριό, παίζεις τώρα συρτό ας πούμε, αρχίζεις να παίξεις ένα που λέμε ‘Αραβικός συρτός’, είναι αργός συρτός, άμα το παίξεις ας πούμε κάτω στη Γέρα, δεν κάνεις τίποτα, εκεί θέλει τα ‘Ξύλα’. Ενώ εδώ στην Κάπη, στην Στύψη, στην Αγία Παρασκευή το ζητούν αυτό το πράμα, το θέλουν αυτό.

 

Για τα αντιστασιακά τραγούδια, ο Ε. Κυριακόγλου ανέφερε:

Το 1960 που έφτασα εγώ, τα τραγούδια αυτά τα αντιστασιακά ‘Βροντάει ο Όλυμπος’ και ξέρω ‘γω, αυτά ήταν θαμμένα. Δεν τολμούσε κανείς να τα […], ούτε να τα ψιθυρίσει, ούτε και υπήρχαν πουθενά. Ήταν του Θεοδωράκη τότε που πιάσαν να εμφανίζονται: ‘Η Μυρτιά’, ‘Είσαι μικρός και δεν χωράς’, τέτοια ας πούμε. Αυτά κυνηγούσαν σαν τραγούδια, αλλά δεν ήταν αυτό, τα τραγούδια που σε κυνηγούσαν, αλλά για το τι έκρυβες εσύ […]. Οι εθνικόφρονες, ήταν ‘Του Αετού ο γιος’, ο βασιλιάς δηλαδή, ‘Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά’, το λέγαν αυτό οι εθνικόφρονες όταν θέλαν να κάνουν αυτοί την έξαρσή τους, το ‘Γρίβα που σε θέλει ο βασιλιάς’ και κάτι τέτοια βασιλικά τραγούδια.

 

Αμοιβή:

Για την αμοιβή των μουσικών ο Ε. Κυριακόγλου ανέφερε:

Καλό πανηγύρι ήταν ο Μανταμάδος των Ταξιαρχών, τρεις μέρες, ήταν της Συκαμιάς, της Σκάλας Συκαμιάς, ο Άγιος Κύρηκας. [Στη Συκαμιά γιορτάζουν] την Αγία Φωτεινή, είναι αυτή την εβδομάδα. Ε, πάντοτε [πληρωνόμασταν] με την χαρτούρα, φιλοδώρημα. Με συμφωνίες πας, μην το συζητάς, αισχρές καταστάσεις! […]. Η αμοιβή στα πανηγύρια ήταν πάντοτε με τη ‘χαρτούρα’ , φιλοδώρημα. Οι καφετζήδες απλώς είχαν το προνόμιο να σε παίρνουν ή να σε απορρίπτουν. Αυτές τις εποχές δεν πλήρωσαν οι μαγαζάτορες τους μουσικούς ποτέ, ούτε να το σκεφτείς! Αφού ούτε ένα πιάτο φαΐ δεν σου βάζαν να φας! Εκεί που πεινούσαμε εμείς παιδιά, πιτσιρίκια, ξέρεις τι είναι να παίζεις τρεις μέρες και να είναι η κοιλιά σου να πούμε λόρδα! […].

[…] Τα νούμερα [που καθορίζουν τη σειρά στον χορό] καθιερώθηκαν άμα ο κόσμος άρχισε να γλεντάει με πολλή πίεση, κάποια χρήματα, που ανέβηκε το επίπεδο ας πούμε, όλοι είχαν χρήματα και άρχισαν το ποιος είμαι εγώ και ποιος είσαι εσύ […] Εμένα δεν έτυχε να [με πληρώσουν σε είδος]. Γι’ αυτά λένε μερικές ιστορίες.

 

Για τη συμπεριφορά των γλεντιστών απέναντι στους μουσικούς ο Ε. Κυριακόγλου επισήμανε:

Το μόνο που ήταν ας πούμε, ήταν ότι μόνο σε κάποια χωριά, όταν πήγαινες δεν σ’ αφήναν να φύγεις, εκεί επιμέναν να σε ξημερώσουν, να σε τυραννάν, αυτό μονάχα. Τα γλέντια τα κάνουν οι άνθρωποι και οι άνθρωποι υπάρχουν παντού. Όταν τύχεις ας πούμε σε κάποιο χωριό, υπάρχουν οι γλεντζέδες του, έχει και τους ‘τσαμουρτζήδες’ του, που λέμε εμείς. Λοιπόν, στα Παράκοιλα μας έτυχε πολύ ωραίο γλέντι, να παίζουμε τρεις μέρες, των Ταξιαρχών, το χειμώνα που γίνεται, κουρασμένοι, ελεεινοί και να ‘ρθεί μια παρέα να μας βάλει να παίξουμε, αλλά παίξαμε και εμείς. Έτσι που μας φέρθηκαν, έτσι που μας φέρθηκαν και έτσι που μας βγήκε. Κάτσαμε, τους παίξαμε, ‘καθίστε παιδιά, πιείτε μαζί μας, διασκεδάστε μαζί μας, ξαναπάρτε τα όργανα, ξαναπαίξετε’. Ε, μας πλήρωσαν καλά. Το ‘παίξε ρε!’, τι σου κάνει εκείνη την ώρα; Γιατί η μουσική παίζεται με την ψυχή, δεν παίζεται με το […], και αν είσαι και λίγο συναισθηματικός. Δηλαδή είναι και μερικοί από μας [τους μουσικούς], που σηκώνουν το ‘παίξε ρε!’, γιατί είσαι έτσι συναισθηματικά ή είναι, ξέρω ‘γω τι είναι, εγώ δεν μπορώ αν μου πεις ‘παίξε ρε!’, δεν παίζω. Τα παρατάω και φεύγω κι ας μου ρίξεις και εκατομμύριο, τα παρατάω και φεύγω, δεν μπορώ να το κάνω! Μπορεί να παίξω σε κάποιον τσάμπα, τελείως, όμορφα, διασκεδαστικά, αν μου αρέσει αυτό που κάνω […]. Στύψη, Πελόπη υπήρχαν άνθρωποι έτσι άγριοι μέσα, που εκτονωνόταν έτσι απάνω σου. Τώρα μπορώ να πω ότι έχει αρχίσει να γενικεύεται αυτό. Ναι, πολύς κόσμος και από το χωριό μας για παράδειγμα, που δεν γινόταν εδώ αυτά τα πράγματα, άρχισε να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο, έτσι. Ενώ έπρεπε, μορφώνεται ο κόσμος, να πάει προς τα πάνω, εμείς πάμε προς τα πίσω σ’ αυτό το θέμα.

 

Σύμφωνα με τον Ε. Κυριακόγλου οι αμοιβές των μουσικών ήταν καλύτερες τη δεκαετία του 1960 και μέχρι το 1974:

Πήραμε καλά λεφτά, δουλέψαμε πολύ καλά αυτές τις εποχές. Από το 1960 άρχισε η άνοδος, σιγά-σιγά, λίγο-λίγο και το αποκορύφωμα ήταν η Χούντα. Η Μυτιλήνη διατηρούσε κάποια ιδιαιτερότητα στα γλέντια της μέχρι το 1974 που ήρθαν εδώ οι φαντάροι. Από εκεί και ύστερα έχουμε την πτώση της Μυτιλήνης. Ε, ήρθε ξένο πολιτιστικό υλικό ας πούμε, μπήκε μέσα, για παράδειγμα αυτό, που χορεύουν πάνω στα τραπέζια […]. Κατά καιρούς πήραμε όλα τα χωριά της Μυτιλήνης βόλτα, όταν αυτά ανθούσαν. Ξέρεις κάποια χωριά, μερικές φορές έχουν μια έξαρση οικονομική ίσως, πολιτιστική, δεν ξέρω. Λοιπόν και είναι, γιατί συνήθως τις καταστάσεις τις κάνουν οι νεολαίοι, αυτά. Ταιριάζουν νεολαίοι τέτοιοι που έχουν την τάση να διασκεδάσουν όμορφα ή έχουν χρήματα και μπορούν να τα ξοδέψουν ή δεν ξέρω τι ή γιατί αυτός ο τύπος του ανθρώπου ταιριάζει σε μένα σαν μουσικό. Αυτή την εποχή γύρω στο 1960 η Στύψη ταιριάσαν με μας. Πας μια φορά [σ’ ένα χωριό], τα ‘κονομάς, λες ‘πήγαμε να πούμε έτσι και τα ‘κονομήσαμε’. Πάει και ο άλλος και τα ‘κονομάει και γίνεται τ’ όνομα [του χωριού ότι έχει μερακλήδες].

 

Για τις αμοιβές και τον διακανονισμό ανάμεσα στα μέλη του συγκροτήματος, ο Ε. Κυριακόγλου ανέφερε:

Πολλά χρήματα ήταν τότε, μην τα συζητάς! Στην Αγιά Παρασκευή, μια εποχή που πηγαίναμε, οι γυναίκες εδώ στις ελιές πληρωνόταν 11 δραχμές την ημέρα, το 1950 τόσο με 1960, και οι άντρες παίρναν από 20 μέχρι 25 [δραχμές μεροκάματο στις ελιές]. Εμείς πηγαίναμε στην Αγιά Παρασκευή τη βδομάδα και παίρναμε 1.000 δρχ. και ερχόμασταν! Ο καθένας! Ο πατέρας μου [τα διαχειριζόταν τα χρήματα]. Εμένα δεν μου έδινε καθόλου, στον αδερφό μου έδινε με τα χίλια ζόρια, μαλώναν για να τα πάρει. Βέβαια στη μοιρασιά [το μερίδιο ήταν ισάξιο], αφού δουλεύαμε όλοι, αφού ήμασταν και τα βασικά στελέχη εμείς. Εφόσον και εγώ ήμουνα μέσα στα βασικά στελέχη. Δηλαδή ήμασταν μικροί μεν, αλλά ήμασταν και δυναμικοί! […].

[…] Ε, τώρα δεν έχει πάρα πολύ, γιατί πληθύναμε σαν μουσικοί, γίναν αυτά, μαγαζάκια που βάζουν δυο-τρεις μέσα, ξέρεις όσο να είναι, σπάει το αντικείμενο. Ξεσπάει ο άλλος [διασκεδάζει ο κόσμος]. ‘Να’ λέει ο άλλος ‘θα πάω, γάμο θέλω να κάνω, θα πάω στην ‘Αρετούσα’ ας πούμε, έχει και μια ορχήστρα εκεί, ό,τι και να είναι, μπήκα εκεί, αυτή είναι η ορχήστρα, ό,τι είναι θα την ακούσω και θα διασκεδάσω’. Ενώ τώρα, για να με πάρει εμένα, πρέπει να με προκαταβάλλει και να με πει ‘έλα’ κι εγώ θα του πω ‘τόσα’ και συμφωνίες και ξέρω ‘γω και τα αποφεύγει ο άλλος. Είναι θέμα ‘Κοντραμπάτο’, σε βλέπω τώρα εσένα εγώ, λέω, τον έχω ψυχολογήσει τον Γιάννη τώρα εγώ. Τώρα σε κάθε χωριό τους έχουμε ψυχολογήσει. Μου λες ‘έλα να παίξεις στον γάμο, πόσο θέλεις;’ Α, ξέρω τι είσαι ε , σου λέω ‘Α, ρε Γιάννη δεν θέλω τίποτα’. Δεν θέλω τίποτα, γιατί ο Γιάννης ξέρω ότι είναι συνεπής. Αν όμως ξέρω ότι ο Γιάννης δεν είναι, θα του πω θέλω τόσα. Εδώ μέσα στο χωριό παράδειγμα, άμα γίνει γάμος σε κανέναν δεν έχουμε πει ότι θέλουμε χρήματα [από πριν]. Ξέρουμε όμως ότι αυτό που είναι να γίνει, θα γίνει [χρηματικά], τώρα σε άλλον θα γίνει πέντε, σε άλλον θα γίνει εφτά, σε άλλον θα γίνει έξι, πάντως θα γίνει, ξέρουμε την δύναμη του καθένα.

 

Για την αμοιβή στις κηδείες, ανέφερε:

Όταν ήταν πλούσιος αυτός, όταν ήταν νέος αυτός που πέθανε ή αν το επιθυμούσε ας πούμε, τότε [παίζαμε]. Οι πενθούντες πλήρωναν, το σόι, αυτός που έκανε την κηδεία.

 

Κοινωνική θέση των μουσικών:

 

[Σχετικά με το συμβολισμό της λέξης ‘μουσικάντης’] Μουσικούς και τώρα ακόμα δεν μας λένε. Ε, ξέρω ‘γω τώρα, τον μουσικό εδώ στην Ελλάδα δεν νομίζω […]. Να! Να σε πω εγώ το άλλο, χθες συγκεκριμένα, έγινε εδώ μια κασέτα, η καταγραφή ‘Βάγιες’, ένα έθιμο για το πως γίνονται οι ‘Βάγιες’, έγινε και ένας μικρός πρόλογος, το χωριό μας έτσι – αλλιώς […]. Αυτό που είδα, κάποια στιγμή μιλάει και για πνευματικούς ανθρώπους. Ποιοι νομίζετε ότι είναι οι πνευματικοί άνθρωποι ενός χωριού; Και οι μουσικοί ούτε καν! Αναπνοή μέσα, ούτε καν αναπνοή ότι υπάρχει μια ορχήστρα, είπαν ότι υπάρχει ένα χορευτικό, το οποίο εγώ έκανα, εγώ ανέδειξα, είπαν ότι υπάρχει ένας ζωγράφος και ποιητής, ότι υπάρχει ένας συγγραφέας, αλλά ούτε κουβέντα ότι υπήρχαν και δυο μουσικοί.

 

Επαφές – επιρροές από άλλες περιοχές του Βορείου Αιγαίου και τα Μικρασιατικά παράλια στα μουσικά δρώμενα:
Για τις επαφές με τα απέναντι Μικρασιατικά παράλια επισήμανε ότι:

Ναι, ναι έτσι γίνονταν. Αμέ! Αμέ! Ο παππούς μου πήγαινε. Α, δεν θυμάμαι να σας πω ακριβώς, ούτε και σε ποια πανηγύρια. Αλλά πιο πολύ πήγαιναν σε γάμους. Και Τούρκων, είχαν σχέσεις βέβαια τότε. Ναι, πάντως πήγαιναν εκεί, μου ήρθε τώρα έτσι που μου το λες, ότι είχε πει ότι πήγαν σε Τούρκο και μάλιστα θέλαν να τον κάνουν και γαμπρό λέει! Από το Γενί λιμάνι κάτω είχε καΐκια και πήγαιναν. Τώρα εδώ κάτι κιούπια, κάτι παλιά ξύλα, ερχόταν από εκεί, από το Γενί λιμάνι. Στην Σκάλα Συκαμιάς δεν υπήρχε ακόμα τότε λιμάνι.

 

Ακροατές – γλεντιστές:

Για τον τρόπο διασκέδασης του κόσμου στα καφενεία στην Κάπη, όπως και σε άλλα χωριά της Λέσβου, ο Ε Κυριακόγλου ανέφερε:

Σπάγανε, μερικοί άγρια, μερικοί όμορφα. Έτυχα σε γλέντι, να διασκεδάζει η παρέα και να παίρνει κάποιος, ίσως αυτός που τα είχε [πολλά χρήματα], που ήταν και ο κεφιτζής ας πούμε της παρέας, έπαιρνε το τραπέζι ολόκληρο ευγενικά και πήγαινε στο μέσον του μαγαζιού και τα άδειαζε! Ήταν και άλλοι που άρπαζαν και σπάζαν και άγρια ας πούμε, να σε χτυπήσουν, να χτυπηθείς ενδεχόμενα. Δεν ήταν απαραίτητο να ήταν σε χωριά συγκεκριμένα να σπάνε, μπορεί σε κάθε χωριό να βρισκόταν ας πούμε αυτοί ή που κάναν το κέφι, που σπάγαν όμορφα ή να βρεθεί ο ανάποδος, αυτός που […], όχι όμως πολλά πράματα, σπασίματα. Μετά τα σπασίματα γίναν, πριν τη Χούντα, κάπου εκεί πρέπει να ήταν, που δήθεν τα κέντρα πήραν μια, ξέρεις τα ‘σκυλάδικα’, ναι κάπου εκεί άρχισε να μολύνεται η ατμόσφαιρα ας πούμε. Ενώ τα σπασίματα ήταν έτσι, χωρίς ουσία ας πούμε. Η Μυτιλήνη διατηρούσε κάποια ιδιαιτερότητα στα γλέντια της μέχρι το 1974 που ήρθαν εδώ οι φαντάροι. Από εκεί και ύστερα έχουμε την πτώση της Μυτιλήνης. Ε, ήρθε ξένο πολιτιστικό υλικό ας πούμε, μπήκε μέσα, για παράδειγμα αυτό, που χορεύουν πάνω στα τραπέζια. Α, αυτός ο γέρος [Γιώργος Κραλλίδης ή ‘Κατζίκ’ς’ από την Κάπη) χόρευε μονάχα πάνω στο τραπέζι, αυτός ο γέρος ήταν ο μόνος που χόρευε πάνω στο τραπέζι και μάλιστα ήταν κοινό θέαμα γιατί χόρευε ο ‘Καντζίκ’ς ’, έτσι το λέγαν, γιατί χόρευε ο ‘Καντζίκ’ς’ πάνω στο τραπέζι.

[Υπήρχε περίπτωση να έρθει κάποια παρέα σε κέφι και να τους φωνάξουν να κατεβούν στο καφενείο, όποια ώρα της ημέρας ή της νύχτας και να ήταν] Ε! Βέβαια, αυγή, πρωί […]. Ειδών-ειδών καταστάσεις μπορεί να σ’ έπαιρνε κει η παρέα που διασκέδαζε και να γίνονταν και μια αρρεβώνα στο μέσον. [Οι γυναίκες στις καντάδες] βγαίναν, στο χωριό μας βγαίναν, αλλά οι γυναίκες, ποιες γυναίκες; Ε, οι κόρες αν πήγαινα να κάνω εγώ καντάδα δεν βγαίναν, ε, η κόρη δεν έβγαινε. Μπορεί όμως άμα ήταν φιλικό το περιβάλλον να βγει η οικοδέσποινα να κεράσει εκεί ή να πάει η παρέα μέσα στο σπίτι γιατί […], εκεί για να πας μέσα σ’ ένα σπίτι είχες τις προσβάσεις σου οπότε και τα παιδιά, οι κόρες, βγαίναν εκεί στην παρέα.

 

Φωτογραφίες

Βίντεο

Video Grid with Modal
Video 1
Video 2
Video 2
Μετάβαση στο περιεχόμενο