Παραλής Νίκος

Λέσβος

Τόπος γέννησης: Ερεσσός, Λέσβος

Χρόνος γέννησης: 1931

 Προσωνύμιο («Παρατσούκλι»):

Λαβίδας. Το παρατσούκλι, σύμφωνα με τον ίδιο, του το απέδωσαν οι συγχωριανοί του, παραλληλίζοντας την τέχνη του στο βιολί μ’ εκείνη του βιολιστή Λαβίδα από την Αθήνα.

 

 

Στοιχεία καταγωγής:

Ο Νίκος Παραλής γεννήθηκε στην Ερεσσό Λέσβου στις 24 Ιανουαρίου 1931.

 

 

Ιδιότητα:

Πρακτικός οργανοπαίχτης και τραγουδιστής.

Είμαι πρακτικός εγώ, δεν μπορώ να διαβάσω μουσική. Αλλά ξέρω όμως μουσική, όχι ότι δεν ξέρω μουσική. Δεν έχω μάθει να διαβάζω μουσική. Αλλά είμαι πρακτικός, στην πρακτική μουσική δηλαδή, αλλά ξέρω ποιά είναι τα μινόρε, τα ματζόρε, ποιά είν’ αυτά. Όλα αυτά τα ξέρω απ’ έξω. Αφού διδάσκω παιδιά, μαθαίνω παιδιά.

 

Παίζει μαντολίνο και κυρίως βιολί και ούτι. Για την απόκτηση του πρώτου βιολιού ο ίδιος αναφέρει:

Είχα ένα κουμπαρά τις μάζευα μέσα, μάζεψα πεντακόσιες δραχμές θυμάμαι. Το πρώτο το σπάσαν… Ήρθε ένας χωριανός μας, ένας γέρος, του λέω “το βιολί το πουλάτε;”, “το πουλάω”. Λέω, “πόσο;”, λέει, “πεντακόσιες δραχμές”… Αυτός ο γέρος έπαιζε, αλλά όχι καλά. Δεν το είχε για δουλειές, το ’χε για χόμπι, ας πούμε. Τέλος πάντων, το αγόρασα. Ήμουνα μικρός, δεκαπέντε χρονώ. Άμα θέλεις, κι έχεις όρεξη, όλα τα κάνει ο άνθρωπος. Κι άμα το πήρα κι ύστερα έμαθα και πήρα κι άλλο…Σπασμένο κομμάτια το πήραν οι γύφτοι, μου δώσαν πενήντα χιλιάδες, κομμάτια σου λέω. Ήταν το ξύλο, το ξύλο δεν ήταν καλό.

Για το πρώτο ούτι που απόκτησε συμπληρώνει:

Ε, το ούτι στα δεκαεφτά μου χρόνια. Το ‘47-’48, κάπου εκεί. Απ’ την Αθήνα το πήρα. Ε, πήγα, είχα ένα θείο εκεί πέρα και μου το ’στειλε.

 

Γονείς:

Ο πατέρας του, Δημήτρης καταγόταν από την Ερεσό. Η μητέρα του, Πουλχερία ήταν από την Ερεσό, αλλά η καταγωγή της ήταν από την περιφέρεια της Σμύρνης. Ο πατέρας του, όπως ανέφερε ο Νίκος Παραλής,

ήταν κηπουρός [μπαχτσεβάνης]. Εκεί στην Ερεσό. Σε δικά μας χτήματα. Παίρναμε και με νοίκ’ πολλές φορές βέβαια, γιατί δεν φτάναν. Είχαμε μονάχα δέκα στρέμματα και παίρναμε κι απ’ έξω νοίκιο, τα νοικιάζαμε. Βάζαμε ζαρζαβατικά, πατάτες, καπνά, καρπούζια, πολλά βάζαμε πολλά, πατάτες, καπνά. Τα δίναμε [σε εμπόρους], ερχόταν και τα παίρναν. Καμιά φορά δεν τα παίρναν κιόλας και τα πετούσαμε, τις πολλές φορές τα παίρναν όμως. Είχαμε κι ελιές, αλλά λίγες. Αμπέλια είχαμε. Τα βγάλαν τώρα, βγάζαμ’ κρασιά πολλά, ούζα. Τώρα τα χαλάσαμ’…Μέχρι που ήμουν δέκα χρονών, εφτά χρονών είχε αμπέλια πολλά! Πηγαίναν οι πιο παλιοί και σκάβαν τα αμπέλια.

 

Οικογενειακή κατάσταση:

Είναι παντρεμένος και έχει μία κόρη κι έναν γιό, καθώς και εγγόνια. Για τον γάμο του ο Νίκος Παραλής αναφέρει:

Εγώ παντρεύτηκα πια 36 χρονών. Είχα υποχρεώσεις οικογενειακές βέβαια, τα κορίτσια πάντρεψα πρώτα κι ύστερα. Έτσ’ το έχουμε εδώ, πρέπει να παντρέψεις τις αδερφές σου, κι ύστερα να παντρευτείς. Εγώ παντρεύτηκα μεγάλος. Αλλά έκανα παιδιά, πάντρεψα κιόλας, έγινα παππούς. Η γυναίκα μ’ είναι 8 χρόνια πιο μικρή από εμένα…Ε κάναν την προξενιά, είχα μια νύφη που μου τα κανόνισε αυτή. Κι έγινε…Εγώ πήγα στην Αθήνα το ’61 κι ήρθα το ’67, προς αρχάς το ’67 και παντρεύτηκα.

 

Μιλώντας για άλλους μουσικούς που υπήρχαν στην οικογένεια αναφέρει τον Βασίλη Παραλή (γ. 1936), αδερφό του. Παίζει σαντούρι, συχνά σε συνεργασία με τον αδερφό του Νίκο:

Ο αδερφός μου είναι 5 χρόνια πιο μικρός από μένα. Πήγε άμα είχα μάθει εγώ, του ’δειχνα κιόλας.

Αναφέρει και τον Κώστα Στρατέλλο, θείο του [αδερφό της μητέρας του] από την Ερεσό:

Έπαιζε βιολί και ούτι. Καλός! Σκοτώθηκε στον πόλεμο. Από την Ερεσό ήταν. Οι γονείς του είχαν έρθει από τη Μικρασία, στα χωριά της Σμύρνης.

 

Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα:

Ο Νίκος Παραλής ασχολήθηκε από μικρός με αγροτικές εργασίες, βοηθώντας τον πατέρα του στα δικά τους κτήματα, καθώς και σ’ αυτά που νοίκιαζαν, ενώ από τη δεκαετία του 1950 και μετά απασχολείται με την ελαιοκαλλιέργεια στα δικά του κτήματα:

Και εγώ δούλευα πολλές φορές, άμα δεν είχα δουλειά [με τη μουσική]… Είχαμε κι ελιές, αλλά λίγες. Τώρα έχουμε πολλές όμως, φτιάξαμε, από το 1950 κι ύστερα, φτιάξαμε πολλές ελιές.

 

Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο:

  • Ερεσός: 1931-1961 και 1967 μέχρι σήμερα [2007].

 

  • Αθήνα: 1961-1967. Έπαιξε μουσική σε διάφορα κέντρα και καφενεία της Αθήνας.

 

Προσωπική και οικογενειακή πορεία:

Παρουσιάστηκε το 1952 και απολύθηκε το 1954. Υπηρέτησε τη θητεία του στην Καλαμάτα. Πολέμησε στην Κορέα.

 

Γενικές γραμματικές γνώσεις, επίπεδο εκπαίδευσης, τυπικές & άτυπες μορφές εκπαίδευσης:
Απόφοιτος Δημοτικής Εκπαίδευσης.

  

Μουσική παιδεία:

Για την επιθυμία του να μάθει μουσική ο Νίκος Παραλής αναφέρει:

Πριν πάω πουθενά σε δασκάλους, σχολειό πήγαινα, είχα πάρει μια κολοκύθα πήγαινα ξαναπήγαινα σε μαραγκούς να μου κολλήσουνε ένα “ταβλάκι” από κάτω, σα μαντολίνο να πούμε, καμιά φορά με βαρεθήκανε, το κολλήσανε οι άνθρωποι… Ε, από κει ήθελε και κόρδες [χορδές] τώρα, πού να βρει τις κόρδες [κανείς]; Είχα ένα θείο και λέω, “ρε θείο μήπως έχεις πουθενά παλιές κόρδες, που βγάζεις και τα πετάς;” Μου λέει, “Έχω”. Μου ’δωσε μερικές κόρδες, έσκασα για να τις φτιάξω να τις βάλω απάνω. Από κει ξεκίνησα, απ’ την κολοκύθα αυτή που έκανα πρώτα, αλλά εγώ το κέφι μου το ’κανα. Ύστερ’ από κει, λέει, “να σε δώσω μαντολίνο να μάθεις”. Είχε καλό μαντολίνο αυτός. Απ’ το μαντολίνο ξεκίνησα και βιολί. Μαντολίνο άμα ξέρεις και βιολί είναι το ίδιο. Τα ίδια τα πατήματα έχουν. Έλα που ήθελα και ούτ’. Άμα το παίζαν οι παλιοί το ούτ’ που παίζαν, ωω, νύχτα προπαντός άμα τ’ άκουγα…Πάω μια μέρα λέω μπάρμπα-Κώστα έτσι κι έτσι, θέλω να μάθω βιολί. Μου λέει, “ε, μικρός είσαι ακόμα. Μπορείς να μάθεις;” – “Ε, λέω, θα δοκιμάσουμε, άμα δεν μπορώ…”. Πήγα μερικές μέρες, το τύπωνα με την πρώτη, πηγαίνανε τα χέρια μου, σ’ ένα χρόνο μέσα το βιολί πήγαινε καλά, σε δυο χρόνια μέσα έπαιζα, ήμουνα καλός. Έκανα για τη δουλειά και με πήρε ύστερα κοντά του.

 

Τα μαθήματα της μουσικής τα πλήρωναν οι γονείς του, γιατί, όπως συμπλήρωσε ο ίδιος:

Είδανε και ξαναείδανε ότι εμένα μου άρεσε από παιδί η μουσική και λέει, “άντε αφού θέλεις… ”. Εγώ σχεδόν τρία χρόνια πήγα και στους δύο τους δασκάλους. Δεν είχαμε άλλον, αυτοί μαθαίνανε». Για τους δασκάλους του συμπληρώνει: «Ο Παύλος ο Καρατζάς, έμενε στα Παράκοιλα και μου ’χει βάλει τον ήχο της βυζαντινής μουσικής μέσα και ο Κώστας ο Μεταξάς. Αυτός, τα τραγούδια που έπαιζε είχαν γλύκα, γλύκισμα…

 

Τέλος, για το κούρδισμα στο ούτι, ο Νίκος Παραλής διευκρινίζει:

Σολ, λα, μι, και σι, είναι το τούρκικο κούρδισμα. Τώρα το ’χω κουρδισμένο Ρε λα μι σι λα μι για δουλειά που πάω. Άμα θέλω να παίζω στο σπίτι μου, να κάνω πρόβες, που κάνω κάθε μέρα πρόβες, το κουρδίζω στο Σολ». Το «τούρκικο» κούρδισμα το έμαθε από τον Γιώργο Ζαμπαρά. Όταν παίζει ούτι δεν χρησιμοποιεί το μεσαίο δάχτυλο, σύμφωνα με τις υποδείξεις του δασκάλου του: «Απλώς τούτο το τρίτο τον μεσαίο, τον είχα δεμένο κάνα μήνα έτσι, να μην ακουμπάει πα’ στις χορδές. Και δούλεψα έτσι καταρχήν και μετά το συνήθισα κι αυτό. Το συνήθισα και το ’παιζα έτσι.

 

Μουσική μαθητεία:

Ξεκίνησε να μαθαίνει ούτι σε ηλικία 14 χρονών από τον Ερεσιώτη Γιώργο Ζαμπαρά που έπαιζε ερασιτεχνικά και είχε διδαχθεί από τον Παύλο Καρατζά ή «Αρμένη», ο οποίος κατοικούσε στα Παράκοιλα. Ο τελευταίος, που κατείχε και θεωρητικές γνώσεις μουσικής, ανέλαβε να συνεχίσει την διδασκαλία στον Νίκο Παραλή στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Για τον σκοπό αυτό ο Νίκος Παραλής έμεινε στα Παράκοιλα για έναν χρόνο περίπου:

Στο χωριό είχαμε ένα δάσκαλο που λεγότανε Γιώργος Ζαμπαράς στο ούτι. Πρακτικός ήτανε. Είχε μάθει στον Παύλο τον «Αρμένη» από τα Παράκοιλα. Αυτός [ο Ζαμπαράς] θα ήταν τότε [δηλαδή όταν ο ίδιος ο Νίκος ήταν μαθητής του] καμιά σαρανταριά χρονώ… Εκείνος το ’χε για χόμπι. Μόνο πρακτικά μ’ έδειξε.

Ο Παύλος Καρατζάς ή «Αρμένης» στη συνέχεια θέλησε να του διδάξει και θεωρητικές γνώσεις μουσικής, αλλά ο μαθητής του αρνήθηκε:

Οι νότες ξέρεις τί είναι; Να σου βάλω το τραγούδι στο χαρτί κάτω και να πάρεις εσύ το χαρτί να το βγάλεις το τραγούδι. Αλλά πρέπει να ξέρεις να τις διαβάσεις τις νότες, αυτό είναι. Εγώ δεν ήθελα να μάθω νότες τότε, τα μυαλά δεν είχα που έχω τώρα….

Τους σκοπούς στο ούτι τους μάθαινε ακουστικά, «με το αυτί»:

Ε, ξαναπήγαινα μετά, άμα έκανα λάθος μου ’λεγε “δεν το κάνεις καλό, ξανά, ξανά από την αρχή”. Πλήρωνα, αμέ! Τότες ήταν στενά, ήτανε το μήνα, του δίναμε 150 δραχμές. Πάνε 45 χρόνια. Ήταν το ’46, ’47, ’48, ’49, μέχρι το ’50. Ε, τότες ήμουνα εγώ 15. Ένα χρόνο περίπου έκατσα [στα Παράκοιλα]. Μετά αρρώστησε, πέθανε…

Ο Παύλος Καρατζάς του έμαθε επίσης πολλούς Μικρασιάτικους σκοπούς και τραγούδια.

Βιολί διδάχτηκε από έναν άλλον συγχωριανό του πρακτικό οργανοπαίχτη, τον Κώστα Μεταξά:

Είχαμε εκεί στο χωριό μας τεχνίτες – δασκάλους καλούς. Ήτανε ένας αόμματος. Ήτανε πρακτικός βέβαια, τον λέγανε Κώστα Μεταξά…Κλαρίνο έπαιζε, αλλά δίδασκε και βιολί και ούτι και όλα τα όργανα. Ήξερε τη μέθοδο της μουσικής. Δεν ήξερε νότες, πώς να διαβάσει αφού δεν βλέπει; Αλλά είχε τέτοια δυνατότητα, επειδής ήταν τυφλός, ήταν απασχολημένος εκεί. Κι είχε τέτοιο αυτί, που αν έκανες μια παραφωνία, ήλεγε “εε, πάμε ξανά”. Δυο χρόνια έκανα μ’ αυτόν…Καντάδες ξέρω πολλές. Αυτά τα ’μαθα απ’ τον δάσκαλο που έμαθα το βιολί, τον Κώστα Μεταξά.

 

Μουσική εξειδίκευση (τραγούδι, ή/και όργανα):

Ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά με το βιολί σε συνεργασία με τον δάσκαλο του Κώστα Μεταξά στο κλαρίνο και τον αδερφό του στο σαντούρι. Η πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση ήταν σε έναν γάμο στην Ερεσσό το 1947:

Πρωτόπαιξα στο χωριό το ’47 σε γάμο. Με το δάσκαλο, είχανε φύγει τα παιδιά του…Εμείς παίζαμε σε γάμους, πανηγύρια, σε αρραβώνες το ’47, το ’48 μεσ’ στην Κατοχή. Δεν είχε βιολί και με χρειαζόταν, αναγκάστηκε να μου δείχνει, να μάθω αυτά που πρέπει. Και ο αδερφός μου σαντούρι. Ο αδερφός μου είναι 5 χρόνια πιο μικρός από μένα. Πήγε άμα είχα μάθει εγώ, του ’δειχνα κιόλας.

Στα μεταπολεμικά χρόνια δεν υπήρχε άλλο μουσικό συγκρότημα στην Ερεσό και ο ίδιος ξεκίνησε συνεργασία με άλλους μουσικούς από τον Μεσότοπο:

Μ’ αυτούς από το Μεσότοπο. Τότες ήτανε τα κλαρίνα, έπρεπε να ’χεις νταούλι για να μπορείς να παίξεις. Ήτανε τόσο τεχνίτες που δεν μπορούσες να παίξεις. Ήτανε το κλαρίνο τόσο ψηλά που δεν μπορούσες να παίξεις, έχει κόλπα. Μεγάλα νταούλια, είχε παλιοί μουσικάντηδες, πεθάνανε, ήτανε γέροι. Νταούλι, πάντα νταούλι. Αν δεν έχεις νταούλι ή ντραμς δεν μπορείς να παίξεις, πρέπει να σου κρατάει τον τόνο…Ήταν παλιοί μουσικάντηδες, καλοί. Και σαντούρια παίζανε και κλαρίνα παίζανε και βιολιά. Δεν τους θυμάμαι, ήταν παλιοί.

 

Μέχρι τη δεκαετία του 1960 έπαιζε βιολί και ούτι και τραγουδούσε, κυρίως στη στενή περιφέρεια της Ερεσού. Για το τραγούδι ο ίδιος αναφέρει:

Αυτή την εποχή είχε λίγα τραγούδια, δεν είχε πολλά όπως έχει τώρα…Μόνο εγώ τραγουδούσα. Και τ’ άλλα παιδιά τραγουδούν, αλλά όχι σαν εμένα.

Για την επιλογή των οργάνων στις επαγγελματικές του εμφανίσεις ο ίδιος σχολιάζει:

Για να πας να παίξεις [επαγγελματικά] πρέπει να ξέρεις να παίζεις. Τώρα το παράτησα το βιολί, δεν παίζω πια όπως έπαιζα παλιά. Τώρα παίζω το ούτι, μ’ αρέσει πιο πολύ, παίζεις μόνος σου. Το βιολί θέλει κι άλλοι να παίζεις μαζί, να σε βοηθάνε. Το βιολί δε γίνεται αν δεν είσαι καλός.

 

Τη δεκαετία του 1950, συμμετείχε και σε συγκροτήματα άλλων μουσικών της περιφέρειας του, επειδή έπαιζε βιολί:

Είχε και παλιοί [μουσικοί] και πηγαίναμε, τις θυμάμαι τις παλιοί. Όλ’ πεθάναν τώρα. Είχε δυο μουσικές [στο πανηγύρι της Παναγίας στο Γαβαθά]. Επειδής έπαιζα το βιολί εγώ, με παίρναν. Δεν είχ’ άλλη μουσική με βιολί και με παίρναν εμένα, σ’ όλα τα πανηγύρια που γινόταν.

 

Από το 1961 μέχρι το 1967 μετανάστευσε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως μουσικός και τραγουδιστής σε διάφορα κέντρα.

Μετά το 1967, όταν επέστρεψε στην Ερεσσό, συνεργάστηκε μέχρι το 2000 περίπου με συγχωριανούς του μουσικούς, όπως τον Κώστα Γνήσιο στο ακορντεόν, τον αδερφό του Βασίλη Παραλή στο σαντούρι, τον Νίκο «Αγά» στο κλαρίνο και τον Στέλιο Κοτσίνη στο ούτι.

Ύστερα το γκρουπ, δικιά μου μουσική ύστερα…Είχα τον Κώστα τον Γνήσιο, το Στέλιο [Κοτσίνη], το Βασίλη και τον Αποστόλου το Βασίλη. Κι ένα κλαρίνο, χωριανός μας ήταν κι αυτός, Νίκος “Αγάς”…

Συχνά ωστόσο, σε γλέντια και διασκεδάσεις έπαιζε μόνος του ούτι και τραγουδούσε, κάτι που συνεχίζει μέχρι σήμερα [2007].

Έχει συνεργαστεί επίσης με πολλούς μουσικούς όπως, τον Γιάννη Θάνο [βιολί και ακορντεόν], τον Νίκο Καλαϊτζή ή «Μπινταγιάλα» από το Μεσότοπο [βιολί και σαντούρι], ιδιαίτερα όταν έπαιζε εκτός της στενής περιφέρειας της Ερεσού. Στις περιοδείες αυτές, τη δεκαετία του 1960-70 συνεργάστηκε πολλές φορές με τραγουδίστριες, τις οποίες επέλεγε ο Γιάννης Θάνος ή ο καφετζής του εκάστοτε κέντρου.

 

 

Τοπικές δράσεις:

Έπαιζε σε πανηγύρια, αρραβώνες, γάμους, διασκεδάσεις στα καφενεία στη Ερεσό, από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 μέχρι το 2000 περίπου:

Πήγαινα και στα χωριά ένα γύρο, ήταν και το χωριό μας, γινόταν γάμ’, γινόταν πενήντα γάμ’ τον χρόνο, πανηγύρια, αρραβώνες, βαφτίσια, μας παίρναν σ’ όλα. Όλους τους γάμους! Μια φορά θυμάμαι ρε παιδιά παίζαμε από Δευτέρα, πιάσαμε δουλειά σε γάμο, μέχρι την άλλ’ Δευτέρα! Κάθε βράδ’ είχαμε γάμο. Δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε, γιατί μια βδομάδα είχε κάθε μέρα γάμο. Κοιμόμαστε καμιά, τρεις ώρες την μέρα και τ’ απόγευμα πάλι, άντε δουλειά.

 

Για τα πανηγύρια στην Ερεσό ο Νίκος Παραλής συμπληρώνει:

Έχουμε πρόβατα πολλά εκεί, είχε πολλά πρόβατα είχε στην Ερεσό. Αλλά βάζανε κι αυτοί καπνά. Τα βουνά τα σπέρναν όλα αυτοί παλιά. Αυτοί τους λέγαν ζευγάδες και κάναν γιορτή του Αι Νικόλα, οι ζευγάδες. Και οι τσομπανοί κάναν του Αγίου Σπυρίδωνα τη μέρα, κάναν κι αυτοί γιορτή και παίζαμε στις γιορτές αυτές, τα θυμάμαι αυτά όλα. Πηγαίναμε το πρωί στην εκκλησία κι ύστερα, μετά, πηγαίναμε στο καφενείο και μεθούσαν, γλεντούσαν όλη την μέρα.

 

Έχει παίξει επίσης σε πατινάδες [βόλτες στο χωριό με τη συνοδεία μουσικής], καθώς και σε καντάδες:

Οι πατινάδες είναι στις έξι το πρωί, ξέρω ’γω τί, τότε κιθάρα παίζαμε. Με το ούτι δεν κάναμε καντάδες, δεν πάει το ούτι στις καντάδες, ήθελε άλλο όργανο. Καντάδες πάει η κιθάρα, πάει βιολί. Η σερενάτα γίνετ’ ωραία μουσική, η Κέρκυρα…, εκεί πέρα είχε πολλές καντάδες.

 

Για τις επαγγελματικές μετακινήσεις του στη Λέσβο, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και μετά, ο Νίκος Παραλής αναφέρει:

Όλα τα χωριά της Μυτιλήνης τα έχω γυρίσει, δεν έχει χωριό να μην έχω παίξει. Δηλαδή αν έχουμε 70 χωριά, μπορεί στα 10 να μην έχω παίξει, στα άλλα έχω παίξει. Γύρω στο ’60 και ύστερα…Τότες πηγαίναμε χωρίς να μας καλέσουνε. Μπαίναμε στ’ αυτοκίνητο και πηγαίναμε. Μπαίναμε ας πούμε μέσα σ’ ένα καφενείο, πίναμε ένα καφέ, μας ρωτάγανε “τι είστε εσείς;”, λέγαμε “μουσικάντες είμαστε”, μας λέγαν “άμα θέλετε να παίξετε το βράδυ”. Και καμιά φορά μέναμε εκεί, κάναμε τουρνέ. Σε μια βδομάδα, δυο, γυρίζαμε μια μέρα στην Ερεσό και ξαναφεύγαμε. Το χειμώνα το κάναμε αυτό [από του Αγίου Δημητρίου, τον Οκτώβριο], μέχρι το Μάρτιο, τις Απόκριες και μετά τελειώναμε. Το καλοκαίρι είχε δουλειές σε πανηγύρια και τέτοια.

Την περίοδο αυτή συνεργάστηκε επανειλημμένα με τον Γιάννη Θάνο στο βιολί, καθώς και άλλους Μεσοτοπίτες μουσικούς, ενώ το μουσικό τους συγκρότημα συμπλήρωναν συχνά τραγουδίστριες, σύμφωνα με τη «μόδα» της εποχής. Για το μέσον της μετακίνησης και τις συνθήκες διαμονής σ’ αυτές τις περιοδείες, συμπληρώνει:

Του Θάνου ήταν [το όχημα], “κουβούκλιο”, δεν ήταν κούρσα. Καμιά φορά, άμα δε βρίσκαμε – πού να πας να κοιμηθείς, όλα κλειστά – τη βγάζαμε και μεις μέσ’ στο “κουβούκλιο”. Είχε λεφτά αυτός [ο Γιάννης Θάνος], έπαιζε πότε βιολί, πότε ακορντεόν.

 

Με περισσότερες λεπτομέρειες αναφέρεται σε μουσικές εμπειρίες σε ορισμένες, ενδεικτικές περιοχές.

 

  • Για το Μεσότοπο αναφέρει επισκέψεις στο πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας, καθώς και σε γλέντια, σε διασκεδάσεις:

Συνοδευμένος με παίρνανε και πήγαινα κι έπαιζα […]. Πήγαινα στο Μεσότοπο κι έπαιζα, πώς πάει ένας βουλευτής να βγάλει λόγο έτσι και σηκώνει τα χέρια του… Είναι ένα καφενείο μεγάλο, πολύ μεγάλο και παίρνει μέσα πολύ κόσμο. Καθόνται λέει, ν’ ακούσουν το Νίκο τον Παραλή. Παίζαν αυτοί, μια φορά θα σου πω, πήγαμε στης Αγιάς Μαρίνας σ’ ένα πανηγύρ’ κι είχε ένα καφενείο ένα μικρό, …μου λέει “να σε βάλω να παίξ’ς”. Όσα πάρω τυχερά. Πήγαμε που λες κι έπαιζε μουσική ο “Μπινταγιάλας” [Νίκος Καλαϊτζής], βιολιά, σαντούρια, κλαρίνα, λαούτα, ξέρω τι. Είναι κοντά καμιά δεκαριά χρόνια. Αυτό το καφενείο το ’χε ένας φίλος, τον λένε Νίκο, έπαιζα ’γω το ούτι, με τον ενισχυτή όμως. Ε, αυτή τη βραδιά έβγαλα τριάντα έξι χιλιάδες γερές. Αυτοί πήραν είκοσι χιλιάδες. Ο “Μπινταγιάλας” λέει, “…το δικό σου το λαρύγγι έχει αξία, μας πέθανες στους αμανέδες”, και χορεύανε όλοι μαζί καλαματιανά, τσάμικα, τα ξέρω όλα αυτά και τα παίζω. Τα ’παιζα με το βιολί…

 

  • Για το Γαβαθά (επίνειο της Άντισσας) επικεντρώνεται σε επισκέψεις στο πανηγύρι στα Εννιάμερα της Παναγίας, στις 23 Αυγούστου:

Εκεί στην Άντισσα έχ’ ένα πανηγύρ’ στις 23 Αυγούστου, της Γιώτας. Της Γιώτας λέγεται. Είναι της Παναγίας στον Γαβαθά κάτω. Το πανηγύρ’ γίνεται, μεσ’ σ’ ένα δάσος, είναι μέσα. Πηγαίναμε και κει και παίζαμε στο πανηγύρ’ αποβραδίς. Το πρωί, το ξημέρωμα έρχονταν οι παπάδες πια κι έκαναν το μυστήριο. Έχω παίξει έξι-εφτά φορές εκεί. Μας πήραν και πηγαίναμε και παίζαμε. Μαζί πηγαίναμε παρέα. Είχε και παλιοί [μουσικοί] και πηγαίναμε, τις θυμάμαι τις παλιοί. Όλ’ πεθάναν τώρα. Είχε δυο μουσικές. Επειδής έπαιζα το βιολί εγώ, με παίρναν.

 

Για την Αγία Παρασκευή, αναφέρει:

Ως μουσικός πήγα, κάνα-δυο φορές έχω πάει.

 

  • Για τη Μυτιλήνη, αφηγείται:

Έχω παίξ’ στη Μυτιλήν’ πολλές φορές. Σε διάφορα μαγαζιά, πού να θυμάμαι, παλιά, τώρα δεν έχει τα μαγαζιά αυτά. Το ’70, το ’75, το ’80…Κάναμε κι ένα γάμο εδώ. Πάμε σ’ ένα μαγαζί μεγάλο, εκεί πέρα είναι το μαγαζί, πηγαίνοντας προς το αεροδρόμιο ένα μέρος. Είχε μέσα εκατό άτομα καλεσμέν’, ήμασταν σκέτο όργανα [δηλαδή χωρίς μικροφωνικές εγκαταστάσεις]. Παίξαμε, αλλά είχαμε τουμπελέκι μαζί μας. Ήταν ο Κώστας [ο Γνήσιος], εγώ, ο Βασίλης, ο αδερφός μου και είχαμε ένα τουμπελέκι, καλό τουμπελέκι, είναι τώρα στη Γερμανία, έφυγε παντρεύτηκε στη Γερμανία. Εκατό άτομα, να μιλάν’ μονάχα, ε, δεν μπορείς να παίξεις. Κι όμως βγάλαμε δουλειά και πολλά λεφτά, πολλά λεφτά.

 

Υπερτοπικές δράσεις:

Στην Αθήνα έχω παίξει. Και σε “σκυλάδικα” [κέντρα όπου κυριαρχεί το «νεο-λαϊκό» ρεπερτόριο]. Με το βιολί. Στο “σκυλάδικο” ότι θέλεις να παίζεις δεν καταλαβαίνουν, θέλουν μπουζούκι αυτοί, κάνει το μπουζούκι κουμάντο εκεί πέρα. Ε, πού να θυμάμαι τα μαγαζιά; Η Αθήνα είναι χάος. Εγώ πήγα το ’61 και ήρθα το ’67, προς αρχάς το ’67 και παντρεύτηκα.

 

Ρεπερτόριο:

Ο Νίκος Παραλής έπαιζε πολλούς σκοπούς και τραγούδια Μικρασιατικής προέλευσης, όπως τα είχε ακούσει ή διδαχθεί από παλιότερους μουσικούς της περιφέρειας της Ερεσού. Έπαιζε και τραγουδούσε συρτά, όπως το «Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική», το «Καναρίνι κίτρινο», μπάλλους, ζεϊμπέκικα βαριά, όπως το «Αϊβαλιώτικο», απτάλικα, σμυρνέϊκα, όπως το «Πάλι θα πιω καμιά οκά», καρσιλαμάδες, καθώς και «επιτραπέζια» τραγούδια, όπως το «Πως σε παν’ τα μαύρα ρούχα», κλπ. Τραγουδάει επίσης αμανέδες, συνοδεύοντάς τους με το ούτι:

Αυτή την εποχή [τη δεκαετία του 1940-1950] είχε λίγα τραγούδια, δεν είχε πολλά όπως έχει τώρα. Έβγαινε ένα τραγούδι κάθε ένα, δύο, τρία χρόνια, πέντε χρόνια και κάθε χρόνο μάθαινα ένα, δύο, πέντε, δέκα τραγούδια…Τα παλιά τα τραγούδια μ’ αρέσουνε πολύ, τα πρώτα. Τότες που μάθαινα, καταρχήν, όλα τα παλιά τα ’χω μάθει από μικρός. Τότε τα τραγούδια βγαίναν λίγα, δεν είναι όπως είναι τώρα. Άμα ένα τραγούδι έβγαινε, κράταγε χρόνια, μέχρι και τώρα κρατούν αυτά. Είχες δεν είχες το μάθαινες καλά, παίξε – παίξε…

 

Για το ρεπερτόριο της δεκαετίας του 1950 και μετά, που περιλαμβάνει τα επονομαζόμενα «λαϊκά» και «ρεμπέτικα» τραγούδια, ο Νίκος Παραλής σχολιάζει:

Του Τσιτσάνη τραγούδια παίζαμε. Ωραίος ο Βαμβακάρης, αλλά δεν παίζαμε. Ο Τσιτσάνης είναι πιο γλυκός…Παίζαμε και του Καζαντζίδη καμιά φορά, γιατί τα ζητούσανε. Άμα είσαι μουσικός πρέπει να ξέρεις απ’ όλα. Κι “ευρωπαϊκά” (κομμάτια ελαφράς μουσικής, συνήθως χορευτικά, δυτικής επιρροής) παίζαμε οι πιο πολλοί. Άμα πας σ’ ένα γάμο [τα παραγγέλνουν]. Τανγκά, βαλς, φόξ, τέτοια. Την κομπαρσίτα…Είχε παλιά, αν δεν έπαιζες καλά δε σηκωνότανε να χορέψουνε. Τώρα παίζεις ένα ζεϊμπέκικο, ή βαρύ το παίζεις ή λάθος το παίζεις, ισχύει το ίδιο και το αυτό. Ούτε ακούνε πού πάει η μουσική, ούτε τίποτα.

 

Αμοιβή:
Για τις αμοιβές στη δεκαετία του 1960, όταν περιόδευε στη Λέσβο το χειμώνα σε συνεργασία με τον Γιάννη Θάνο και άλλους Μεσοτοπίτες μουσικούς και γυναίκες τραγουδίστριες, ο Νίκος Παραλής αναφέρει:

Παίρναμε τότε χαρτούρα [δηλαδή χρήματα που “έριχναν” οι ακροατές ή οι χορευτές κατά την επιτέλεση του σκοπού που είχαν παραγγείλει, αφού αυτός ήταν ο συνήθης τρόπος αμοιβής των μουσικών στα πανηγύρια, στα γλέντια και τις διασκεδάσεις], είχε. Ήμασταν τρία άτομα, τέσσερα, όλα στη μέση [δηλαδή ισομερώς κατανεμημένα]. Ε, αναλόγως, ήτανε βραδιά που παίρναμε πιο πολλά: Άμα ήτανε 10 δραχμές, ήταν γερές. Ένα μεροκάματο ήταν. Δεν είχε κατοστάρικο τότες. Για να ’χεις κατοστάρικο έπρεπε να ’σαι και ’γω δεν ξέρω! Δέκα μεροκάματα ήταν το ’κατοστάρι. […] Εγώ έβγαζα πολλά λεφτά τότες με την μουσική. Γινόταν κάθε βράδ’, κάθε μέρα. Κάθε βράδ’ έπαιζα, δηλαδή την εβδομάδα μπορεί να βγάζαμ’ μία μέρα, τις άλλες μέρες όμως είχε δουλειές, κάθε μέρα…Ένας εργάτης δούλευε την ημέρα 10-15 δραχμές τότες. Εγώ έπαιρνα 100 δραχμές για παράδειγμα. Έπρεπε να δουλεύουν δέκα μέρες για να τις πάρουν. Εγώ τις πήρα σε μια βραδιά. Αλλά εμείς κουραζόμασταν. Οι μουσικοί, κουράζεσαι, το ξενύχτ’, το ξενύχτ’ είναι πολύ δύσκολο. Γιατί τότες, άμα παίρναμε γάμο, ξημερώνονταν ο γάμος, μέχρι τις δέκα η ώρα την αύριο παίζαμε, την μέρα. Χορεύαν, βαστούσε ναι, κρατούσαν χορό.

 

Όπως φαίνεται από την αφήγηση του Νίκου Παραλή, στην Αθήνα δεν ίσχυε ο κανόνας της ισοκατανομής των αμοιβών μεταξύ των μουσικών. Ο ίδιος αναφερόμενος στην εμπειρία του το 1965 σε κάποιο κέντρο στην Αθήνα, επισημαίνει:

Τότες παίζαμε, μας πλήρωνε μεροκάματο στη μουσική…πέντε χιλιάδες, έξι χιλιάδες, αλλά μο’ ’δινε πάντα πιο πολλά λεφτά απ’ τους άλλους, επειδή τραγουδούσα ωραία.

 

Κρίσεις για άλλους μουσικούς:
Ο Νίκος Παραλής αναφέρει μια σειρά από μουσικούς που γνωρίζει ή γνώριζε τόσο στην περιοχή του (Ερεσσό και Μεσότοπο), όσο και στην ευρύτερη Λέσβο:

 

  • Κώστας Μεταξάς, από την Ερεσσό. Πρακτικός οργανοπαίχτης και δάσκαλος μουσικής. Έπαιζε κλαρίνο και βιολί και δίδαξε τον Νίκο Παραλή ή «Λαβίδα».

Ήτανε ένας αόμματος. Ήτανε πρακτικός βέβαια, τον λέγανε Κώστα Μεταξά…Αυτός ήτανε παιδιά μικρά στο Πάσχα, έβγαλε τα μάτια του απ’ αυτά τα μπαρούτια που χτυπούσανε, πέταξε μπαρούτια στα μάτια του. Κλαρίνο έπαιζε, αλλά δίδασκε και βιολί και ούτι και όλα τα όργανα.

 

  • Γιώργος Ζαμπαράς ή «Τσιμούρης», από την Ερεσσό. Έπαιζε ούτι. Είχε μάθει μουσική από τον Παύλο Καρατζά ή «Αρμένη», από τα Παράκοιλα και ο ίδιος δίδαξε τον Νίκο Παραλή ή «Λαβίδα» ούτι.

 

  • Πέτρος Καγιατζής, από την Ερεσό. Έπαιζε σαντούρι πριν τον πόλεμο του 1940.

 

  • Νίκος «Αγάς» από την Ερεσό. Παίζει κλαρίνο. Έχει συνεργαστεί επανειλημμένα με τον Νίκο Παραλή ή «Λαβίδα».

 

  • Στέλιος Κοτσίνης, (γ. 1931) από την Ερεσό. Παίζει ούτι. Έχει συνεργαστεί επανειλημμένα με τον Νίκο Παραλή ή «Λαβίδα».

 

  • Γιώργος Κοντέλλος ή «Φυλακωμένος» ή «Κανάτης» (γ. 1907) από την Ερεσσό. Είναι βοσκός, παίζει ούτι και φλογέρα. Από αυτόν διδάχτηκε πολλά τούρκικα τραγούδια ο Νίκος Παραλής.

 

  • Γιάννης Θάνος. Έπαιζε βιολί και ακορντεόν. Συνεργάστηκε επανειλημμένα με τον Νίκο Παραλή ή «Λαβίδα» σε περιοδείες στη Λέσβο, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960.

 

  • Βαγγέλης, από τα Παράκοιλα. Έπαιζε βιολί σε συνεργασία με τον Παύλο τον «Αρμένη».

 

  • «Φωφάκος» από τα Παράκοιλα. Έπαιζε κλαρίνο σε συνεργασία με τον Παύλο τον «Αρμένη».

 

  • Δημήτρης Παρασκευάς, Μικρασιατικής καταγωγής, έζησε στην Ερεσό.

Έπαιζ’ ένας κιθάρα, ωραία κιθάρα. Δημήτρη τον λέγαν. Παρασκευάς. Αυτός, ήμουνα μικρός, σχολειό πήγαινα και πέθανε στο Γυμνάσιο…Σαν έκαμε η χρονιά το ’40 πέθανε. Έπαιζε κιθάρα και φυσαρμόνικα μαζί, ήταν, απ’ τους καλούς κιθαρίστες ήταν. Πάντως ήταν κι αυτός Μικρασιάτης. Και νότες ήξερε.

 

  • Παύλος Καρατζάς ή «Αρμένης», Αρμένιος στην καταγωγή, έζησε στα Παράκοιλα. Έπαιζε ούτι. Δίδαξε ούτι στον Νίκο Παραλή στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Για τη διδασκαλία του αμειβόταν από τον κάθε μαθητή 150 δραχμές το μήνα. Πέθανε στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Ο Παύλος έπαιζε ωραία! Εκείνος ήξερε νότες…Σ’ ούλη τη Μυτιλήνη και στη Μικρασία έπαιζε. Κι εδώ στη Μυτιλήνη έχει παίξει. Παίζανε μ’ έναν Βαγγέλη από τα Παράκοιλα. Το “Βαγγελάκι”. Αυτός έπαιζε βιολί ωραίο. Είχε το “Φωφάκο” που έπαιζε κλαρίνο. Σαντούρι είχανε, αλλά πεθάνανε αυτοί, ήτανε παλιοί.

 

  • Νίκος Καλαϊτζής ή «Μπινταγιάλας», κατάγεται από τον Μεσότοπο. Παίζει βιολί και σαντούρι:

Ο Μπινταγιάλας ωραίο σαντούρι και βιολί ωραίο.

 

Επαφές – επιρροές από άλλες περιοχές του Βορείου Αιγαίου και τα Μικρασιατικά παράλια στα μουσικά δρώμενα:
Ο Νίκος Παραλής τραγουδούσε τραγούδια και στην τουρκική γλώσσα, όπως το «Ne Olur» ή το «Ιμιτλερίμ». Τα μάθαινε «με το αυτί», ακούγοντάς τα από τους δασκάλους του και άλλους παλιούς Ερεσώτες που ήξεραν τουρκικά, όπως ο Γιώργος Κοντέλλος:

Ξέρω πολλά, εγώ τώρα δεν θυμάμαι κιόλας, αλλά παίζοντας θα μου έρθουνε στη μνήμη. Καλά τα παίζω, αλλά δεν ξέρω πολλά βέβαια…Οι παλιοί τραγουδούσαν. Αλλά εγώ όταν ήμουν μικρός δεν είχα την αντίληψη όπως έχω τώρα, να μπορώ για να τα εκφράζω. Δεν υπήρχαν μαγνητόφωνα, τίποτα. Ξέραν πολλά τούρκικα, είχαμε γέρους που ξέραν πολλά. Τα ’χαν μάθει στη Μικρά Ασία, στη Σμύρνη, στην Πόλη. Ήταν και χορευτάδες, καλοί χορευτάδες. Από το ’40 και ύστερα τα θυμάμαι.

 

Φωτογραφίες

Βίντεο

Video Grid with Modal
Video 2
Video 2
Video 2

Ηχογραφήσεις

1. Η γαμπίτσα σου με σφάζει Μυτιλήνη | 1997 Παίζει ούτι και τραγουδάει ο Νίκος Παραλής ή «Λαβίδας» Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
2. Απτάλικο ζεϊμπέκικο Μυτιλήνη | 1997 ζεϊμπέκικο Παίζει ούτι ο Νίκος Παραλής ή «Λαβίδας» Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
3. Απελπισμένη μου καρδιά- Είσαι φονιάς Μυτιλήνη | 1997 Παίζει ούτι και τραγουδάει ο Νίκος Παραλής ή «Λαβίδας» Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
4. Μπακλαβάς Ερεσσός | 1994 οργανικό, γαμήλια πατινάδα πατινάδα Νίκος Παραλής, βιολί – Στέλιος Κοτσίνης, ούτι – Κώστας Γνήσιος, ακορντεόν Προέλευση: «Λέσβος Αιολίς» Ερευνητής: Νίκος Διονυσόπουλος Ηχοληψία: Νίκος Διονυσόπουλος
Μετάβαση στο περιεχόμενο