Σαντούρι

Έγχορδα
Το Σαντούρι, σε σχήμα ισοσκελούς τραπεζίου, έχει μεταλλικές χορδές κατά μήκος των δυο παράλληλων πλευρών του. Σε κάθε φθόγγο αντιστοιχούν 3-5 χορδές, κουρδισμένες στον ίδιο τόνο. Παίζεται με δυο λεπτά ραβδάκια, τις μπαγκέτες, τυλιγμένα στις άκρες με βαμβάκι ή δέρμα. Οι μπαγκέτες, με το άκρο τους γυρισμένο λίγο προς τα πάνω, κρατιώνται ανάμεσα στον δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο, με τη βοήθεια του αντίχειρα. Στο παίξιμο χρησιμοποιείται κυρίως ο καρπός του χεριού και λιγότερο τα δάκτυλα. Η θέση του σαντουριού είναι πάνω σε βάση, στα γόνατα του οργανοπαίκτη, ενώ κάποιες φορές φέρεται κρεμασμένο από τους ώμους, όπως σε περιπτώσεις πανηγυριών ή γάμων, που απαιτούν μια συνεχή κινητικότητα του οργανοπαίκτη. Το Σαντούρι είναι έτσι κατασκευασμένο ώστε σε κάθε μία απ΄ τις χορδές του να αντιστοιχούν δυο φθόγγοι (κυρίως σε διαστήματα πέμπτης, π.χ. η ρε και η λα της βασικής οκτάβας είναι στην ίδια χορδή). Η μελωδική του έκταση είναι περίπου τρεισήμισι οκτάβες (όπως και στο Κανονάκι), με συνολικά 100-110 περίπου χορδές. Οι οργανοπαίκτες το χρησιμοποιούν είτε ως σολιστικό όργανο, είτε μαζί με τα άλλα όργανα, καθώς μπορεί να αναπαράγει συγχορδίες πάνω στο ρυθμό. Η ονομασία του προέρχεται πιθανόν από το βυζαντινό όρο Ψαλτήρι, που κατέληξε -με την πάροδο αιώνων- να αποδίδεται ως Σαντούρι: Ψαλτήρι - Ψαλτίρ- Σαντίρ - Σαντούρι. Κατά μια άλλη εκδοχή, η ονομασία προέρχεται από την περσική ορολογία Σαν Ταρ που σημαίνει «εκατό χορδές». Το Σαντούρι είναι όργανο ευρέως διαδεδομένο στα ελληνικά μουσικά σχήματα και ιδίως σε κομπανίες που συγκροτήθηκαν στο Ανατολικό Αιγαίο (Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο). Η εδραίωση του στους συγκεκριμένους τόπους, οφείλεται στους Έλληνες της Μ. Ασίας που έφτασαν σε αυτά τα νησιά μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922. Το Σαντούρι παιζόταν βέβαια και πριν το 1922 στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα, σε περιορισμένη κλίμακα. Χάρη στις εκφραστικές του δυνατότητες καθιερώθηκε γρήγορα ως ένα από τα απαραίτητα όργανα μιας τυπικής κομπανίας (λαϊκής ή παραδοσιακής ορχήστρας): Κλαρίνο, Βιολί, Σαντούρι, Λαούτο. Το Σαντούρι είναι επίσης διαδεδομένο στη Ρουμανία και σε χώρες της Μέσης Ανατολής (Αραβία, Ιράν κ.λ.π.). Το Σαντούρι καταγράφεται στη σύγχρονη εκδοχή της ελληνικής μουσικής παράδοσης σε ένα ευρύ φάσμα μουσικών σκοπών και τραγουδιών που αφορούν σε μικρασιάτικα, νησιώτικα και στεριανά κομμάτια, με πιο γνωστό εκτελεστή τον Αριστείδη Μόσχο (μεγάλο δάσκαλο, που πέθανε το 2001). Άλλοι γνωστοί σύγχρονοι δεξιοτέχνες του οργάνου είναι οι Τ. Διακογιώργης, Ν. Καλαϊτζής («Μπινταγιάλας»), Ν. Καρατάσος, καθώς και οι νεότεροι Α. Κατσιγιάννης και Μ. Παπαδέας.

Φωτογραφία

Ηχογράφηση

Μετάβαση στο περιεχόμενο