Παντελέλης Μανώλης

Λέσβος

Τόπος γέννησης: Παλαιοχώρι, Λέσβος

Χρόνος γέννησης: 1907

Ιδιότητα:
Ο Μανώλης Παντελέλης είναι επαγγελματίας οργανοπαίχτης, παίζει βιολί. Παίζει επίσης ερασιτεχνικά σαντούρι. Περιστασιακά, όταν το συγκρότημα στο οποίο συμμετείχε δεν διέθετε τραγουδιστή ή τραγουδίστρια, τραγουδούσε ο ίδιος.

 

 

Γονείς:

Ο παππούς του, Μανώλης Παντελέλης (πατέρας του πατέρα του), καταγόταν από τη Σάμο. Παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στο Παλαιοχώρι. Ο πατέρας του, Κώστας και η μητέρα του ήταν από το Παλαιοχώρι.

Ο πατέρας του, Κώστας Παντελέλης εργάστηκε αρχικά στα ελαιοτριβεία της περιοχής του, και όταν συγκέντρωσε κάποια χρήματα, αγόρασε ή επέκτεινε τα δικά του κτήματα στο Παλαιοχώρι, όπου καλλιεργούσε ελιές για την παραγωγή ελαιολάδου. Το 1912 ο πατέρας του μετανάστευσε για 9 μήνες στην Αμερική. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Μανώλης Παντελέλης:

Κι ο πατέρας ο δικός μου είχε πάει στην Αμερική, έκατσε 9 μήνες κι ήρθε εδώ και δούλευε στα εργοστάσια κι έπαιρνε τα διπλά τα λεφτά εδώ, στο Παλιοχώρι, γιατί η Αμερική είχε σπάσει κάποιο διάστημα δεν είχε δουλειές, απ’ το ’12 μέχρι το ’15. Εκεί πέρα παίρναν ένα τάλιρο, εδώ παίρναν δυο τάλιρα (τη μέρα) στη δουλειά, που κάναν.

 

Οικογενειακή κατάσταση:

Η γυναίκα του Μανώλη Παντελέλη, Μαρία, το γένος Χρυσάφη, γεννήθηκε το 1905 και πέθανε τη δεκαετία του 1990.

Το ’33, το Μάρτιο αρραβωνιάστηκα, τον Οκτώβριο, 13 Οκτωβρίου παντρεύτηκα, αξέχαστα! Εφτά χρόνια την αγαπούσα και δεν τη “βγάζαν” (δηλαδή δεν την παντρεύανε), γιατ’ είχε μεγαλύτερη αδερφή κι έπρεπε να “βγει” πρώτα το κορίτσι το μεγαλύτερο. […] Η γυναίκα μου ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερη, είναι το ‘5 γεννημένη, εγώ είμαι το ‘7. Αλλά ήταν νεαρή ήταν, έδειχνε, ξανθιά, πολύ νταμαχεριά ήταν, πολύ εργατικιά, αυτό την έφαγε. […] Γυναίκα απ’ τις λίγες, εργατικιά. Ξημερωνόταν καμιά φορά – Αμπελικό παίζαμε, πηγαίναμε – έπρεπε να πάμε στις ελιές, έλεγα “πότε θα κοιμηθούμε;”, (έλεγε) “άντε να πάμε, το ετοίμασα το ζώο”! Αμέ, ήταν “νταμαχαριά”, είχε, πώς το λέτε εσείς, “νταμάχι” το λέμε, τουρκικό, δηλαδή όρεξη, όρεξη να πάει, θέληση. Αλλά λίγες ήταν εργατικές σαν τη γυναίκα μου. Έπρεπε με το φανάρι να πάει στο χτήμα κι όταν ερχόταν μετά, στο δρόμο δε βλέπαμε. Αυγή σηκωνόμασταν, απ’ τις τέσσερις, απ’ τις τρεις η ώρα και πηγαίναμε, να βρέχει, να χιονίζει, να σταματάς στο δρόμο, κακουχία.

Ο Μανώλης Παντελέλης έχει δύο κόρες, παντρεμένες με δύο επαγγελματίες μουσικούς, τον Γιάννη και τον Δημήτρη Καραβά, γιους του μουσικού Ποσειδώνα Καραβά. Και οι δύο μετανάστευσαν με την οικογένειά τους στην Αυστραλία, τη δεκαετία του 1950. Ο Γιάννης Καραβάς κατοικεί μέχρι σήμερα στο Σύδνεϋ της Αυστραλίας, ενώ η οικογένεια του Δημήτρη Καραβά, κατοικεί από το 1971 στην Αθήνα.

 

  • Μανώλης Παντελέλης. Παππούς του. Ήταν από τη Σάμο, αλλά παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στο Παλιοχώρι. Είχε 2 καφενεία στο Παλιοχώρι και ένα “ρακαριό” (εργαστήριο παρασκευής ρακής).

Αγόρια, οχτώ ο παππούς μου είχε να πούμε. Λέγαν ότι έπαιζε λαγούτο, είχε έρθει απ’ τη Σάμο κι έπαιζε λαγούτο εδώ πέρα. Λέγαν ότι έπαιζε λαγούτο, πού να θυμούμαστε, ότι έπαιζε λαγούτο. Είχε έρθει απ’ τη Σάμο κι έπαιζε λαγούτο εδώ πέρα. Ήβγαλε βιολί, τον (Στρατή) Παντελέλη να πούμε, αυτόν, απ’ το Μπορό, το σαντούρ’ να πούμε πο’ παιζε. Βιολί γλύκα.

 

  • Κώστας Παντελέλης. Πατέρας του. Ήταν αγρότης. Έπαιζε ακομπανιαμέντα στο σαντούρι, που του είχε διδάξει ο αδερφός του, Στρατής, από το Νεοχώρι (Μπορό). Στο διάστημα 1925-27 συνόδευε τον γιο του Μανώλη, που έπαιζε βιολί, ωστόσο ο ίδιος δεν ήταν επαγγελματίας μουσικός.

 

Ο Μανώλης Παντελέλης είχε τέσσερις μικρότερους αδερφούς και μία αδερφή. Ο ίδιος παρότρυνε τους αδερφούς του να μάθουν μουσική και στη συνέχεια τους δίδαξε το τοπικό ρεπερτόριο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 ο Μανώλης Παντελέλης που νοίκιαζε σπίτι στην Αγία Παρασκευή, κάλεσε κοντά του τους αδερφούς του και έφτιαξαν δικό τους μουσικό συγκρότημα, που έμεινε γνωστό ως «τα Παντελέλια»:

Ο μεγαλύτερος αδερφός ήμουνα εγώ. Έπαιζα βιολί, άλλο τίποτα. Ο άλλος ο Βαγγέλης έπαιζε σαντούρι, σαντούρι και τζαζ. Ο Γιάννης έπαιζε κορνέτα, τρόμπα και ο Παναγιώτης τρομπόνι. Ο Γιάννης έπαιζε και σαντούρι και κιθάρα. Ο Παναγιώτης τρομπόνι έπαιζε και τζαζ κι αυτός, τζαζ και τρομπόνι. Ναι, είμαστε όλοι μουσικοί, θεωρητικοί, θεωρία, όλοι. Από μένα μάθανε. Τους έδειχνα μουσική και μάθαιναν. Εγώ είμαι το ‘7 γεννημένος. Ο Βαγγέλης είναι το ’10, ο Γιάννης το ’17 και ο Παναγιώτης το ’20. Έχουμε και μία αδερφή. Εδώ παντρεύτηκε – πέθανε τώρα – παντρεύτηκε, έκανε παιδιά. Μοναχοκόρη την είχαμε.

 

  • Βαγγέλης Παντελέλης (1910-94). Αδερφός του.

Ο Βαγγέλης έπαιζε σαντούρι και “τζαζ” (ντραμς)… Κι είχαμε μάθει όλοι μουσική, διαβάζαμε, εκτός ο Βαγγέλης. […] Τζαζ δεν ήταν στην αρχή, δεν είχαμε. Νταβούλι, νταβούλι σκέτο. Ναι, εγώ τον πήρα τον Βαγγέλη στην Αγιά Παρασκευή, κατά το ’35 – ’36, τον πήρα, αγοράσαμε “τζαζ” και τον πήρα εκεί πέρα. Εκεί πέρα να το παίξει δεν ηξέραν, αλλά ο Γιάννης, ο αδερφός μου, ήξερε, απ’ τη στρατιωτικιά μουσική και τ’ έδειξε. Τ’ έδειξε. Ζόρι ήταν, από ένα σκέτο π’ έπαιζε νταβούλ’, να μάθει τζαζ.

 

  • Γιάννης Παντελέλης (1917-1986). Αδερφός του. Έπαιζε τρόμπα – κορνέττα, αλλά και σαντούρι. Ο Γιάννης Παντελέλης είχε διδάξει τρόμπα και κορνέτα οργανοπαίχτες στην περιφέρεια της Πέτρας.

 

Για τον αδερφό του Γιάννη, ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει:

Αυτό το Γιάννη, δεκατριώ χρονώ τον έμαθα. Δεν έφτανε τα πόδια του κάτω στην καρέκλα, που καθόταν κι έπαιζε. Όχι μονάχα να διαβάζει, αλλά και θεωρία του ‘δειξα, κλίμακες, αυτό. Στον Μαλλιαρέλη έμαθε. Ύστερα εξ αρχής τον πήρα εκεί, γίνηκε, κορυφή ήταν. Γιάννης το Παντελέλη άμα πεις, όλο το νησί τον ξέραν. Στη Μέση Ανατολή έκανε, στη στρατιωτικιά μουσική δυο χρόνια (στον πόλεμο του 1940). Όχι μουσική μονάχα, όχι μονάχα να διαβάζει, και θεωρία, κλίμακες, αυτό. Αλλά αυτός έγινε, με άφησε μένα. […] Ο Γιάννης έμαθε δω, πήγε στρατιωτικιά μουσική, το ’36, στην Αθήνα, στη Λάρισσα. Στη μεραρχία, έκανε τη θητεία του εκεί και μετά απολύθηκε και ήρθε στην κατοχή και φύγαν με βάρκα στην Τουρκία, με βάρκα και πήγε ως μουσικός που ήξερε, ανάλαβε ορχήστρα, διεύθυνε. . Και παίζαν και ό,τι εισπράξεις κάναν, τα μοίραζε. Ενίσχυση στους Έλληνες, τις οικογένειες τις φτωχειές. Εκεί έμαθε ευρωπαϊκά, ευρωπαϊκά τα κατείχε όλα. Είχε ένα σορντίνο (δηλαδή “σιγαστήρα”) στην τρόμπα μέσα, για να μελετάει και να μην ακούγεται. Ήτανε απ’ όλα. Μέσα στην Αθήνα αν επάγαινε, δεν θα υπήρχε άλλον, τέτοια κορνέτα. Αφού σου λέω, το άλλο που ασχολιόταν να γράφει, να παίζει εκεί πέρα και να γράφει μουσική και να το πάρω εγώ αυτό το γραμμένο να το δώσω σ’ ένα μουσικό να το παίξει, όπως το ‘παιζε. Σαν τη φωτογραφική μηχανή να πούμε, που βγάζει, έτσι.

Ο Γιάννης που λέμε, όταν έπαιζε το γραμμόφωνο εκεί πέρα, ό,τι ήταν, μπορούσε να γράφει μουσική. Είχε χορτάσει να πούμε και σολφέζ. Κάθε που χτυπούσε ήξερε ποιά φωνή είναι, σπάνιο, δεν το ξέρουν όλοι…Και σαντούρ’ έπαιζε και τρόμπα έπαιζε. Ήταν γερός. Μέσα στη στρατιωτικιά μπάντα, στην Μέση Ανατολή, τους διηύθυνε αυτός – μας τα λέγαν οι άλλοι που ήρθαν εδώ πέρα. Λεφτά όσα έπαιρνε, που κάναν κάθε επίδειξη να πούμε, τα μοίραζε στις οικογένειες που ήταν από δω φευγάτοι. Τα μοίραζε, ήρθε δω πέρα μ’ ένα παντελόνι. Ήταν άλλος χαρακτήρας αυτός.

Είχαμε κι όργανα γερά, ήταν τ’ αδέρφια μου γερά, το τρομπόνι, η τρόμπα. Κορνέτα δεν είχε άλλη στην Μυτιλήνη σαν κι αυτόν. Στη Μέση Ανατολή διηύθυνε Ιταλούς μουσικούς το ’40. Το ’40 έφυγαν από εδώ πέρα με τη βάρκα πήγαν στη Μέση Ανατολή, ως μουσικός, ο Γιάννης. Απ’ τη Μελίντα καρσί, τους πιάσαν οι Τούρκοι, τους βάλαν σ’ ένα κτίριο λέει κι αφήκαν το παράθυρο ανοιχτό. Δεν τους έκοψε ότι θα φύγουν. Θέλαν να τους τιμωρήσουν και τους βάλαν μέσα. Ήταν το παράθυρο ανοιχτό, πηδήξαν. Μονάχα αυτός έφυγε. Κακώς έφυγε κι αυτός, αλλά ήθελε να φύγει. Όχι δεν ήταν στο ΕΑΜ. Επειδής δεν είχε τρόφιμα, τέτοια, εκτός από το όργανο δεν έκανε άλλη δουλειά και έφυγε…

 

Τη δεκαετία του 1960

[…] είχε παρατήσει ο Γιάννης αυτός, ο αδελφός μου, πήγε στην Αθήνα, σπούδαζε μια κόρη του κι αναγκάστηκε να παρατήσει το επάγγελμα τ’, και δούλευε εκεί στα ψυγεία σε τέτοιο μαγαζί, κι έφυγε αυτός που μας κρατούσε, χωρίς να θέλω να το πω, αυτός μας κρατούσε κι εγώ, οι άλλοι ήταν πιο υποδεέστεροι.

 

  • Παναγιώτης Παντελέλης ή “Ασπαρκιά”. (1921-1995). Αδερφός του. Έπαιζε τρομπόνι στην κομπανία των Παντελέληδων, στο διάστημα 1938-40 στην Αγία Παρασκευή και από το 1940 ως τη δεκαετία του ’60 στο Παλιοχώρι. Στη δεκαετία του 1950 και 1960 συνεργάστηκε με τον Νίκο Καλαϊτζή ή “Μπινταγιάλα” στην Καλλονή. Στη δεκαετία 1960-1970 συνεργάστηκε επανειλημμένα με τον Παλιοχωριανό Παναγιώτη Γανώση, που έπαιζε βιολί και ήταν εγκατεστημένος στην Καλλονή. Στη δεκαετία του 1980 είχε καφενείο στην αγορά του Παλιοχωριού, το οποίο διατηρεί η γυναίκα του. Είχε διδάξει τρομπόνι σε κάποιον Μεταξή που καταγόταν από το Αμπελικό. Είχε διδάξει μουσικούς και στη Βρίσα. Το παρατσούκλι “Ασπαρκιά”, προέρχεται από τον ομώνυμο άγριο θάμνο που όταν φλέχεται κάνει θόρυβο. Σύμφωνα με τον Μανώλη Παντελέλη του το απέδωσαν επειδή ήταν ευέξαπτος και ζωηρός.

 

  • Τιμωλής Παντελέλης. Ανηψιός του, γιος του Βαγγέλη. Παίζει ακορντεόν. Συμμετείχε στην κομπανία των Παντελέληδων στο Παλιοχώρι τις δεκαετίες 1950 και 1960.

 

  • Στρατής Παντελέλης, από το Παλιοχώρι, που παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στον Μπορό (Νεοχώρι). Θείος του (αδερφός του πατέρα του). Έπαιζε βιολί.

Ο πατέρας ο δικός μου κι αυτος ήταν αδέρφια. Ήταν οχτώ αδέρφια, εδώ μες στο Παλιοχώρι. Ο παππούς μου ήβγαλε βιολί, τον Στρατή Παντελέλη να πούμε, αυτόν, απ’ το Μπορό. Βιολί γλύκα. Κι ύστερα έβαλε και τον γιο του, Παντελή, σαντούρι και παίζαν καλώς. Ε, ακμάζαν τότες, δεν είχε και αυτά. Πηγαίναν στη Μικρα Ασία και παίζαν. Εγώ ακουστά τα’ χω. Ξέρω, τώρα που παίζαν μαζί. Γιατί εγώ πήγαινα για να εξασκηθώ, πήγαινα μαζί με το θείο μου κι έπαιζα, για να πάρω το ταλέντο, το αυτό να πούμε, βέβαια. Τσάμπα δουλεύαμε κοντά τους, δεν μας δίναν τίποτα, μόνο να ξεσκάσουμε, να ξεθαρρέψουμε.

 

  • Παντελής Παντελέλης. Γιός του Στρατή, εξάδερφος του Μανώλη. Έπαιζε σαντούρι. Συνεργάστηκε με τους Παντελέληδες στην Αγία Παρασκευή, στο διάστημα 1934-39, και αργότερα, περιστασικά, στην περιφέρεια του Παλιοχωριού. Κατά κανόνα όμως συνόδευε τον πατέρα του στο βιολί και συνεργαζόταν με το μουσικό συγκρότημα του Νεοχωρίου.

 

Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα:

Το κύριο βιοποριστικό επάγγελμα του Μανώλη Παντελέλη, από το 1925 μέχρι το 1960 ήταν η επαγγελματική ενασχόληση με το βιολί. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 συνεργάστηκε με τους μικρότερους αδερφούς του και έφτιαξαν μία κομπανία στο Παλαιοχώρι. Από τη δεκαετία του 1960 και μετά, όταν διαλύθηκε η οικογενειακή κομπανία, καλλιεργούσε ελιές στα δικά του κτήματα, συνέχισε όμως περιστασιακά να παίζει βιολί συμμετέχοντας σε διάφορα συγκροτήματα.

Εγώ ήθελα αποκλειστικώς το βιολί, δεν ήθελα άλλες δουλειές να κάνω. […] Αλλά, μετά (τη δεκαετία του 1960) δηλαδή εγώ δεν είχα πολλή ανάγκη να παίξω. Είχα κτήματα, εδώ. Τα δουλεύαμε μεις, με τη γυναίκα μαζί, όλα. Δυό, τρεις χιλιάδες κιλά λάδι έκανα. Αλλά αδίκως τ’ αγόρασα. Τώρα για την κόρη μου, εδώ χάνουν. Τα κτήματα δεν τ’ αγοράζουν, εκτός περιθαλάσσια. Ενώ εμείς, δεν αγόραζα περιθαλάσσια, γιατί τον ανθόν που κάνει η ελιά, τον έκαβε η αρμύρα και κοιτάζαμε να πάρουμε κτήματα στο βουνό. […] Τ’ αδέρφια μου στην Καλλονή που ήτανε τα Γανωσέλια, πηγαίναν αυτοί. Εγώ, με καλούσαν, δεν μπορούσα να πάω, είχα τα κτήματα, ναι. Απ’ τη γυναίκα μου πήρα (κτήματα) κι αγόρασα εγώ άλλα τόσα. Αλλά δυστυχώς δεν είχαν αξία, τα χάσαμε. Έκανα και εξοχικό εδώ απάνω στο Ραχίδι (τοποθεσία στα ορεινά του Παλιοχωριού), είχα αμπέλι, όλο “φαϊσερά”, ραζακιά σταφύλια απ’ τη Θεσσαλονίκη. Τρεις χιλιάδες κιλά λάδι έδωσα να τα κάνω αυτά. Το ’60 με ’61. Σε χρήματα τ’ αγόρασα, αλλά πουλούσα λάδι. Μαζεύαμε τις ελιές, πολλά φορτηγά και μετά σγαζόμασταν στον εργοστασιάρχη κι ερχόνταν οι αχθοφόροι, οι χαμάληδες, τα παίρναν και τα κατεργαζόνταν. […] Έξαφνα είχα 50 κλήματα φαϊσερά ραζακιά, φράουλες, κυπριανό. Έτρωγα και αν περίσσευε, πούλαγα. Δεν έκανα κρασιά. Γιατί το μέρος εκεί απάνω στο Ραχίδι σήκωνε τα φαϊσερά, αυτά που τρώγονται, τα ραζακιά. Ραζακί, άσπρο. Φαϊσερά τα λέμε επειδής τρωγόνται. Τ’ άλλα είναι κρασοστάφυλα τα λέμε. Είχα και καμιά δεκαριά κι έκανα το κρασί μου. Τρεις χιλιάδες είχα ξοδέψει λάδι, δραχμές πια, από είκοσι δραχμές το λάδι το πουλούσαμε, η οκά ήτανε τότες, το ’60. Ζημιά. Έπρεπε να είχα τρία τέσσερα οικόπεδα μες στην Αθήνα. Τον καιρό, είχα κάτι εργάτες και τα δουλεύαν και μαζέψαν τα λεφτά και πήγαν κι αγοράσαν εκεί κτήματα με δέκα, με πέντε χιλιάδες το τετραγωνικό. Το πήρα αυτό (το κτήμα στο Ραχίδι) για εξοχικό. Είχα δυο κορίτσια στην Αυστράλια και μου λέγαν “να είχαμε στο Ραχίδι” – ήταν πενήντα οικογένειες – και τώρα μένουν δυο – τρεις. Πέθανε η γυναίκα μου, πέθανε του αλλουνού, δεν πάει, οι γέροι φύγαν όλοι. Εξοχή πηγαίναμε από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο. Πύργο είχα καμωμένο με τζαμαρία μέσα.

 

Επί κατοχής των Γερμανών:

[…] Εμείς εδώ με το Βαγγέλη κι ο άλλος ο Παναγιώτης (οι αδερφοί του), είχαμε μουλάρια, τον αγωγιάτη. Τον αγωγιάτη έκανα εγώ, λάδια έπαιρνα δέκα, πέντε φορτία έπαιρνα λάδια απ’ τους εργοστασιαρχέοι, από το Παλιοχώρι και τα πήγαινα στη Βρισά και αντάλλαζα, έπαιρνα τρόφιμα από κει και τα έφερνα, τα πουλούσα εδώ, έπαιρνα λάδι πάλι, έκανα αυτή τη δουλειά, μέχρι που ‘ταν οι Γερμανοί εδώ.

 

Ο Μανώλης Παντελέλης εργάστηκε επίσης για κάποιο διάστημα εργάτης στο παλιό ελαιοτριβείο του Μελανδινού στην Λαγγαδούρα (τοποθεσία στην είσοδο του Παλαιοχωρίου), ενώ έχει πάει και στον Πολυχνίτο, να δουλέψει στο κλάδεμα της ελιάς, που απαιτούσε εξειδικευμένη γνώση.

 

 

Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο:

Ο Μανώλης Παντελέλης γεννήθηκε και έζησε στο Παλαιοχώρι Λέσβου. Στο διάστημα 1931-1939 νοίκιαζε σπίτι στην Αγία Παρασκευή στην Κεντρική Λέσβο και έπαιζε επαγγελματικά μουσική στα χωριά της ευρύτερης περιφέρειας της.

Από τη δεκαετία του 1990, τον χειμώνα φιλοξενείται στην κόρη του και τον γαμπρό του, τον μουσικό Δημήτρη Καραβά, στην Αθήνα. Τα καλοκαίρια διαμένει στο Παλαιοχώρι.

 

 

Προσωπική και οικογειακή πορεία:

Ο Μανώλης Παντελέλης υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του το 1927-29 στη Θεσσαλονίκη.

Το ’27 έφυγα στρατιώτης, πήγα εκεί πέρα, στη Θεσσαλονίκη είχα πάει και παρακολούθησα και στο Ωδείο – εκεί προχώρησα στη μουσική.

Κληρωτός το ’27 πήγα. Απολύθηκα, δυο χρόνια έκανα κι απολύθηκα, Σαλονίκη έκανα. […] Μετά, το ’40, μας πήρε όλους. Είχα πάει στο Βέρμιο απάνω, Νταβούλι ονομάζεται, Βέρμιο, Κλεισούρα, Καστοριά. Τα χιόνια ενάμισυ μέτρο. Κοκκαλιάζαν, ο κόσμος ξεπάγωνε από τ’ αυτό. Ύστερα δώκαμε μάχη με τσι Γερμανοί. Τις τελευταίες δυο μέρες, στο πυροβολικό, λοχίας. Το ’40 δυο – τρεις μήνες κάναμε, το Μάϊο απολυθήκαμε. Κατέρρευσε το μέτωπο, εισβάλλανε οι Γερμανοί.

 

Όταν απολύθηκε από το στρατό, το 1929 ο Μανώλης Παντελέλης αποφάσισε να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη μουσική, και για το λόγο αυτό νοίκιασε σπίτι στην Αγία Παρασκευή και εντάχθηκε στο μουσικό συγκρότημα της οικογένειας Σταμπουλή, που ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.

Εδώ πέρα, στο χωριό μας υπήρχαν δυο συγκροτήματα, εδώ δεν είχε δουλειά πολλή συνέχεια. Εγώ ήθελα αποκλειστικώς το βιολί, δεν ήθελα άλλες δουλειές να κάνω. Λοιπόν, και δεν γινόνταν και τα γλέντια καλά, εδώ σπούσαν άλλοτις τζάμια, καβγαδίζαν και έφυγα και πήγα στην Αγιά Παρασκευή. Βρήκα ένα συγκρότημα εκεί πέρα, Σουσαμλήδες ονομαζόνταν – όχι, λάθος Σταμπουλήδες ήταν αυτοί. Και με πήραν εκεί πέρα στο βιολί. Πηγαίναμε σε χωριά, στην Στύψη, στα Παράκοιλα. Μείναμε, ‘πιάσα σπίτι εκεί πέρα και ‘μεινα κεί πέρα. Το ’31, ’32, ’33 έμεινα εκεί πέρα ‘γω, ήμουνα μπεκιάρης ακόμα. Μετά παντρεύτηκα, πήρα τη γυναίκα εκεί πέρα και καθήσαμε μέχρι το ’39 εκεί πέρα. Εκεί πέρα κάναμε γάμοι, κουρασμένοι, δυο μέρες και τρεις κρατούσαν οι γάμοι. Να κάθεσαι να παίζεις, νηστικός, αυτά.

 

Ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει τις εντυπώσεις και τα βιώματά του από τα παλιά γλέντια που γίνονταν στη Βόρεια Λέσβο, τη δεκαετία του 1930:

Ύστερα μετά Στύψη πήγαμε κι εκεί πέρα, στο μεζέ, πιάναν συκωτάρια… και πίνανε. Λοιπόν και πιάναν για μεζέ, πιάναν “κολιά”, να πούμε, άρμα απ’ τα βαρέλια, το αλμυρό, γι’ αυτό τους έχουν παρονομάσει εκεί πέρα “κολιαρμούδες” τους Στυψιανοί. Εκεί πέρα πάλι γλέντια γινόνταν. Λοιπόν μαλώναν στα τελευταία, ύστερα από δυο μέρες, μας είχαν, τυρρανίδα μεγάλη τραβούσαμε όμως, να γυρίσεις το χωριό, υποφέρναμε. Αλλά δεν είχε εδώ δουλειά όπως είχε εκεί πέρα. […] Α! Στύψη, όντας πρωτοπήγαμε, απαγορεύονταν μέσα στα καφενεία να παίξεις μουσική, δεν άφηνε η αστυνομία. Κι είχαν έναν, ήτανε χωροφύλακας, τον Παναγιώτ’ τον Σταμπουλή, λοιπόν και πήγε στην Αστυνομία στην Μυτιλήνη μέσα κι ήβγαλε άδεια και μας επιτρέπαν. Εκεί πέρα να ‘βλεπες, λοιπόν. Πριν πηγαίναμε σπίτι σε σπίτι. Μας έπαιρνες συ στο σπίτ’ σ’, διασκεδάζανε όσοι ήτανε, στ’ αλλουνού το σπίτι. Όχι μέσα στην αγορά, στα καφενεία, απαγορεύανε η αστυνομία, γιατί χτυπιώντανε. Είχαν χτυπήσει νωματάρχη, με τα μαχαίρια, με τα πιστόλια. Κάποτε κάναμε ένα γάμο, στην Στύψη απάνω, λοιπόν – όχι γάμο, αρραβώνα ήτανε – λοιπόν, αρραβωνιάστηκε, το κορίτσι που αρραβωνιάστηκε δεν πήρε αυτόν, τον αγαπητικό της. Πήρε άλλον. Και πήγε αυτός, ο πρώην, να πούμε, αγαπητικός της, λέει: “Θα με κεράσετε;”, “Να σε κεράσουμε”. Λοιπόν με το κέρασμα που πήγε, δεν θυμάμαι τώρα ο γαμπρός, δεν θυμάμαι ποιός κατέβηκε να τον κεράσει, κοπανίζει με το πόδι το δίσκο. Αρχινά ένας καβγάς, τραβήξαν μαχαίρια… τέτοια, βάρβαρα πράγματα. Αλλά φιλότιμοι: Μαλώναν αναμεταξύ ντων, ποιός θα μας πάρει στο σπίτι του να μας ταγίσει, να φάμε, ύστερα από δυο μέρες που (παίζαμε)…

 

Μουσική παιδεία:

Ο Μανώλης Παντελέλης είναι επαγγελματίας οργανοπαίχτης με θεωρητικές γνώσεις μουσικής. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας το 1927-29 στη Θεσσαλονίκη έκανε μαθήματα θεωρίας της μουσικής σε Ωδείο.

 

 

Μουσική μαθητεία:

Για την απόφαση του να μάθει βιολί ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει:

Είχα κάποτε φύγει από το σπίτι και πήγα στην Μυτιλήνη για δουλειά να βρω, ό,τι να ‘ναι. Πήγα στο Ίππειος δυο – τρεις μέρες, σε μπακάλικο. Με πήρε κάποιος μπακάλης και ήρθε ο πατέρας μου και με πήρε, με το γαϊδούρ’, από δω στο Ίππειος κι ήρθε και με πήρε, επειδής ζητούσα βιολί και δεν μ’ έβαζε.

Ο Μανώλης Παντελέλης διδάχθηκε βιολί, καθώς και το ιδιαίτερο ρεπερτόριο της εποχής και της περιοχής του από τρεις επαγγελματίες βιολιστές της ευρύτερης περιφέρειάς του: Το 1925-26 ξεκίνησε μαθήματα βιολιού στον βιολιστή Αχιλλέα Σουσαμλή στην Αγιάσο, όπου διέμεινε έξι μήνες. Μετά μαθήτευσε στον βιολιστή Δημήτρη Χρήστου στην Πλαγιά της περιφέρειας Πλωμαρίου. Στη συνέχεια, εμπλούτισε σημαντικά το ρεπερτόριό του και βελτίωσε την τεχνική του κοντά στον θείο του βιολιστή Στρατή Παντελέλη, που κατοικούσε στο Νεοχώρι (Μπορό) της περιφέρειας Πλωμαρίου. Ο Μανώλης Παντελέλης ενδιαφερόταν διαρκώς να βελτιώσει την τεχνική και τη δεξιοτεχνία του, και για το λόγο αυτό, το 1947-48 επισκέφτηκε και έλαβε μαθήματα από τον βιολιστή Γρηγόρη Κωνσταντακέλλη στον Σκόπελο της Γέρας. Για τη μαθητεία του στο βιολί και για τους δασκάλους του, ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει:

Σ’ αυτόν πήγα πρώτα να μάθω βιολί, στην Αγιάσο, στον Αχιλλέα το Σουσαμλή, μουσικός καλός, αλλά μπεκρής, έπινε. Έξι μήνες έκανα, το ’25 με ’26. Καλός μουσικός, μου έδωσε βάσεις καλές. Μετά έφυγα και τα πήρα όλα τα κομμάτια. Έξαφνα μ’ έβαζε ένα συρτό, λέγω “να μου βάλεις κι άλλο”, “Ε”, λέει, “μπορείς να πληρώνεις μια λίρα το μάθημα; Ξέρω, εκατό συρτά υπάρχουν, θα δώσεις εκατό εικοσιπεντάρια; Πήγαινε απ’ τον έναν, απ’ τον άλλον θα τα παίρνεις”. Χάρτινη λίρα του έδινα, 25 δραχμές ήταν η λίρα (τα έξοδα του τα πλήρωνε ο πατέρας του). Στην Αγιάσο, είχα νοικιάσει σπίτι και με πειράζανε οι Αγιασώτισσες: “Ε, Πλωμαριτέλ’, έλα να μας κάνεις παρέα.

Α! ξέχασα να πω, μετά πο’ φυγα απ’ την Αγιάσο, πήγα στην Πλαγιά σε κάποιον, να πάρω τα χωριανά μας, τα παραδοσιακά αυτά, γιατί δεν είχα διδαχθεί καθόλου σκοποί από κει πέρα. Ο Σουσαμλής μ’ έμαθε διάφορα εμβατήρια, δεν είχα σχεδόν διδαχθεί ουσιώδη πράγματα απ’ αυτόν. Μετά πήγα στην Πλαγιά και πήρα τα χωριανά μας, συρτά, καλαματιανά, ζεϊμπέκικα. Από τον Μήτρο Χρήστου, απ’ την Πλαγιά, βιολίστας.

Ο Στρατής Παντελέλης, αυτός ήταν θείος ιμ, απ’ αυτόν διδάχθηκα τα πολλά, όντας ήρθα εδώ πέρα. Πήγαινα στο θείο, με τα πόδια στον Μπορό, του ‘λεγα: “Θείο, να μου δείξεις το “αδραμυττιανό”, να μου δείξεις το τάδε, το τάδε.

Εγώ πήγαινα για να εξασκηθώ, πήγαινα μαζί με το θείο μου (Στρατή Παντελέλη) κι έπαιζα, για να πάρω το ταλέντο, το αυτό να πούμε, βέβαια. Τσάμπα δουλεύαμε κοντά τους, δεν μας δίναν τίποτα, μόνο να ξεσκάσουμε, να ξεθαρρέψουμε. Και να τους παίρνει εδώ πέρα, όλο το συγκρότημα, Πλαγιώτες, ο πατέρας μου τους έπαιρνε μουσαφιραίοι στο σπίτι, μόνο και μόνο να μου δείξουν κάτι τις. Γιατί που θε να τα μάθει; Έπειτα ήταν πρακτικοί αυτοί όλοι. Εγώ ήθελα με τη μουσική να το διαβάσω, δεν πολυέπαιρνα με το αυτί. Αλλά άμαν το ‘γραφες…

Στην Γέρα πήγα σ’ έναν, Κωσταντακέλλης ονομαζόταν Γρηγόρης, στον Σκόπελο. Βιολί, άριστο βιολί, αλά τούρκα: Στο βιολί απάνω έβαζε τις δυο τις κόρδες – “δίκορδο” το λέγαμε – και αντάμωνε το Μι με το Λα, τις αντάμωνε στον καβαλάρη απάνω που έχει το βιολί, τις κόλλαγε και βγάζαν αρμονία. Τσι δυό κόρδες, τα πρίμα: Μι και Λα. Τα μπάσα κάθονταν στο μέρος τους: Σολ, Ρε, καθόνταν. Πήγα και τ’ έδωσα ένα χιλιάρικο – καλό χιλιάρικο τ’ έδωσα – και μου ‘δειξε “δίκορδο”. Ναι, είχα σεβντά πολύ. Θε να’ ταν κατά το ’47 – ’48.

 

Μουσική εξειδίκευση (τραγούδι, ή/και όργανα):

Ο Μανώλης Παντελέλης ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά βιολί το 1925 σε συνεργασία με τον πατέρα του, Κώστα Παντελέλη στο σαντούρι και το θείο του, Στρατή Παντελέλη δεύτερο βιολί. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 νοίκιασε σπίτι στην Αγία Παρασκευή και εντάχθηκε στην κομπανία των αδερφών Σταμπουλή, οι οποίοι μέχρι το 1922 έπαιζαν μουσική στα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο Μανώλης Παντελέλης μαζί με τους μικρότερους αδερφούς του σχημάτισαν δική τους κομπανία. Το μουσικό συγκρότημα των αδερφών Παντελέλη, απαρτιζόταν από τον Μανώλη (βιολί), Βαγγέλη (ντραμς), Παναγιώτη ή «Ασπαρκιά» (τρομπόνι), Γιάννη (τρόμπα ή κορνέττα), καθώς και από τον εξάδελφό τους Παντελή Παντελέλη (σαντούρι). Η κομπανία των αδερφών Παντελέλη έπαιζε μουσική στην ευρύτερη περιφέρεια Πλωμαρίου από το 1940 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Ο Μανώλης Παντελέλης έχει αναφέρει τα ακόλουθα μουσικά συγκροτήματα, καθώς και μεμονωμένους μουσικούς της στενής γεωγραφικής του περιοχής αλλά και της Λέσβου γενικότερα. Ως περιφέρεια του αναγνωρίζει το Παλαιοχώρι και τα γύρω χωριά της περιφέρειας Πλωμαρίου, όπως: Νεοχώρι (Μπορό), Ακράσι, Αμπελικό, Κουρνέλα, Πλωμάρι, Πλαγιά.

 

  • Ποσειδώνας Δίβαρις – Καραβάς (1911-1985). Περίφημος βιολιστής και καλλίφωνος τραγουδιστής. Καταγόταν από τη Σμύρνη και ήρθε πρόσφυγας στο Παλαιοχώρι μαζί με την μητέρα του στον διωγμό του 1914. Είχε τρεις γιούς που έγιναν επαγγελματίες μουσικοί.

 

  • Γιάννης Καραβάς. Γαμπρός του, γιος του Ποσειδώνα Καραβά. Επαγγελματίας μουσικός, παίζει ακορντεόν και κυρίως αρμόνιο. Γεννήθηκε το 1930. Από το 1948 μέχρι σήμερα κατοικεί στην Αυστραλία.

 

  • Δημήτρης Καραβάς. Γαμπρός του, γιος του Ποσειδώνα Καραβά. Γεννήθηκε το 1934. Επαγγελματίας μουσικός, παίζει ακκορντεόν και αρμόνιο. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 έως το 1970 διέμενε στην Αυστραλία. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 κατοικεί στην Αθήνα.

 

  • Ιγνάτης Σαβέλλης. Καταγόταν από το Παλιοχώρι, αλλά κατοικούσε στη Βρισά. Ήταν θείος του Ποσειδώνα Καραβά, αδερφός της μητέρας του Ραλλιάς. Έπαιζε κοντραμπάσο στο Μεγαλοχώρι, τη δεκαετία του 1930.

 

  • Παναγιώτης Γανώσης, από το Παλιοχώρι. Έπαιζε βιολί. Γεννήθηκε το 1920. Ήταν μαθητής του Ποσειδώνα Καραβά και στο ξεκίνημα του έπαιζε μαζί του, σαν δεύτερο βιολί, στην περιφέρεια Πλωμαρίου. Στην δεκαετία του 1930 είχε κομπανία στο Παλιοχώρι, μαζί με τον Αριστή Σκυβαλάκη στο σαντούρι και τον Παντελή Σκυβαλάκη στο αρμόνιο. Στη δεκαετία του 1940 παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στην Καλλονή, όπου έφτιαξε κομπανία με τον αδερφό του Γιώργο στο σαντούρι και τα ντραμς και τον αδερφό του Δημήτρη στο ακορντεόν. Στη δεκαετία του 1960 και 1970, συνεργαζόταν τακτικά στην Καλλονή με τον Παναγιώτη Παντελέλη ή “Ασπαρκιά” στο τρομπόνι.

 

  • Γιώργος Γανώσης, από το Παλιοχώρι. Παίζει σαντούρι και ντραμς. Γεννήθηκε το 1927.

 

  • Δημήτρης Γανώσης, από το Παλιοχώρι. Έπαιζε ακορντεόν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, οπότε χρίστηκε παππάς.

 

  • Παντελής Σκυβαλάκης, από το Παλιοχώρι. Ο πατέρας του καταγόταν από την Κρήτη, γι’ αυτό και τους Σκυβαλάκηδες τους αποκαλούσαν «Κρητικούς». Έπαιζε φυσαρμόνικα, ακορντεόν και αρμόνιο. Συνεργάστηκε επανειλλημένα με τους αδελφούς Παντελέλη στο Παλαιοχώρι.

 

  • Αριστής Σκυβαλάκης, από το Παλιοχώρι. Έπαιζε σαντούρι.

 

  • Γιώργος Αχειλαράς, από το Παλιοχώρι. Έπαιζε κλαρίνο.

 

  • Δεληγιάννης, Παληκαρέλης και Ψάνης, παλιοί μουσικοί από το Παλιοχώρι.

 

  • Παναγιώτης Τυροπώλης, από το Πλωμάρι. Έπαιζε σαντούρι στη δεκαετία του 1930 και 1940 μαζί με τον Ποσειδώνα Καραβά στο βιολί.

 

  • Σταύρος Ρουμελιώτης ή “Καραχάλιας”, από το Πλωμάρι. Έπαιζε τρόμπα (κορνέττα). Έχει συνεργαστεί με τον Μανώλη Παντελέλη και τον Ποσειδώνα Καραβά, τη δεκαετία του 1930 και 1940.

 

  • Μιχάλης Γιαννίκος ή “Πατεντάδος”, από το Πλωμάρι. Έπαιζε βιολί.

 

  • Μιχάλης Βερβέρης ή “Τουρκογιάννης”, από το Πλωμάρι (1911-75). Έπαιζε βιολί.

 

  • Δημήτρης Καμπάνης, από το Πλωμάρι. Έπαιζε κλαρίνο. Στη δεκαετία του 1960 μετανάστευσε στην Αυστραλία, όπου και πέθανε.

 

  • Βασίλης Καλδής, πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, που εγκαταστάθηκε το 1922 στο Πλωμάρι. Μουσικοδιδάσκαλος. Παρέδιδε μαθήματα μουσικής στο σπίτι του, στην συνοικία “Ταρσανάς”.

 

  • Ευστράτιος Μουτζούρης, από το Μεγαλοχώρι. Έπαιζε βιολί πριν τον πόλεμο του 1940.

 

  • Αριστείδης Κουμπάς, από τα Βασιλικά. Παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στο Νεοχώρι (Μπορό). Οργανοπαίχτης πρακτικός. Έπαιζε τρόμπα στην κομπανία του Μπορού (δεκαετίες 1930-1940).

 

  • Παναγιώτης Λιναρδής, από τη Βρίσα. Παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στο Νεοχώρι (Μπορό). Έπαιζε κλαρίνο στην κομπανία του Μπορού (δεκαετίες 1930-1940).

 

  • Μανώλης Βουλέλης, από το Νεοχώρι (Μπορό). Οργανοπαίχτης πρακτικός. Έπαιζε τρομπόνι στην κομπανία του Μπορού (δεκαετίες 1930-1940).

 

  • Γιώργος Χατζέλλης ή “Χαχίνα” ή “Βέβα”, από τ’ Ακράσι. Περίφημος μουσικός, έπαιζε σαντούρι. Στις αρχές του 20ού αιώνα είχε μεταναστεύσει στην Αμερική. Μετά το 1920 επέστρεψε στο Ακράσι. Συνεργαζόταν συστηματικά με την κομπανία της οικογένειας Βερβέρη στο Ακράσι.

 

  • Γιάννης Βερβέρης ή “Μπαλάκος”, από τ’ Ακράσι. Γεννήθηκε το 1908. Έπαιζε βιολί. Ο πατέρας και ο αδερφός του ήταν επίσης μουσικοί και είχαν κομπανία μέσα στο Ακράσι προπολεμικά, μαζί με τον σαντουριέρη Γιώργο Χατζέλλη ή “Χαχίνα”.

 

  • Σωκράτης Βερβέρης, από το Αμπελικό. Έπαιζε βιολί.

 

  • Στρατής Βαλάκος, από το Αμπελικό. Έπαιζε τρόμπα – κορνέττα.

 

  • Μελιγωνίτης, από το Αμπελικό. Έπαιζε βιολί, αλλά μετά το 1950 μετανάστευσε στον Καναδά.

 

  • Μεταξήδες: Είχαν κομπανία στο Αμελικό στη δεκαετία του 1950.

 

  • Γιώργος Καβαρνός ή “Αράπης”, καταγόταν από τη Σμύρνη. Παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στην Πλαγιά. Επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε σαντούρι. Τις δεκαετίες 1930 – 1940 συνεργαζόταν τακτικά με τον Ποσειδώνα Καραβά στο βιολί και στο τραγούδι. Μετά το 1950 μετανάστευσε στην Αυστραλία όπου είχαν παντρευτεί και εγκατασταθεί οι κόρες του.

 

  • Κώστας Στεριανός ή “Μπουρλής”, από την Πλαγιά. Έπαιζε ντραμς. Στη δεκαετία του 1930 και 1940 συνεργαζόταν με τον Ποσειδώνα Καραβά.

 

  • Δημήτρης ή “Μήτρος” Χρήστου, από την Πλαγιά. Επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε βιολί. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 δίδαξε βιολί τον Μανώλη Παντελέλη.

 

  • Παναγιώτης Χρήστου, από την Πλαγιά. Γιός του Δημήτρη Χρήστου. Παίζει βιολί.

 

  • Στρατής Χρήστου, από την Πλαγιά. Γιός του Δημήτρη Χρήστου. Παίζει ακορντεόν και κιθάρα.

 

  • Μαλλιαρέλης, από την Πλαγιά. Έπαιζε τρόμπα. Ήταν ο δάσκαλος του Γιάννη Παντελέλη στην τρόμπα. Είχε κομπανία μαζί με τους αδερφούς του στην Πλαγιά. Στη δεκαετία του 1930, συνεργαζόταν με τον Ποσειδώνα Καραβά.

 

  • “Γκάϊτατζης”, από τη Δρότα. Έπαιζε γκάϊντα στις αρχές του 20ού αιώνα.

 

  • μπαρμπα-Στέλιος, πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, που εγκαταστάθηκε στην Μυτιλήνη. Περίφημος βιολιστής, που άκμασε πριν τον πόλεμο του 1940. Δίδαξε βιολί σε πολλούς μουσικούς της Λέσβου, μεταξύ των οποίων και στο γιό του Παναγιώτη, καθώς και στον Ποσειδώνα Καραβά, στα τέλη της δεκαετίας του 1920.

 

  • Κλεάνθης Μυρογιάννης, από την Μυτιλήνη. Περίφημος βιολιστής, που διατηρούσε “Ωδείο” στην Μυτιλήνη πριν τον πόλεμο του 1940. Σύμφωνα με τον Παντελέλη, έπαιζε μόνο ευρωπαϊκά και όχι τοπικούς ή μικρασιάτικους σκοπούς.

 

  • Παναγιώτης Παπλωματάς ή “Καλέλης”, από την Μυτιλήνη. Έπαιζε ντραμς. Διετέλεσε πρόεδρος του Σωματείου των μουσικών στη Λέσβο, το οποίο ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και διαλύθηκε τη δεκαετία του 1970.

 

  • Στρατής Σταμπουλής. Πρόσφυγας από την Μικρά Ασία που καταγόταν από τη Συκαμιά. Επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε κλαρίνο και είχε φτιάξει μουσικό συγκρότημα με τους γιούς του, Παναγιώτη (σαντούρι), Στέλιο (κορνέτα) και Σαράντο (νταούλι). Τη δεκαετία του 1930 είχε νοικιάσει σπίτι στην Αγία Παρασκευή και έπαιζε μουσική στην ευρύτερη περιφέρεια της κεντρικής Λέσβου. Την περίοδο αυτή συνεργάστηκε με τον Μανώλη Παντελέλη στο βιολί.

 

  • Στρατής Βροντάνης, από την Αγία Παρασκευή. Έπαιζε ζουρνά, μετά τον πόλεμο του 1940.

 

  • Μπουρμπούλοι. Οικογένεια μουσικών, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία που εγκαταστάθηκαν στην Αγία Παρασκευή Λέσβου. Ο πατέρας έπαιζε λαγούτο και τραγουδούσε και οι γιοί του έπαιζαν βιολί και σαντούρι.

 

  • Η οικογένεια Σουσαμλή περιελάμβανε πολλούς μουσικούς και είχε μουσικό συγκρότημα στην Αγιάσο. O Αχιλλέας Σουσαμλής. Έπαιζε βιολί. Από αυτόν έλαβε τις πρώτες γνώσεις του στο βιολί ο Μανώλης Παντελέλης, κατά την εξάμηνη παραμονή του στην Αγιάσο, το 1924-25. Ο Αχιλλέας έπαιρνε τότε 25 δραχμές ή μία χάρτινη λίρα το μάθημα. Παναγιώτης Σουσαμλής ή “Κακούργος”, από την Αγιάσο. Επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε κλαρίνο.

 

  • Χαρίλαος Ρόδανος, από την Αγιάσο. Επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε βιολί.

 

  • Γιάννης Καλαϊτζής ή “Μπινταγιάλας”. Καταγόταν από τον Μεσότοπο. Έπαιζε νταούλι και είχε κομπανία μαζί με τους γιούς του Δημήτρη (βιολί) και Νίκο (σαντούρι, βιολί αλλά και κορνέτα και τρομπίνι). Τη δεκαετία του 1920-1930 έμενε στον Πολυχνίτο, μαζί με τους γιούς του, και έπαιζαν μουσική στην ευρύτερη περιφέρειά του. Ο Μανώλης Παντελέλης είχε διδάξει βιολί τον Δημήτρη Καλαϊτζή, ενώ συνεργάστηκε επανειλημμένα μαζί με τον πατέρα τους τη δεκαετία του 1930.

 

  • “Παύλος”, πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, που εγκαταστάθηκε στα Παράκοιλα. Έπαιζε ούτι και συχνά τον συνόδευε με το νταούλι ο Γιάννης Καλαϊτζής ή “Μπινταγιάλας”.

 

  • “Βαγγελάκης”, από τα Παράκοιλα. Έπαιζε βιολί μαζί με τον “Παύλο”, που έπαιζε ούτι.

 

  • Γρηγόρης Κωσταντακέλλης, από τον Σκόπελο της Γέρας. Περίφημος βιολιστής. Σ’ αυτόν πήγε ο Μανώλης Παντελέλης το 1947-48 και τον πλήρωσε 1.000 δρχ, για να του διδάξει το “δίκορδο” (τρόπος παιξίματος του βιολιού “αλά τούρκα”).

 

  • Στρατής Κουτσαυτής, από τη Γέρα. Έπαιζε τρομπόνι.

 

  • Καμπάδες, μουσικοί από τον Παππάδο της Γέρας.

 

  • Δημήτρης “Φιλιανός”, από τη Φίλια. Έπαιζε σαξόφωνο πριν τον πόλεμο του 1940, ενώ για κάποιο διάστημα στις αρχές του 20ού αιώνα είχε μεταναστεύσει στην Αμερική. Ο πατέρας του έπαιζε κλαρίνο. Είχαν οικογενειακό μουσικό συγκρότημα στη Φίλια, που περιελάμβανε βιολί, σαντούρι, κλαρίνο, τρόμπα και σαξόφωνο. Τους επονόμαζαν «Φιλιανοί». και τους επονόμαζαν «Φιλιανοί».

 

  • μπαρμπα-Κώστας, από την Ερεσό. Έπαιζε κλαρίνο. Είχε συγκρότημα στην Ερεσό μαζί με τους γιούς του, πριν τον πόλεμο του 1940.

 

  • Στρατής Μανταμαδέλης, από τον Μανταμάδο. Διδάχτηκε μουσική από τον Γιάννη Παντελέλη, έπαιζε βιολί. Τη δεκαετία του 1950 μετανάστευσε στην Αυστραλία, όπου συνέχισε την επαγγλεματική ενασχόληση με τη μουσική.

 

  • Μενέλαος Κυριακόγλου, από την Κάπη. Έπαιζε βιολί και τρομπόνι. Είχε μουσικό συγκρότημα με τους γιούς του.

 

  • Κώστας Μα(γ)ιόγλου ή “Γκάϊτατζης”. Πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία που μετά το 1922 εγκαταστάθηκε στην Αγία Παρασκευή. Επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε γκάϊντα και νταούλι. Τη δεκαετία του 1930 έπαιζε νατούλι μαζί με τους γιούς του Μανώλη (βιολί) και Απόστολο (σαντούρι).

 

  • Ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει ότι τη δεκαετία του 1930 και μέχρι τον πόλεμο του 1940, έρχονταν περιστασιακά στην κεντρική Λέσβο μουσικοί από τη Νικομήδεια, που έπαιζαν ζουρνάδες και νταούλια.

 

  • Μουσικοί από τη “Μακεδονία” (και τη Θράκη), από τη Βέροια, την Ξάνθη, την Κομοτηνή, που έπαιζαν ζουρνάδες και νταούλια: Περιόδευαν στη Λέσβο έως τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως διευκρινίζει ο Μανώλης Παντελέλης επρόκειτο για χριστιανούς “Έλληνες”, οι οποίοι περιόδευαν χειμώνα – καλοκαίρι, παίζοντας δικούς τους σκοπούς.

 

 

Συγκρότημα – κομπανία:

Μουσικό συγκρότημα των Παντελέληδων ή «τα Παντελέλια».

 

 

Σταθερές μουσικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε/συμμετέχει:

Ο Μανώλης Παντελέλης ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά βιολί στα τέλη της δεκαετίας του 1920 σε συνεργασία με άλλους μουσικούς της περιφέρειάς του.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 έως και τη δεκαετία του 1960 ο Μανώλης Παντελέλης έφτιαξε μουσικό συγκρότημα μαζί με τους μικρότερους αδερφούς του και έπαιζαν μουσική στην ευρύτερη περιφέρεια του Παλαιοχωρίου. Το μουσικό συγκρότημα των αδερφών Παντελέλη απαρτιζόταν από τον Μανώλη (βιολί), Βαγγέλη (ντραμς), Παναγιώτη ή «Ασπαρκιά» (τρομπόνι) και Γιάννη (τρόμπα ή κορνέττα). Οι αδερφοί Παντελέλη συνεργάζονταν συστηματικά ή περιστασιακά και με άλλους μουσικούς της περιφέρειάς τους για να συμπληρώνουν το συγκρότημά τους, όπως με τον εξάδελφό τους Παντελή Παντελέλη στο σαντούρι, τον Παντελή Σκυβαλάκη στο ακκορντεόν, τον Δημήτρη Καμπάνη από το Πλωμάρι στο κλαρίνο κ.ο.κ.

Για τους συνεργάτες του μουσικούς ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει:

Ξεκίνησα απ’ το 1925. Το 1925 πήγα στην Αγιάσο, σε κάποιον Αχιλλέα Σουσαμλή. Μετά ήβγα, αρχάριος ακόμα, ήβαλα τον πατέρα μου σαντούρ’, ακομπανιαμέντο μονάχα κρατούσε. Είχε αδερφόν άλλον ο πατέρας μου και έπαιζε εκ διαλειμάτων […], βιολί έπαιζε, Στρατής Παντελέλης. Λοιπόν τον έπαιρνα, παίζαμε σε γλέντια, σε διασκεδάσεις μέχρι το ’27.

 

Όταν απολύθηκε από τον στρατό (το 1929) επέστρεψε στο Παλιοχώρι, αλλά, όπως αναφέρει ο ίδιος:

Έδγιω στο χωριό ήνταν λοιπόν δυό μουσικές: Ο συμπέθερος, ο Ποσειδώνας κι εγώ, τα Παντελέλια είμαστε. Τ’ Ακράσι, άλλη μιά – τρεις. Το Νεοχώρι, άλλη – τέσσερις. Το Πλωμάρι δυό, να μη βάλω παραπάνω. Γίναν τρεις (κομπανίες) στο Παλιοχώρι, γι’ αυτό έφυγα. Αγανάκτησα, σαν τον Άγιο – Λιά, που πήρε το κουπί και πήγε πάνω στο βουνό. […] Ύστερα ήταν και τ’ άλλο: συναγωνισμός. Ήταν ένας γάμος εδώ, σ’ έπιανε, λέει: “Τί θέλεις Παντελέλη να παίξεις;”, έλεγα γω ένα πεντακοσάρικο. Λέει, “μ’ έρχονται οι Ακρασιώτες τσάμπα”. Σπούσαν τη δουλειά. Γι’ αυτό αγανάκτησα κι έφυγα για την Αγιά Παρασκευή (το 1930-31). […] Βρήκα ένα συγκρότημα εκεί πέρα, Σουσαμλήδες ονομαζόνταν – όχι, λάθος Σταμπουλήδες ήταν αυτοί. Και με πήραν εκεί πέρα στο βιολί. Πηγαίναμε σε χωριά, στην Στύψη, στα Παράκοιλα. Μείναμε, ‘πιάσα σπίτι εκεί πέρα και ‘μεινα κεί πέρα. Το ’31, ’32, ’33 έμεινα εκεί πέρα ‘γω, ήμουνα μπεκιάρης ακόμα. Μετά παντρεύτηκα, πήρα τη γυναίκα εκεί πέρα και καθήσαμε μέχρι το ’39 εκεί πέρα. Εκεί πέρα κάναμε γάμοι, κουρασμένοι, δυο μέρες και τρεις κρατούσαν οι γάμοι. Να κάθεσαι να παίζεις, νηστικός, αυτά.

 

Με έδρα λοιπόν την Αγία Παρασκευή στη δεκαετία του 1930, έπαιζε βιολί σε γάμους, πανηγύρια, γλέντια σε σπίτια και καφενεία στα χωριά της ευρύτερης περιφέρειας της, σ’ όλο το βόρειο τμήμα της Λέσβου. Συνεργαζόταν με τον Στρατή Σταμπουλή στο κλαρίνο και τους γιους του: Παναγιώτη στο σαντούρι, Στέλιο στην κορνέττα και Σαράντο στο νταούλι, από το 1930-31 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’30, οπότε άρχισαν να απολύονται οι αδερφοί του από το στρατό και να πηγαίνουν κοντά του:

Μετά λοιπόν εγώ – ήταν κουραστικοί αυτοί, οι Σταμπουλήδες, ήταν Μικρασιάτες, από την Μικρασία, οργανοπαίχτες, που παίζαμε μαζί. […] Και τσ’ άφησα λοιπόν από το ’34-’35 και συν τω χρόνω πήρα τον αδερφό μου, τον ένα, τον Γιάννη (το 1935), τον έμαθα τρόμπα, κορνέττα που λένε. Πρώτα όμως πήρα το Βαγγέλη (το 1933), κι αυτός – απεθαμένοι είναι αυτοί τώρα – αυτόν, το Βαγγέλη, “τζαζ” τον είχα. Όλοι ήταν πιο μικροί, εγώ τους εκπαίδευα, τους έδειχνα. Ε, μέχρι να ‘ρθει κι ο Παναγιώτης παίρναμε κι ένα – δυο ξένοι, συμπληρώναμε. Μετά παίρνω τον Παναγιώτη (το 1938-39), τρομπόνι, αδερφό μου κι αυτόν. Κι έναν απ’ τον Μπορό πάλι, αξάδερφον, (Παντελής) Παντελέλης κι αυτός, σαντούρ’, καλό σαντούρ’ ήταν και έκανα δικό μου συγκρότημα εκεί πέρα, στην Αγιά Παρασκευή. Τσ’ έμαθα και μετά πηγαίναμε σε δουλειές, μας παίρναν, είχαμε όνομα βγάλει κει πέρα, καλό, να πούμε. Τηλεφωνούσαν και πηγαίναμε σε γάμοι, σε πανηγύρια, διασκεδάσεις. Μέχρι το ’40 ήτανε αυτά.

 

Από το 1940 μέχρι την δεκαετία του 1960 ή 1970, οπότε διαλύθηκε σιγα – σιγά η κομπανία των Παντελέληδων, ο Μανώλης Παντελέλης έπαιζε βιολί στην ευρύτερη περιφέρεια του Παλαιοχωρίου. Στο διάστημα αυτό, είχε μια σταθερή συνεργασία με τους αδερφούς του: Παναγιώτη ή “Ασπαρκιά” στο τρομπόνι, Βαγγέλη στο σαντούρι ή στα ντραμς και Γιάννη στην τρόμπα (κορνέττα), καθώς και με τον Παντελή Σκυβαλάκη ή “Κρητικό” στο ακορντεόν. Στη δεκαετία του 1950 συνεργάστηκε με τον Δημήτρη Γανώση και με τον Τιμωλή Παντελέλη (γιο του Βαγγέλη) στο ακορντεόν, καθώς και με το Γιώργο Γανώση στο σαντούρι ή στα ντραμς.

Κατά διαστήματα έχει συνεργαστεί και με άλλους μουσικούς της περιφέρειας του:

Εγώ και με τον Καβαρνό έχω παίξει. […] Πηγαίναμε, άμα χρειαζόμασταν κανέναν και έλειπε, έξαφνα παίρναμε έναν Καμπάνη, το κλαρίνο, συμπληρώναμε, άμα γυρεύαν και κλαρίνο. Το γύρευε ο γαμπρός έξαφνα, σε γάμο. […] Και με τον Νίκο “Μπινταγιάλα” παίξαμε πολλές φορές μαζί, παίξαμε. Και στη Βρισά παίξαμε και στα Βασιλικά παίξαμε, σε κάνα πανηγύρι, ύστερα από την κατοχή, το ’50 με ’60, αλλά αραιά, καμιά φορά, δεν ήταν η κομπανία μας.

 

Από τη δεκαετία του 1960, ο Μανώλης Παντελέλης απασχολούνταν περισσότερο με τα κτήματα του στο Παλιοχώρι, ενώ ο αδερφός του, Παναγιώτης ή “Ασπαρκιά” συνέχισε να παίζει μουσική και μετά το 1960, σε συνεργασία με τον βιολιστή Παναγιώτη Γανώση, στην Καλλονή.

 

 

Από πού προμηθευόταν/προμηθεύεται μουσικά όργανα:
Ο Μανώλης Παντελέλης είναι επαγγελματίας οργανοπαίχτης, παίζει βιολί. Για την προέλευση των βιολιών του, ο ίδιος αναφέρει:

Ένα βιολί είχα παρμένο απ’ την Αγιάσο, μεταχειρισμένο. Ύστερα πήρα ακόμα ένα, έμενα στην Αγία Παρασκευή και το πήρε ο Βαγγέλης (Παντελέλης) από τον “Πατεντάδον” (παρατσούκλι του Μιχάλη Γιαννίκου). […] Κι άλλο ένα βιολί το ‘χω παλιό παρμένο. Εγώ τ’ αγόρασα από παλιόν μουσικόν, από το βόρειο μέρος (της Λέσβου). Ένας παλιός, πρόσφυγας ήταν, έμενε στη Μυτιλήνη και το πήρα. Έχω δυο – τρία βιολιά. […] Χορδές αγοράζαμε από τον Πατλάκα στη Μυτιλήνη, κι εδώ στο Πλωμάρι είχε. Τις κόρδες τις αγοράζαμε και τις βάζαμε εμείς. (Για την επισκευή του βιολιού…) εγώ πήγαινα κάτω στο Κόνσολας, ήταν κάτι μαραγκοί, Κόνσολας ονομαζόνταν, επιπλοποιοί, στο Πλωμάρι και το κολλούσαν με κόλλα.

 

Τοπικές δράσεις:

Ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει χαρακτηριστικά τους λόγους που επέλεγαν συγκεκριμένα χωριά του νησιού για να παίξουν μουσική:

Εμείς, από την Αγιά Παρασκευή π’ έμενα, ταχτικά ήταν: Παράκοιλα, Στύψη, Κλειού, Σκαμιά. […] Κλομιδάδος: απ’ την Αγιά Παρασκευή ανεβαίνεις, ένα τσιγάρο (δρόμος). Από κει ανεβαίναμε, πηγαίναμε Σκαμιά, Κλειού, Κάπ’. Στην Κάπ’ δεν έπαιξα, είχε συγκροτήματα εκεί πέρα, τον Μενέλαον, καλό συγκρότημα ήταν κι αυτοί. Όπου έπαιζε συγκρότημα, να πούμε, δεν καθίζαμε, δεν παίζαμε, από επαγγελματική αυτή. Αλλά Στύψη, Υψηλομέτωπο, όλα αυτά. Δεν έπαιξα στον Μόλυβο, δέκα χρόνια μουσικός στον Μόλυβο δεν. Στην Πέτρα και στην Πέτρα δεν έπαιξα. Είχα μαθηταί στην Πέτρα βγάλει: ο Γιάννης μας ένα κλαρίνο και μια τρόμπα είχε βγάλει. Και είχαν κάνει ένα συγκρότημα κι αυτοί στην Πέτρα μέσα, αλλά εγώ δεν έπαιξα.

Με τα πόδια πηγαίναμε από την Αγία Παρασκευή, χωριό σε χωριό. Ξεκινούσαμε από την Αγία Παρασκευή μέναμε έξαφνα στη Φίλια, απ’ τη Φίλια πηγαίναμε στην Ανεμώτια, απ’ την Ανεμώτια παγαίναμε στα Τελώνια – Άντισσα, απ’ την Άντισσα κατεβαίναμε Ερεσό κι απ’ την Ερεσό μια μέρα πάλι δυό, Σίγρι, και μετά πίσω πάλι. Με τα πόδια, και καμιά φορά δεν τις πιάναμε κιόλα, δεν είχαμε χρήμα. Ό,τι υπήρχε τρώγαμε, αν είχαμε γνωστούς σε κάνα χωριό μας παίρναν. Ήταν αυτοί φτωχοί, οι Αγιαπαρασκευώτες, οι Σταμπουλήδες, πρόσφυγοι ήτανε, είχανε νοίκια τα σπίτια αυτά, εγώ δεν είχα και τόσο ανάγκη, εγώ έκανα το γούστο μου να πούμε, ήμουν μπεκιάρης, λεύτερος. Είχα λεφτά από τον πατέρα μου και πόσες φορές έγραψα και μ’ έστειλε λεφτά. Ορισμένες εποχές δεν είχε λεφτά. Δεν είναι συνεχές επάγγελμα, είναι πάρεργο, να έχεις κάθε μέρα ένα μηνιάτικο.
Υπήρχαν εποχές που ήταν η Μεγάλη Σαρακοστή, ερχόμουνα εδώ πέρα εγώ και τσ’ άφηνα αυτούς και ερχόντουσαν απ’ εύτου, μου τηλεφωνούσαν, “αύριο θα πάμε σε δουλειά”. Από δω ξεκινούσα Αγιάσο, Λάμπες, με τα πόδια, και να σ’κώνεις το βιολί και το κουστούμι σου. Στα Βασιλικά είχα κάποιον γνωστόν, ένας Βερβέρης απ’ το Νεοχώρι καταγόταν και του ‘χα στο σπίτι του αφήσει κοστούμ’ να μη σκονίζεται στο δρόμο και πήγαινα εκεί πέρα κι άλλαζα. Έχουμε τραβήξει περιπέτειες πολλές.

Ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει τα χωριά που έχει επισκεφτεί στη Λέσβο για να παίξει μουσική κατά τη διάρκεια της ακμής του, από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 έως τη δεκαετία του 1960:

 

  • Παλαιοχώρι. Το 1925, μόλις ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά βιολί, “αρχάριος ακόμα”, έπαιζε, σε συνεργασία με τον πατέρα του, Κώστα στο σαντούρι και τον θείο του, Στρατή στο βιολί, σε γλέντια, σε διασκεδάσεις, μέχρι το 1927.

Εδώ πέρα στο Παλιοχώρι, καβγάδες, τζάμια σπούσαν, χαλούσαν το γλέντι. Ήταν αρραβώνας, για ένας γάμος τίποτα, έσπαζες ένα τζάμι – δυό, να οι χωροφυλάκοι, μάϊνα. Δεν αφήναν να σ’ βάλουν μέσα, έκλεινε (το καφενείο), απομέναμε εμείς…

 

Επέστρεψε στο Παλιοχώρι το 1940, μαζί με τους αδερφούς του. Κατά τη διάρκεια της κατοχής έπαιζαν σποραδικά σε γάμους, πανηγύρια και γλέντια. Από το 1945 μέχρι και τη δεκαετία του 1960, η κομπανία των Παντελέληδων, παίζει σε γάμους, καφενεία, πανηγύρια, στην ευρύτερη περιφέρεια του Παλαιοχωρίου.

 

  • Κουρνέλα και Μελίντα (επίνειο του Παλιοχωριού):

Στην Κουρνέλα γινόνταν γλέντια, πηγαίναμε, του ‘Λιοτροπιού (Ηλιοτροπίου), του Αγίου Ιωάννου, 24 Ιουνίου, όπως γίνεται στην Μελίντα, πηγαίναμε κι εκεί πέρα. Γιατί η Μελίντα δεν είχε, τρία – τέσσερα άτομα θα ‘ταν, δεν είχε δρόμοι, στην Κουρνέλα πηγαίναμε. Πηγαίναμε στην Μελίντα να παίξουμε, πέντε – έξι ανθρώποι ερχόνταν και κάτι γυναίκες και με τα σαντούρια στον ώμο και τα βιολιά, απάνω στην Κουρνέλα, που ‘χε κάτι πλούσιοι εκεί πέρα και παίζαμε. Ναι, παλαιοί ήταν. Ήτανε ένας Πιτσιλαδής, κτηματίας και ο άλλος ο Αγιακάτσικας.

 

  • Αμπελικό. Έπαιζε βιολί σε γάμους, πανηγύρια, καφενεία στο διάστημα 1940-60.

 

  • Πλωμάρι.

Δεν πολυκατεβαίναμε στο Πλωμάρ’, στα χωριά μας, λεφτά παίρναμε στα χωριά. Στο Πλωμάρ’ ήταν αριστοκράτες, θέλαν ταγκό, βαλς, τέτοια, στη Λέσχη (Πλωμαρίου “Βενιαμίν ο Λέσβιος”). Στου “Αυτουσμή” (καφενείο στην Αγορά του Πλωμαριού) ήταν καμιά παρέα, μας καλούσε, καμιά φορά μας γυρεύαν, σε καμιά πανήγυρη, στου Άγιου Παντελεήμονα παίζαμε, σ’ Αγιάς Παρασκευής (πρόκειται για πανηγύρια που γίνονται στις συνοικίες του Πλωμαριού: “Αμμουδέλι” και “Ταρσανά”, αντίστοιχα). Έξω παίζαμε ύστερα, μέσα στην αγορά, σε καφενέδες, “στου Αυτουσμή”, στο “Αθανασιάδειο” εκεί, έξω. Μας κλείναν οι καφετζήδες.

 

  • Μεγαλοχώρι.

Παίζαμε και τα ευρωπαϊκά στο Μεγαλοχώρι. Το Μεγαλοχώρι τότες, δεν είχε το Πλωμάρι, Άγιος Ισίδωρος δεν ήταν, όλο αυτά ήταν, όλο παράγκες. Όλο το Πλωμάρι στο Μεγαλοχώρι ανέβαινε το καλοκαίρι. Ήταν εκεί πέρα πύργοι και παίζαμε εκεί, όχι σε σπίτια, σε κέντρο. Σ’ ένα καφενείο στον Άγιο Γιάννη, όχι στο χωριό μέσα, αλλά μπαίνοντας από δω, απ’ το Πλωμάρι που πας. Η βάση ήταν, μας δίναν τα έξοδα μεταφοράς και χαρτούρα. Ήθελε να δώσει ο καφετζής δυο κατοστάρια να πληρώσει τ’ αυτοκίνητο μας και να μας τα(γ)ίσει. Μας πήγαινε το ταξί και περίμενε να μας πάρει πάλι, να γυρίσουμε πίσω. Αν καμιά φορά δε τα πλήρωνε – πολλές φορές δεν μας πλήρωνε, δεν έκανε δουλειά ο καφετζής και με τα πόδια, απ’ το Μεγαλοχώρι εδώ, με τα όργανα, να σ’κώνεις το σαντούρ’, βαρύ και να κατεβαίνεις στο χωριό. Με τα πόδια πηγαίναμε.

 

  • Βρίσα.

Το ’29 με ’30, κατεβαίναμ’ απ’ τον Πολυχνίτο, που ‘μενα στο σπίτι τους (στο σπίτι του Γιάννη Καλαϊτζή ή “Μπινταγιάλα”), κι άμα δεν είχαμε δουλειά, έπαιρνε το σαντούρ’ ο Νίκος (“Μπινταγιάλας”) και κατεβαίναμε στη Βρισά και παίζαμε σ’ ένα καφενείο, πιάναμε ούζο, μοναχοί μας και γινόταν και τζίρος μετά, δουλειά.

Την περίοδο 1930-1960: […] Πηγαίναμε και στα κουτουρού. Πηγαίναμε, ας πούμε, στη Βρισά και πηγαίναμε στο καφενείο, παίζαμε κι αρχίνα ο χορός, χωρίς καλεσμένοι. Σε πανηγύρια μας ειδοποιούσαν, σε γάμους, σε αρραβώνες. Σε πανηγύρια κάθε καφετζής έπαιρνε τη μουσική του. […] Στη Βρισά είχε συγκρότημα, αλλά καθυστερημένοι, δεν ήταν. Άμα πηγαίναμε ‘μεις, είμαστε συμπληρωμένοι” (δηλαδή είχαν πολλά όργανα στην κομπανία τους και τους προτιμούσαν).

 

  • Αγιάσος.

Στην Αγιάσο πηγαίναμε στο πανηγύρι της Παναγίας και στα Εννιάμερα. Τώρα τ’ απαγορέψανε, δεν επιτρέπεται. Ναι απαραίτητα πηγαίναμε και τί, από δω με τα πόδια, να πας στην Αγιάσο, να σηκώνεις τα όργανα και να πηγαίνεις και να ξημερωθείς, μέχρι το πρωί, κάνεις – δεν κάνεις δουλειά, και να κατεβαίνεις στο Μεγαλοχώρι με τα πόδια, να κάθεσαι όλη μέρα και το βράδυ να πιάνεις δουλειά, νηστικός, άγρυπνος, χάλια. Εμείς παγαίναμε τακτικά. Παίζαμε στης “Παναγιάς το περιβόλι”, στην κάτω την αγορά, μέσα στην αγορά στην “Καφενταρία”, κι εκεί πέρα παίζαμε. Στης Παναγιάς μονάχα και τα Εννιάμερα, γιατί είχε μουσική καλή η Αγιάσος, αλλά κόσμος πολύς ήθελε πολλές μουσικές, 6 – 7 συγκροτήματα παίζαμε της Παναγίας, στο “Σταυρί” απάνω είχε μουσική, ε σε διάφορα καφενεία παίζαμε.

 

  • Βασιλικά.

Καμιά φορά, απ’ τον Πολυχνίτο, αν λαχαίναμε, για να πάμε των Ταξιαρχών στα Παράκοιλα, μπαίναμε σε βάρκα, περνούσαμε καρσί. Άμα είμαστε από δω, απ’ τον Πολυχνίτο, Βρισά, Βασιλικά, Λισβόρια, πηγαίναμε με βάρκα. Ναύλωνες μια βάρκα, ένα αυτό. Πόσες φορές κατεβαίναμε, παίζαμε στα Βασιλικά και κατεβαίναμε κάτω, ειδοποιούσαμε το “γκαζολίνα” (βάρκα) να ‘ρθεί να μας πάρ’ απ’ το Πλωμάρ’, μέχρι ν’ αυτό, έπιανε νοτιά και ήταν πια με τα πόδια, μέχρι το Παλιοχώρι.

Τις αποκριές, στα Βασιλικά, ε, αισχρολογούσαν. Κι ήταν οι αδερφάδες τους, οι αρραβώνες των, οι γυναίκες τους, οι μανάδες τους, τα λέγαν. […] Οι καφετζήδες, παίζαμε στα καφενεία τις μέρες της Αποκριάς, είχαν δουλειά. Άμα τελείωνε κι ήταν καθημερινή γι’ αυτούς… Τρίτη βράδυ μαζευόνταν όλοι οι καφετζήδες και οι μπακάληδες, την Τρίτη της αποκριάς και στα σπίτια μας παίρναν, όχι στα καφενεία, επειδή δεν είχαν δουλειά. Ε, μετά το ’40 ήταν αυτό.

 

  • Λισβόρι.

Στα Βασιλικά δεν είχε μουσική, ούτε το Λισβόρ’. Το Λισβόρ’ είχε δυο – τρεις νομάτοι, αλλά δεν ηπαίζαν. Άμα πηγαίναμε μεις, σταματούσαν, βέβαια. Και γάμο άμα θέλαν να κάνουν, δεν παίρναν αυτοί, δυο όργανα και τρία.

 

  • Παράκοιλα.

Και στα Παράκοιλα πάλι πηγαίναμε. Εκεί πέρα των Ταξιαρχών, είχε πανηγύρι, δυο μέρες – τρεις, ναι κρατούν. Μέχρι το ’39 γινόνταν συνέχεια, κάθε χρόνο πηγαίναμε στο παναγύρ’… Και σε κάνα γάμο μας καλούσαν.

 

  • Αγία Παρασκευή. Ήταν η έδρα του Μανώλη Παντελέλη τη δεκαετία του 1930:

Έφυγα από το Παλιοχώρι και πήγα στην Αγιά Παρασκευή… ‘Πιάσα σπίτι εκεί πέρα και ‘μεινα κει πέρα. Το ’31, ’32, ’33 έμεινα εκεί πέρα ‘γω, ήμουνα μπεκιάρης ακόμα. Μετά παντρεύτηκα (το 1933), πήρα τη γυναίκα εκεί πέρα και καθήσαμε μέχρι το ’39. Εκεί πέρα κάναμε γάμοι, κουρασμένοι, δυο μέρες και τρεις κρατούσαν οι γάμοι. Να κάθεσαι να παίζεις νηστικός, αυτά.

 

Έπαιζε βιολί σε συνεργασία με τους αδερφούς Σταμπουλήδες, πρόσφυγες που κατάγονταν από την Συκαμιά, σε γάμους, σε πανηγύρια, σε γλέντια σε σπίτια και καφενεία στην ευρύτερη περιφέρεια της Αγίας Παρασκευής:

Βγαίναμε καμιά φορά, δεν είχε δουλειές, η Αγία Παρασκευή ξέραμε πότε είχε δουλειές, και βγαίναμε στα χωριά, γυρίζαμε, Άγρα, Ερεσό, Παράκοιλα, Φίλια, ούλα. Με τα πόδια πηγαίναμε από την Αγία Παρασκευή, χωριό σε χωριό. Ξεκινούσαμε από την Αγία Παρασκευή μέναμε έξαφνα στη Φίλια, απ’ τη Φίλια πηγαίναμε στην Ανεμώτια, απ’ την Ανεμώτια παγαίναμε στα Τελώνια – Άντισσα, απ΄την Άντισσα κατεβαίναμε Ερεσό κι απ’ την Ερεσό μια μέρα πάλι δυό, Σίγρι, και μετά πίσω πάλι. Με τα πόδια, κουβαλάγαμε και τα όργανα και όλα και καμιά φορά δεν τις πιάναμε κιόλα, δεν είχαμε χρήμα. Ό,τι υπήρχε τρώγαμε, αν είχαμε γνωστούς σε κάνα χωριό μας παίρναν. Ήταν αυτοί φτωχοί, οι Αγιαπαρασκευώτες, οι Σταμπουλήδες, πρόσφυγοι ήτανε, είχανε νοίκια τα σπίτια αυτά, εγώ δεν είχα και τόσο ανάγκη, εγώ έκανα το γούστο μου να πούμε, ήμουν μπεκιάρης, λεύτερος. Είχα λεφτά από τον πατέρα μου και πόσες φορές έγραψα και μ’ έστειλε λεφτά. Ορισμένες εποχές δεν είχε λεφτά. Δεν είναι συνεχές επάγγελμα, είναι πάρεργο, να έχεις κάθε μέρα ένα μηνιάτικο.

 

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 έφτιαξε κομπανία με τους αδερφούς του και παρέμειναν στην Αγία Παρασκευή μέχρι τον πόλεμο του 1940:

Στην Αγιά Παρασκευή είχαμε νοικιασμένο σπίτι κι έβγαινε μια αρραβώνα, μας φωνάζαν, έβγαινε κάνα πανηγύρι, τα ίδια. Ε, δεν δουλεύαμε κάθε μέρα, οπόταν λάχαινε. Καθόμαστε και όταν μας γυρεύανε. Και σε σπίτια παίζαμε. Στη Λέσχη, στην Αγιά Παρασκευή παίζαμε, γινόνταν χοροεσπερίδες και μας παίρναν, γιατί παίζαμε ευρωπαϊκά πολλά εμείς.

 

  • Στύψη, τη δεκαετία του 1930, με έδρα την Αγία Παρασκευή.

Ύστερα μετά Στύψη πήγαμε κι εκεί πέρα, στο μεζέ, πιάναν συκωτάρια και πίνανε. Λοιπόν και πιάναν για μεζέ, πιάναν “κολιά”, να πούμε, άρμα απ’ τα βαρέλια, το αλμυρό, γι’ αυτό τους έχουν παρονομάσει εκεί πέρα “κολιαρμούδες” τους Στυψιανοί. Εκεί πέρα πάλι γλέντια γινόνταν. Λοιπόν μαλώναν στα τελευταία, ύστερα από δυο μέρες, μας είχαν, τυρρανίδα μεγάλη τραβούσαμε όμως, να γυρίσεις το χωριό, υποφέρναμε. Αλλά δεν είχε στο Παλιοχώρι δουλειά, όπως είχε εκεί πέρα.

Α! Στύψη, όντας πρωτοπήγαμε, απαγορεύονταν μέσα στα καφενεία να παίξεις μουσική, δεν άφηνε η αστυνομία. Κι είχαν έναν (οι μουσικοί Σταμπουλήδες), ήτανε χωροφύλακας, τον Παναγιώτ’ τον Σταμπουλή, λοιπόν και πήγε στην Αστυνομία στην Μυτιλήνη μέσα κι ήβγαλε άδεια και μας επιτρέπαν. Εκεί πέρα να ‘βλεπες, λοιπόν. Πριν πηγαίναμε σπίτι σε σπίτι. Μας έπαιρνες συ στο σπίτ’ σ’, διασκεδάζανε όσοι ήτανε, στ’ αλλουνού το σπίτι. Όχι μέσα στην αγορά, στα καφενεία, απαγορεύανε η αστυνομία, γιατί χτυπιώντανε. Είχαν χτυπήσει νωματάρχη, με τα μαχαίρια, με τα πιστόλια. Κάποτε κάναμε ένα γάμο, στην Στύψη απάνω, λοιπόν – όχι γάμο, αρραβώνα ήτανε – λοιπόν, αρραβωνιάστηκε, το κορίτσι που αρραβωνιάστηκε δεν πήρε αυτόν, τον αγαπητικό της, πήρε άλλον. Και πήγε αυτός, ο πρώην, να πούμε, αγαπητικός της, λέει: “Θα με κεράσετε;” – “Να σε κεράσουμε”. Λοιπόν με το κέρασμα που πήγε, δεν θυμάμαι τώρα ο γαμπρός, δεν θυμάμαι ποιός κατέβηκε να τον κεράσει, κοπανίζει με το πόδι το δίσκο. Αρχινά ένας καβγάς, τραβήξαν μαχαίρια… τέτοια, βάρβαρα πράγματα. Αλλά φιλότιμοι: Μαλώναν αναμεταξύ ντων, ποιός θα μας πάρει στο σπίτι του να μας ταγίσει, να φάμε, ύστερα από δυο μέρες που παίζαμε.

Καβγάς, μαχαιρωνόνταν, σκοτωνόνταν. Δεν το ‘χαν τίποτα να σε σκοτώσουν. Αδέρφια ‘ναι. Εκεί πέρα, σκότωνα εγώ τον αδερφό σ’, πάγαινα φυλακή. Μόλις ήβγαινα όξω, σε σκότωνε του σκοτωμένου ο αδερφός. Τέτοια ήταν εκεί πέρα. Ήταν βάρβαρα κει πέρα. Δεν επιτρέπαν η μουσική να παίξει.

 

  • Γέλοια (Πελόπη), τη δεκαετία του 1930, με έδρα την Αγία Παρασκευή.

Λοιπόν, να πούμε, στα Γέλοια – ονομάζεται Πελόπη τώρα – εκεί πέρα κάναμε ‘να γάμο, τρεις μέρες. Ένα βόδι είχαν σφάξει και το καταναλώσανε όλο. Λοιπόν εκεί, για να παν’ στην εκκλησιά τη νύφη, παίρναν ούζο, μια μπουκάλα ούζο και πίναν στο δρόμο. Απέξω απ’ την εκκλησιά αρχίζαν το χορό, πρωτού να μπει η νύφη μέσα, “αλέμ – χαβασί” – “πιγκί” το λέμε εμείς εδώ πέρα – “αλέμ – χαβασί” το λέγαν εκεί πέρα. Και γίνεται ο γάμος, κατεβαίναν πάλι πίσω, αρχίζει το γλέντι, με ταχειά, ύστερα την τρίτη μέρα έπρεπε να γυρίσουνε, όσοι ήταν παρέα, τα σπίτια τους, να κεραστούν. Λοιπόν, έφταξα αυτά τα χωριά, ούζο όντας πίναν, στην Πελόπη αυτό, ψήναν κουκιά για μεζέ και ροβύθια, με το ούζο. Αυτός ήταν ο μεζές τους… Λοιπόν, οπόταν πηγαίναμε, ήταν φιλότιμοι όλοι.

Στα Γέλοια είδα και στην Στύψη καβγάδες με τα πιστόλια. Έρχεται ένας στα Γέλοια και βγάζει το πιστόλι: “Παίξε ρε”, λέει, “παίξε”, με το πιστόλι. Αφού χορεύαν άλλοι, να τις καθήσω, μπόρω γω να τις καθήσω; Ε, αναγκαζόταν ο κόσμος να κάτσει. Απ’ το ’30 μέχρι το ’40 πήγαινα στα χωριά αυτά. Αμέ, κακουχίες.

 

  • Συκαμιά. Τη δεκαετία του 1930, με έδρα την Αγία Παρασκευή.

Απ’ την Αγιά Παρασκευή πηγαίναμε Σκαμιά. Παίζαμε σε γάμοι. Ήταν απ’ τη Συκαμιά αυτοί οι Σταμπουλήδες, Μικρασιάτες ήταν, από τη Συκαμιά καταγόνταν.

 

  • Ερεσός. Τη δεκαετία του 1930, με έδρα την Αγία Παρασκευή.

Η Ερεσός είχε συγκρότημα, ο μπαρμπα-Κώστας. Αραιά πηγαίναμε, γιατ’ είναι μακριά. […] Στην Ερεσό παίζαμε απάνω, στο χωριό. Παίζαμε εκεί πέρα, στο πλατανάκι, μέναμε στο ξενοδοχείο και καμιά δουλειά, πήγαμε σ’ ένα καφενείο κι όποιος ήταν, άν ερχόταν και χορεύαν.

 

  • Σίγρι. Τη δεκαετία του 1930, με έδρα την Αγία Παρασκευή. Έχει παίξει βιολί σε συνεργασία με τους αδερφούς Σταμπουλήδες το 1931-34, στο καφενείο “του Στέλιου”, κοντά στο Κάστρο.

Πηγαίναμε μέχρι το Σίγρι, με τα πόδια, δεν είχε αυτοκίνητα ακόμα. Δεν σύμφερε να πληρώσεις αυτοκίνητο.

Τη δεκαετία του 1930, με έδρα την Αγία Παρασκευή, ο Μανώλης Παντελέλης ανέφερε ότι έχει παίξει βιολί σε συνεργασία με το μουσικό συγκρότημα της οικογένειας Σταμπουλή, και στα ακόλουθα χωριά της κεντρικής και Βόρειας Λέσβου: Σκουτάρο, Κλειού, Μανταμάδο, Κλομιδάδο, Καλλονή, Φίλια, Άγρα, Άντισσα, Ανεμώτια, Βατούσα.

 

 

Υπερτοπικές δράσεις:

  • Αθήνα.

Στην Αθήνα στο Σύλλογο πήγαινα κι έπαιζα, στο Σύλλογο Παλιοχωριανών. Σ’ αυτά με παίρναν και πάγαινα κι έπαιζα. Οπόταν μπορώ, πάω. Έρχεται κι ο γαμπρός μου (ο Δημήτρης Καραβάς) κι ένα εγγόνι έχω, κι αυτός, αν ευκαιρούν και μπορούν, δεν έχουν δουλειά, αφιλοκερδώς παίζουμε.

 

  • Αυστραλία.

Αυστραλία πήγα ως τουρίστας, πήγα και πάντρεψα μια εγγονή, του Γιάννη του Καραβά την κόρη, και πήγα και κάτσα 5 μήνες και πήγα σε 4 – 5 δουλειές, το απαιτούσαν οι χωριανοί εκει πέρα, παντρευόντουσαν, στο Σίδνεϋ. Εκεί θέλαν τα ζειμπέκικα, τους καρσιλαμάδες τα αυτά να ακούσουν οι χωριανοί, τα ”ξυλαρέλια”.

 

Ηγετικές προσωπικότητες – ρόλοι στο πεδίο της μουσικής επιτέλεσης:

Μετά λοιπόν εγώ – ήταν κουραστικοί αυτοί, ήταν Μικρασιάτες, από την Μικρασία, οργανοπαίχτες, που παίζαμε μαζί. […] Και τσ’ άφησα λοιπόν και συν τω χρόνω πήρα τον αδερφό μου, τον ένα, τον Γιάννη, τον έμαθα τρόμπα, κορνέτα που λένε. Μετά παίρνω το Βαγγέλη, κι αυτός, απεθαμένοι είναι αυτοί τώρα, αυτόν, το Βαγγέλη, τζαζ τον είχα. Όλοι ήταν πιο μικροί, εγώ τους εκπαίδευα, τους έδειχνα. Μετά παίρνω τον Παναγιώτη, τρομπόνι, αδερφό μου κι αυτόν. Κι έναν απ’ τον Μπορό πάλι, αξάδερφον, Παντελέλης κι αυτός, σαντούρ’, καλό σαντούρ’ ήταν και έκανα δικό μου συγκρότημα εκεί πέρα, στην Αγιά Παρασκευή. Τσ’ έμαθα και μετά πηγαίναμε σε δουλειές, μας παίρναν, είχαμε όνομα βγάλει κει πέρα, καλό, να πούμε. Τηλεφωνούσαν και πηγαίναμε σε γάμοι, σε πανηγύρια, διασκεδάσεις. Μέχρι το ’40 ήτανε αυτά. [….] Όλα από μένα, όλα τα παραδοσιακά, όλοι τσι χοροί, τσι σκοποί που λέμε, από μένα τα ‘μαθαν.

 

Στη δεκαετία του 1960

[…] είχε παρατήσει ο Γιάννης [Παντελέλης] αυτός, ο αδελφός μου, πήγε στην Αθήνα, σπούδαζε μια κόρη του κι αναγκάστηκε να παρατήσει το επάγγελμα τ’, και δούλευε εκεί στα ψυγεία σε τέτοιο μαγαζί, κι έφυγε αυτός που μας κρατούσε, χωρίς να θέλω να το πω, αυτός μας κρατούσε κι εγώ, οι άλλοι ήταν πιο υποδεέστεροι.

 

Αυτοαξιολόγηση:

Ο Μανώλης Παντελέλης ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά βιολί στα τέλη της δεκαετίας του 1920 στην περιφέρεια του Παλαιοχωρίου, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1930, εγκαταστάθηκε στην Αγία Παρασκευή για να ενταχθεί στο μουσικό συγκρότημα της οικογένειας Σταμπουλή. Η περίοδος της ακμής του ωστόσο, όπως αποκαλύπτεται από τις αφηγήσεις του, ταυτίζεται με την περίοδο που άκμασε το οικογενειακό μουσικό συγκρότημα των Παντελέληδων, δηλαδή από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Στη Βρισά είχε (συγκρότημα), αλλά καθυστερημένοι, δεν ήταν. Άμα πηγαίναμε ‘μεις είμαστε συμπληρωμένοι (δηλαδή είχαν πολλά όργανα). Στα Βασιλικά δεν είχε μουσική, ούτε το Λισβόρ’. Το Λισβόρ’ είχε δυο – τρεις νομάτοι, αλλά δεν ηπαίζαν. Άμα πηγαίναμε μεις, σταματούσαν, βέβαια. Και γάμο άμα θέλαν να κάνουν, δεν παίρναν αυτοί, δυο όργανα και τρία.

 

Ρεπερτόριο:

Μετά πο’ φυγα απ’ την Αγιάσο, πήγα στην Πλαγιά σε κάποιον, να πάρω τα χωριανά μας, τα παραδοσιακά αυτά, γιατί δεν είχα διδαχθεί καθόλου σκοποί από κει πέρα [στον βιολιστή Αχιλλέα Σουσαμλή στην Αγιάσο]. Ο Σουσαμλής μ’ έμαθε διάφορα εμβατήρια, δεν είχα σχεδόν διδαχθεί ουσιώδη πράγματα απ’ αυτόν. Μετά πήγα στην Πλαγιά και πήρα τα χωριανά μας, συρτά, καλαματιανά, ζεϊμπέκικα. Από τον Μήτρο Χρήστου, απ’ την Πλαγιά, βιολίστας.

Σκοποί παίζαμε απ’ όλα. Και μέχρι ευρωπαϊκά: ταγκό, βαλς, σάμπες. Αυτά τα ξεκινούσαμε, σε κέντρα που πηγαίναμε, μέχρι ν’ αρχίσει ο χορός. Τ’ ακούγανε μέχρι ν’ αρχίσει ο χορός, τα ζεϊμπέκικα και αυτά. Παρουσιαζόνταν και ορισμένοι πάλι, κάτι γυμνασιόπαιδα, κάτι τέτοιοι και ταγκό χορεύγαν, βαλς χορεύγαν, τα παίζαμε κι αυτά. Φώτα δεν υπήρχαν. Και βάζαμε τ’ αναλόγια μπροστά, κι άμα ζούφα (έσβηνε) καμιά φορά το φως, τίποτα, τσ’ λάμπες που ‘χαν, απομείναμε […] Μετά, ζεϊμπέκικα παίζαμε, καρσιλαμάδες, ζεϊμπέκικα, συρτά, καλαματιανά (όπως τον σκοπό “Αιγεώτισσα”), μπάλλοι, χασάπικα, σέρβικα χασάπικα, τα πάντα, όλα. Διατάζαν, παραγγελίες. Ναι, τα διατάζανε όλα αυτά, αν διάταζε, αλλοιώς, βάζαμε συρτό, κατά πρώτο, μετά μπάλλο, μετά καρσιλαμά, ζεϊμπέκικο και γλήγορο, σέρβικο χασάπικο, “ρούσικο” το λέγανε. Αυτό ήταν το τελευταίο, “σιχτίρ – πιλάφ” το λέγαν. Βάλε, λέει, και το “σιχτιρ – πιλάφ”. Α, ήταν κι ένας άλλος σκοπός, ο οποίος πήρε την ονομασία “Αϊσέ” (9/8). Αυτό, είχαμε κάποιον Παλιοχωριανό – Θεός σχωρέσ’ τον – ανέβαινε πάνω στα καθίσματα και τον χόρευε και πήρε τ’ όνομα του: “Καρεκλάτος”, δεν ήξερε να πει το όνομα του, “Αϊσέ”. Αυτός είναι ο “καρεκλάτος”. Εδώ πέρα τον χορεύανε. Όποιος τον γουστάρει, λέει, “βάλε και τον καρεκλάτον”.

Τον σκοπό “Αϊσέ”, καθώς και τον “Κιόρογλου”, τους διδάχτηκε από τους μουσικούς Σταμπουλήδες, που έπαιζαν μουσική στη Μικρά Ασία πρίν το 1922.

Για τους Μικρασιάτικους σκοπούς αναφέρει:

Τους διδαχτήκαμε από παλιοί. Πηγαίναν και εργαζόνταν εκεί πέρα μουσικοί από δω και τα παίρναν, αλά τούρκα τα παίζαμε όλα αυτά. Εμ αυτά παίζεις. Τώρα εδώ πέρα άμα παίξεις και δεν παίξεις το ζεϊμπέκικο, ένα ζεϊμπέκικο βαρύ, ένα καρσιλαμά, αν δεν τα ξέρεις αυτά, δεν πιάνεις. […] Οι Σμυρνιοί, αυτοί τα φέρανε εδώ πέρα τα μικρασιάτικα. Κι έναν άλλον σκοπόν, εμείς τον πρωτοπαίξαμε, εμείς τα Παντελέλια, μ’ έναν Γεραγώτη, τον Στρατή τον Κουτσαυτή, το τρομπόνι. Γεραγώτ’ς ήταν αυτός, από παλιοί, εδώ κι αυτό το μετονομάσαν: “τα Ξυλαρέλια”, αλλά είναι κιούρτικο. Είναι εθνικός ύμνος εδώ πέρα. Κιούρτικο ήταν και τ’ ονομάσαν τα “Ξυλαρέλια”, γιατί κάποιος “Κακούργος” Σουσαμλής, το κλαρίνο πο’ παιζε, στα Βασιλικά πάγαινε και το έπαιξε αυτό. Λέει (κάποιος), “τί ονομάζεται;” Λέει: “Ξυλαρέλια”. Γιατί, επαγγελματική αυτή ήταν, ζήλεια. Γιατί, παγαίναμε εμείς, παίζαμε, λέει: “παίξτε τα Ξυλαρέλια”. Δεν ξέραμε….Τραγούδησε, λέει ο Γιάννης, ο συχωρεμένος ο αδερφός μου. Αρχίνησε: Το κιούρτικο! Και το παίξαμε εμείς πια εκεί πέρα. Τώρα είναι εθνικός – και στην Αυστράλια, άμα πας. Πήγα στην Αυστράλια, αυτό έπρεπε να παίξεις. Αυτό ήταν τουρκικό, τουρκικό ήταν εμβατήριο του Οσμάν Πασά. Από κει το πήραν Μικρασιάτες. Αυτός εξ αρχής που το πήρε είχε Γεραγώτες, σημερινοί μουσικάντες και το πήρε και το παίξαμε εμείς. Τότε, δεν το ‘ξερε κανείς. Το γύρευε εδώ (στο Παλιοχώρι) ένας Χατζηβασίλης, το γύρευε αυτό.

 

Για τις παραλλαγές του ρεπερτορίου στις διάφορες περιοχές της Λέσβου, ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει:

Τους σκοπούς, ζητούσαν και με τ’ όνομα, σου λέει βάλε τον “Τσάκιτζη”, βάλε τα “Μάρμαρα”. Τα ίδια ήταν, τα ίδια και στη Βρισά, στο Λισβόρι. Μόνο στο βόρειο μέρος, η Καλλονή, άλλαζε κάτι σκοποί (όπως ο σκοπός “Αϊσέ” ή “Αϊδίνικο”, τη δεκαετία του ’40, σκοπός άγνωστος τότε στην περιφέρεια Πλωμαρίου) “Αϊδίνικο”, 9/8 είναι, αλλά είναι αυτός ο “καρεκλάτος” που λέμε, “Αϊσέ”, σμυρνιό είναι αυτό. Εγώ όντας πήγα στην Αγία Παρασκευή, απαραίτητο είναι η “Αϊσέ” εκεί πέρα. Δεν ημπορούσα ν’ αυτό. Εσταμάτουν. Είχε άλλο τέμπο, ναι. Ε, ύστερα το μάθαμε. […] Και για τσι χοροί, ένα Μι ζεϊμπέκικο το λέμε εμείς, ναι Φωκιανοί, Πέργαμο και Δικελί, τέτοια, απ’ τη Σμύρνη είναι οι χοροί, απ’ τις Φώκιες, απ’ το Δικελί. […] Παίζαμε και τραγουδούσαμε. Δεν θυμάμαι τώρα. Τους σκοποί τους θυμούμαι. Σα να λέμε: “Τα μάρμαρα”: Τα τραγούδια δεν τα θυμάμαι, τον σκοπόν τον παίζω. Τσαλντιρμάδες, αλά τούρκα. Δεν θα τον παίζει κανένας εδώ. Δεν το πολυπαίζουνε. Τώρα είναι το Μι ζεϊμπέκικο, αυτό, το αδραμυττιανό, το αϊβαλιώτικο, έτσι το λεν, απαραίτητο. Ο “τσαλντιρμάς” είναι ζεϊμπέκικο βαρύ. Σαλβαράδες το χορεύαν. Στα Βασιλικά, είχε Τούρκοι – δεν τσ’ έφταξα εγώ – αλλά, οι άντρες αυτοί είχαν συνηθίσει. Λοιπόν, καμιά φορά λέει, άμα παρατούσαμε, “τσάλ μπρε, τσάλ”. Τσαλ, δηλαδή παίξε. “Τσάλ μπρε”, αλά τούρκα.

Παλιά, αλά τούρκα, τουρκικά καθ’ εαυτού, μέχρι ταξίμι, το “Ne olur”, που ‘ταν βγαλμένο, κάποιο “Ne olur” – 2/4, σκοπός “της παρέας” – έκανα ένα ταξίμι στα Βασιλικά, γιατί είναι τούρκικα τα μέρη εκεί πέρα (εννοεί ότι ήταν τούρκικα χωριά πριν το 1912 και μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία), χειροκροτούσαν. Τώρα αυτό δεν το θυμάμαι, το ‘χω ξεχάσει. Είναι αλά τούρκα τον τραγουδείς τον σκοπόν, κάτι γέροι το γυρεύαν, το τραγουδούσα, κουτσά – στραβά.

Τα τούρκικα λόγια τα είχε μάθει από τους Σταμπουλήδες που ήταν πρόσφυγες από την Μικρά Ασία.

Μέχρι Τούρκον πήγαμε κι ηύραμε στην Αυστράλια και τον “Τσάκιτζη”, ήξερα τα τραγούδια ‘γω τουρκικά, τα ‘ξερα: “Τσάκιτζη τσαλτάρ μπακασίν, ….σέ καντάρ”, το τραγουδούσα, εδώ πέρα, αλλά τον αρέσαν κι εδώ πέρα, το βόρειο μέρος (της Λέσβου). Τούρκοι ήταν, πριν το ’12, Τούρκοι, ο κόσμος και τον άρεσε ό,τι τούρκικο παίζαμε.

Τα κομμάτια που παίζαμε εμείς, παλιά, δεν τα παίζει κανείς τώρα. Σκοποί τώρα εγώ, ξέρω σκοποί παλαιοί. Αλλά τα θυμάμαι όλα τα παλιά. Καινούργια δεν παίζω.

 

Αμοιβή:

Βρισά, Βασιλικά, αυτά τα μέρη βάζαν καπνά, βάζαν σιτηρά, είχαν κτηνοτροφίες. Εμείς είχαμε δω το λάδι μοναχά. Η περιφέρεια Πλωμαρίου το λάδι, δεν έχει τίποτ’ άλλο. Εκεί πέρα πληρωνόμαστε καλύτερα, στο βόρειο μέρος, γι’ αυτό πηγαίναμε. Όλα τα πανηγύρια, στα Βασιλικά, Λισβόρ’, Βρισά, όλ’ αυτά τα μέρη και μέχρι το Βούρκο.

 

Στην Αγία Παρασκευή, στη δεκαετία του 1930:

[…] παίρναμε από χιλιάρικο, όλο το συγκρότημα, ενάμισυ χιλιάρικο μέχρι δυό ήταν το καλύτερο, εκτός γάμους, κάναμε γάμοι, πιάσαμε και τρία και τέσσερα χιλιάρικα. Παίζαμε όμως γάμο κι αντίγαμο και χοροεσπερίδα αποσπερού, “μπάλλο” το λέγανε, αποσπερού παίζαμε δυο – τρεις ώρες, το Σαββάτο. Γιατί εκεί πέρα – τώρα τους κάνουν τους γάμους το Σαββάτο – τότε γινόνταν Κυριακή. Δευτέρα αντίγαμο κάναμε, παίζαμε το σκοπό “του γαμπρού”, 2/4. Αλλά παίζαμε και εμβατήρια στο δρόμο για την εκκλησία. Και μετά καθίζαμε, κάναμε ένα – δυο κομμάτια δικά μας κι άρχιζε ο γαμπρός με τη νύφη να χορεύει και μετά, κρατούσε σειρά ο γαμπρός, τα κορίτσια χορεύαν, μέχρι τα μεσάνυχτα πάγαινε, ξημερωνόμασταν πολλές φορές.

Στο γάμο ή ο γαμπρός ή η οικογένεια του γαμπρού σε λέγαν, θα σε φέρω να παίξετε, πόσα θέλετε; Για την εκκλησία μονάχα πληρώνανε, για το δρόμο που θα τους πάμε, που παίζουμε. Και μετά αρχίζανε, ό,τι ρίξουν, “μπαξίσια”, μπαξίσια τα λέμε, “χαρτούρα” (δηλαδή χαρτονομίσματα που ρίχνει στους μουσικούς όποιος επιθυμεί να χορέψει). Εκεί πέρα ό,τι πάρ’ς. Χορεύαν και κρατούσε ο γαμπρός σειρά. Είμαστε πιο ξεκούραστοι σ’ αυτό. Ενώ στα πανηγύρια, να τα κλαις. (Στα πανηγύρια την ευθύνη για την σειρά στον χορό την έχουν οι μουσικοί). […] Ερχόνταν έξαφνα. Είχαμε τρεις σειρές. Δεν είχαμε κανέναν ακόμα. Παρουσιάζονταν κανείς παραλής (δηλαδή πλούσιος), τον εβάζαμε…

 

Επί κατοχής των Γερμανών:

[…] ε, ανάμεσα παίζαμε, “τσολάκογλου” (δηλαδή χωρίς αξία) ήταν τότες τα λεφτά, δεν ήταν. Σε λάδια μας πληρώναν, σε λάδια. Ναι, στο ξύρισμα έδινες ένα αυτό, “μάρκα”, τα πάντα όλα με “μάρκα”, δηλαδή ένα κομμάτι απ’ τα τσιγάρα κι έγραφες απάνω: δυό κιλά λάδι, το όνομα, την υπογραφή. “Ταβλέλια” τα λέγαμε, “μάρκες”, επί κατοχής.

Δεν πολυκατεβαίναμε στο Πλωμάρ’, στα χωριά μας, λεφτά παίρναμε στα χωριά. Στο Πλωμάρ’ ήταν αριστοκράτες, θέλαν ταγκό, βαλς, τέτοια, στη Λέσχη.

 

Στη δεκαετία του 1950, στα καφενεία της αγοράς του Πλωμαριού, στου “Αυτουσμή” και στο “Αθανασιάδειο” έκαναν συμφωνία με τους καφετζήδες:

Μας πλήρωναν με τη χαρτούρα, αλλά μας έδινε και κατιτίς ο καφετζής, τα έξοδα μεταφοράς και τα ξενοδοχεία μας. Ε, καμιά φορά ξημερωνόμαστε, και θέλαμε και την επαύριο να καθήσουμι, πληρώναν το ξενοδοχείο, ένα ξενοδοχείο μέσα στο “Πλατανέλι” (συνοικία στο Πλωμάρι). Ε, 200 – 300 φράγκα, το 1950, μερδικό ο καθένας μας. Δηλαδή άμα πιάναμε ενάμισυ χιλιάρικο – δυό, όλο το συγκρότημα κι είμασταν 4 – 5. Παίρναμε κι άλλους μουσικούς, ε βέβαια παίρναμε. Παίρναμε, κλαρίνο παίρναμε.

 

Κρίσεις για άλλους μουσικούς:

Ο Μανώλης Παντελέλης θεωρεί ότι η Αγιάσος και η Γέρα είχαν τα καλύτερα μουσικά συγκροτήματα:

Οι Αγιασώτες και η Γέρα ήταν οι πιο καλοί. Οι Αγιασώτες κάνανε στη στρατιωτικιά μουσική, ήταν καλοί, γεροί, είχαν πνευστά όργανα, τρομπόνι, τρόμπα, μπομπαρδίνο, κλαρίνο. Μπομπαρδίνο είναι το εμφώνιο. Ακομπανιαμέντα κάνανε αυτά. Όλη η Γέρα ήταν Μικρασιάτες, όλοι οι μουσικοί. Τούρκοι ήταν μέχρι το ’12. Εγώ που ξέρω απ’ το ’12 κι ύστερα, υπήρχαν τα πνευστά. Δεν είχες όργανο φυσερό, δεν είχες πέραση. Είχες βιολί, είχες σαντούρι, δεν πήγαινες. Έπρεπε να ‘χεις φυσερά.

 

  • Ποσειδώνας Δίβαρις – Καραβάς (1911-1985). Ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει για τον Ποσειδώνα Καραβά:

Μαζί παίζαμε, συμπέθερος μου είναι. Απ’ τη Σμύρνη ήταν αυτοί. Αυτός ήρθε εδώ πέρα. Ήρθανε από το ’13, το ’14, τον πρώτο διωγμό και 5 – 6 χρονώ είχε έρθει εδώ πέρα. Με τη μάνα του είχε έρθει και μια αδερφή είχε. Και έπιασε μετά, στα καπνά δουλεύαν, στη Βρισά. Στο Παλιοχώρι ήρθε, κάθησε, δεν είχε δουλειά. Η μάνα του χήρα και πήγαν στη Βρισά και εργαζόνταν. Κι αυτός έπιασε βιολί και τραγουδούσε ωραία. Και κάποιος τον υπέδειξε και πήγε στη Μυτιλήνη κι έμαθε το βιολί. Κι ύστερα εξελίχθη, πήγε στη Θεσσαλονίκη, μετά, άφησε το χωριό σε λίγα χρόνια και εργαζόταν με αυτές τις τραγουδίστριες. Στη Σαλονίκη ήταν το ’40, στην κατοχή να πούμε, στον αποκλεισμόν ήταν εκεί πέρα, στη Σαλονίκη εργαζόταν. Μετά στην Αθήνα ήρθε, ήρθε και στην Αθήνα και εργαζόταν, σε κέντρα, ναι. Πιο πριν εδώ ήταν, στο Πλωμάρι είχαν κατεβεί. Μέναν στα τελευταία, μέχρι που γινήκαν τα παιδιά του 8 – 9 χρονών μέναν στο Παλιοχώρι, μετά πήγαν στο Πλωμάρι, στα σχολεία και μαθαίναν κι αυτοί τα όργανα, πιάσαν κι αυτοί. Τρία παιδιά είχε. Το ένα σκοτώθηκε στο στρατό (ο Στρατής) και τ’ άλλα παίζουν όργανα, να πούμε. Ο Γιάννης είναι στην Αυστραλία, ο Τζίμης είναι ‘δω (στην Αθήνα).

Ο Ποσειδώνας είχε γεννηθεί το ’11. Πέντε – έξι χρονών ήρθε. Από ‘δω ήταν η μητέρα του, Παλιοχωριανή. Ήταν δούλα στη Σμύρνη και παντρεύτηκε κει, τον αυτόν – ήταν από καλή οικογένεια – “Καραβάδες” δεν είναι τ’ όνομα τους, είναι: Δίβαρις. Λοιπόν και είχε καϊκι μεγάλο στη Σμύρνη ο παππούς ‘ιτ, ο πατέρας του θά ‘ταν, ο παππούς ‘ιτ. Λοιπόν, ναι και επειδής είχε καϊκι, λέγανε “Καραβάς”, το καράβι που ‘χε, κι έμεινε τ’ όνομα Καραβάς. […] Ο Ποσειδώνας έπιασε βιολί από 18, από τόσο χρονών, έπιασε μεγάλος, γιατί εργαζόταν πιο μπροστά.

[…] Το ’29 με ’30 παίξαμε με τον Ποσειδώνα, μετά έφυγα εγώ, το ’31 έφυγα εγώ. Όταν έμαθε το βιολί, έφυγε από τη Βρισά. Η μάνα του εργαζόταν στη Βρισά και πλήρωνε τον μάστορα (τον μπαρμπα-Στέλιο) στη Μυτιλήνη. Όταν έμαθε πια αυτός, ήρθαν στο χωριό, εδώ. Και κάτσαν εδώ πέρα. Έπαιζε κάμποσα χρόνια εδώ πέρα. Εγώ όντας έμενα στην Αγία Παρασκευή, έπαιζε ο Ποσειδώνας εδώ (δεκαετία του 1930) και στην Πλαγιά ‘πιάσε με τον “Αράπη” αυτόν που λένε, τον Καβαρνό, μ’ αυτόν έπαιζε. Μαζί ήταν, το σαντούρι τον είχε αυτόν, δεν χωρίζαν. Και τον “Μπουρλή” στο “τζαζ” (ντραμς), τον Κώστα. Αυτοί τσι τρεις ξέρω. Και παίρναν τον Μαλλιαρέλη, τρόμπα και μ’ αυτόν, ήταν καλοί μουσικοί… Ο Ποσειδώνας τις διάλεγε τις τραγουδίστριες. Άμα πάρει το καφενείο τον Ποσειδώνα με την τραγουδίστρια, λέει (στον καφετζή), θα πληρώσεις την τραγουδίστρια, ένα πεντακοσάρι ο λόγος, ναι χώρια τα τυχερά”. Από τις τραγουδίστριες που συνεργαζόταν ο Ποσειδώνας, έχει αναφερθεί η “Ula Bamba” και κάποια “Κική”, για την οποία, πιθανότατα, ανέφερε ο Μανώλης: “Κι αυτή ξένη ήταν. Η καταγωγή της ήταν απ’ τη Σμύρνη, η μάνα της. Κι εδώ πέρα εξελίχτηκε…. Ο Δημήτρης (Καραβάς) έχει κι ένα ταμπούρλο, τέτοιο, ντέφι. Ήταν, η Κική το ‘παιζε αυτό, η τραγουδίστρια και τώρα απόμεινε.

Όντας ήρθε πια απ’ την Αυστράλια ο Ποσειδώνας δεν έπαιζε. Στην Αυστράλια έπαιζε. Πιο μπροστά, πρωτού να φύγει, έπαιζε και μετά στην Αυστράλια, ύστερα δεν έπαιζε πια. Ήρθε καμια – δυο φορές τα καλοκαίρια κι έπαιξε με τον Παναγιώτη τον Γανώση στο Μεγαλοχώρι, το καλοκαίρι ήρθε δυο – τρεις φορές

(τη δεκαετία του 1980, όταν κατοικούσε πλέον στην Αθήνα).

 

  • Δημήτρης Καραβάς. Γαμπρός του, γιος του Ποσειδώνα Καραβά. Γεννήθηκε το 1934. Παίζει ακορντεόν και αρμόνιο. Για τον Δημήτρη Καραβά ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει:

Ο Τζίμης ήταν στην Αυστραλία δέκα χρόνια, όχι είκοσι έκανε και πήρε την κόρη μου. Δεν τη σήκωνε το κλίμα κι ήρθανε εδώ, στο Κιάτο, στην Κόρινθο, άνοιξε Κέντρο διασκεδάσεως. Ήτανε συγκρότημα, έπαιζε κι αυτός μαζί και τραγουδισταί και εργαζόταν εδώ. Από το ’70 κι ύστερα ήρθανε. Είχε εκεί πέρα, στην Αθήνα γραφεία που ζητούσαν μουσικοί από τη Γερμανία, από την Κύπρο και τον παίρναν εκεί πέρα. Πήγαινε στη Γερμανία, έπαιζε, πήγαινε στην Κύπρο, όπου κλειούσαν τη συμφωνία και εργάστηκε πολλά χρόνια.

 

  • Παντελής Σκυβαλάκης, από το Παλιοχώρι. Έπαιζε φυσαρμόνικα, ακορντεόν και αρμόνιο.

Οι Σκυβαλάκηδες Παλιοχωριανοί ήταν. Ο πατέρας τους ήταν Κρητικός. Γι αυτό “Κρητικοί” τους λέγαμε, Σκυβαλάκηδες. Ο Παντελής έπαιζε ακκορντεόν, φυσαρμόνικα, φυσαρμόνικα κατά πρώτον. Αόμματος ήταν. Δεν καλόβλεπε. Κι ύστερα έπιασε τ’ ακκορντεόν…. Ακορντεόν, τον είχαμε μεις μετά μαζί μας, χρόνια.

 

  • Δεληγιάννης, Παληκαρέλλης, Ψάνης: παλιοί μουσικοί από το Παλιοχώρι.

Όλο ατζαμήδες στην αρχή ‘χα, αρχάριοι. Τον ήπαιρνες, τί να κάνεις; Είχαμε δω πέρα τον Δεληγιάννη, το Παληκαρέλη, αυτοί παίζαν, το Ψάνη, πολλοί. Δεκαοχτώ μουσικάντες είχε βγάλει το Παλιοχώρι, αλλά στεριώσαμε εμείς και τα Γανωσέλια, αυτοί οι δυο. Οι άλλοι όλοι τ’ αφήκαν, δεν μπορούσαν.

 

  • Παναγιώτης Τυροπώλης, από το Πλωμάρι. Έπαιζε σαντούρι στη δεκαετία του ’30 και ’40 μαζί με τον Ποσειδώνα Καραβά στο βιολί.

Παναγιώτης Τυροπώλης, καλό σαντούρι. Μαζί παίζαμε. Ξαδέρφια ήτανε με τους Βερβέρηδες. Πέθανε, χρόνια.

 

  • Παναγιώτης Λιναρδής. Έπαιζε κλαρίνο στην κομπανία του Μπορού (δεκαετία ’30-’40).

Ο Λιναρδής ήταν απ’ τη Βρισά, παντρεύτηκε στον Μπορό, Παναγιώτη τον λέγανε, τον θυμάμαι καλά, έπαιζε κλαρίνο, κι αυτός από την Αμερική είχε έρθει, γιατί η Αμερική είχε σπάσει κάποιο διάστημα δεν είχε δουλειές, απ’ το ’12 μέχρι το ’15. Κι ήρθαν αυτοί που λες από την Αμερική και παντρευτήκαν, πήραν γυναίκες με κτήματα στον Μπορό.

 

  • Γιώργος Χατζέλλης ή «Καχίνα» ή «Βέβα». Περίφημος σαντουριέρης από το Ακράσι Λέσβου. Την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα μετανάστευσε στην Αμερική, όπου έκανε και ηχογραφήσεις. Ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει:

“Χαχίνα”, Χατζέλλης ονομάζεται, Γιώργος Χατζέλλης (στο Ακράσι)… Στην Αμερική έκανε. Έπαιζε εκεί πέρα σαντούρ’. Ναι (πριν το ’20). Λοιπόν, ήρθε εδώ πέρα, απ’ την Αμερική – ως μουσικός ήταν εκεί πέρα – έκανε επιδείξεις, ξέρω ‘γω, πήρε ένα κορίτσι, κτηματίας, πολλά κτήματα και πιάστηκε κι ύστερα έμειν’ έδω πέρα. Α, όντας αρραβωνιάστηκε, λέει θα πάω λέει να νοικιάσω τα μαγαζιά μου εκεί πέρα στην Αμερική. Ε, πήγε τέλος πάντων, ήρθε, παντρεύτηκε κι έμεινε εδώ, αλλά σαντούρ’ καλό. Έχω παίξει και μ’ αυτόν.

 

  • Γιάννης Βερβέρης ή “Μπαλάκος”, από τ’ Ακράσι. Γεννήθηκε το 1908. Έπαιζε βιολί. Ο πατέρας και ο αδερφός του ήταν επίσης μουσικοί και είχαν κομπανία μέσα στο Ακράσι προπολεμικά, μαζί με τον σαντουριέρη Γιώργο Χατζέλλη ή “Χαχίνα”. Για τον Γιάννη Βερβέρη, ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει:

Ο Γιάννης που ‘ναι στο γηροκομείο, βιολί έπαιζε. Αυτοί ήταν δυναμικοί να πούμε, κτηματίοι να πούμε και πηγαίναν σε ορισμένα, δεν εγυρίζαν. Ε, Βρισά, Βασιλικά πηγαίναν. Εδώ δεν πολυερχόνταν, εδώ πέρα. Εκεί πέρα τους κρατούσαν.

 

  • Μεταξήδες: Είχαν κομπανία στο Αμελικό στη δεκαετία του 1950. Στον πατέρα Μεταξή είχε διδάξει τρομπόνι ο Παναγιώτης Παντελέλης ή “Ασπαρκιά”.

Είχανε κομπανία αυτοί, μες στο χωριό τους, αλλά δεν ήταν προχωρημένοι, άμα πηγαίναμε εμείς, δεν παίζαν.

 

  • Γιώργος Καβαρνός ή “Αράπης”, από την Πλαγιά. Έπαιζε σαντούρι.

Καβαρνός, έπαιξα και μ’ αυτόν, απ’ την Πλαγιά. Κι αυτός Σμυρνιός. Καλό σαντούρι κι αυτός. Αλλά αυτός άμα έπινε λοιπόν κι άμα μεθούσε, το άφηνε το σαντούρι. Ήταν μπεκρής, έπινε ρακί. Το ’22, τότες θα ν’ ήρθαν. Η γυναίκα του ήταν απ’ την Πλαγιά. Είχε κορίτσια στην Αυστράλια και στην Αυστράλια πέθανε. Ο συμπέθερος ο Ποσειδών ήταν εκεί πέρα, πήγε στην κηδεία του.

 

  • Δημήτρης ή “Μήτρος” Χρήστου, από την Πλαγιά. Έπαιζε βιολί.

Μετά πήγα στην Πλαγιά και πήρα τα χωριανά μας, συρτά, καλαματιανά, ζεϊμπέκικα από τον Μήτρο Χρήστου, Δημήτρης Χρήστου, βιολίστας.

 

  • Οικογένεια Σταμπουλή. Πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία που καταγόνταν από τη Συκαμιά. Ο πατέρας, Στρατής Σταμπουλής έπαιζε κλαρίνο. Τη δεκαετία του 1930 νοίκιασε σπίτι στην Αγία Παρασκευή και έφτιαξε κομπανία με τους γιούς του, Παναγιώτη (σαντούρι), Στέλιο (κορνέττα) και Σαράντο (νταούλι). Ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει για το συγκρότημα της οικογένειας Σταμπουλή:

Γεννημένοι στη Συκαμιά και πηγαίναν στη Μικρά Ασία και δουλεύαν, είχε πάρει γυναίκα από το Φρένιαλι (κοντά στο Αϊβαλί) της Τουρκίας κι έμεινε ο άνθρωπος εκεί πέρα, ερχόταν, μάζευε τις ελιές.

Κατεβήκαν ως πρόσφυγοι, απ’ τον μικρασιατικό πόλεμο να πούμε, κατεβήκαν και πιάσαν σπίτι στην Αγία Παρασκευή, μονάχα με τη μουσική ζούσαν. Στρατής, ο πατέρας, Στρατής Σταμπουλής, έπαιζε κλαρίνο, αλά τούρκα όλα, μικρασιάτικα. Ο Παναγιώτης, σαντούρι, γιός ‘ιτ. Ο Στέλιος, κορνέτα, γιος του. Ο Σαράντος νταβούλι. Αυτοί ήταν και γω βιολί. Είχε δυο συγκροτήματα και η Αγία Παρασκευή. Αλλά μετά, εμείς, όντας πήγαμε κι έκανα δικό μου συγκρότημα, μας προτιμούσαν εμάς. Αυτοί φύγαν, σκορπίσαν μετά, σκορπίσαν, ….άλλοι πεθάναν μετά.

 

  • Μπουρμπούλοι. Οικογένεια μουσικών, πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην Αγία Παρασκευή.

Κάτι Μπουρμπούλοι ήταν στην Αγιά Παρασκευή, Μικρασιάτες ήταν κι αυτοί, βιολί, σαντούρι και λαγούτο ο πατέρας ιντ. Ένα λαγούτο ήταν, αυτός, Μπούρμπουλας, ήταν τραγουδιστής γέρος, οξύφωνος. Στη Μικρασία είχε μάθει λαγούτο. Τραγουδιστής ήταν και για να τον “κρατά” το ‘παιζε, δεν το κατείχε.

 

  • Ρόδανοι και Σουσαμλήδες:

Εδώ πέρα, στην Αγιάσο, Ρόδανοι είναι το επώνυμο τους και Σουσαμλήδες. Ρόδανοι ονομαζόνται του Χαρελέλι ο πατέρας. Είναι στην Αγιάσο ένα βιολί, Χαρίλαος. Αυτά ήνταν μωρά όντας μάθαινα ‘γω, μικρά παιδάκια ήτανε…. Στο Πλωμάρι δεν ερχόνταν οι Αγιασώτες. Αλλού πηγαίναν. Αυτοί πηγαίναν απ’ το Ίππειος, απ’ αυτά τα μέρη και Πηγή, αυτά τα μέρη.

 

  • Οικογένεια Καλαϊτζή ή “Μπινταγιάλα”. Ο πατέρας, Γιάννης Καλαϊτζής ή «Μπινταγιάλας» καταγόταν από τον Μεσότοπο, αλλά την δεκαετία του 1920-1930 έμενε στον Πολυχνίτο. Έπαιζε νταούλι. Οι γιοί του ήταν επαγγελματίες μουσικοί, ο Δημήτρης έπαιζε βιολί, ο Νίκος κορνέττα, τρομπόνι, βιολί και κυρίως σαντούρι, και ο Γιώργος μπουζούκι.
    Ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει για την οικογένεια Καλαϊτζή ή «Μπινταγιάλα»:

Στον Πολυχνίτο πάγαινα εγώ (το 1929-30), δεν είχαν το βιολί ακόμα, τον Μήτρο. Η Νίκος, πάγαινα εγώ και τον έδειχνα εκεί πέρα και έπαιζα με τον πατέρα του. Αυτοί κατάγονται απ’ το Μεσότοπο. Καλαϊτζήδες ονομαζόνται και τσι βγάλαν “Μπίνταγιάλα”. […] Έπαιζα μαζί τους. Το ένα το παιδί το ‘βγαλα εγώ βιολί, το Δημητρό, παλιά. Έμενα στο σπίτι τσ’ στον Πολυχνίτο. Με παίρναν από δω, βιολί. Δεν είχα γω ακόμα συγκρότημα. Ο Δημητρός σκοτώθηκε στο Αλβανικό. Αυτόν είχα βγάλει βιολί. Τούτοι ήταν παιδιά ακόμα. Ξεσαλαγούσαν το σαντούρ’ και τσ’ βρίζαμε, τους μαλώναμε…. Ο Νίκος είχε και Γιώργο αδερφό, απάνω (εγκατεστημένο στην Χαλκίδα), μπουζούκι.

Τούτος, ο Νίκος (Καλαϊτζής), παίζει κορνέττα, παίζει σαντούρ’, παίζει και βιολί. Έπιασε σαντούρι και το σταμάτησε το τρομπόνι.[…] Πιτσιρίκος ήτανε, κατεβαίναμε απ’ τον Πολυχνίτο. Γερός είναι, εγώ τον δέχομαι, τον παραδέχομαι. Κατεβαίναμ’ απ’ τον Πολυχνίτο, που ‘μενα στο σπίτι τους, κι άμα δεν είχαμε δουλειά, έπαιρνε το σαντούρ’ και κατεβαίναμε στη Βρισά και παίζαμε σ’ ένα καφενείο, πιάναμε ούζο, μοναχοί μας και γινόταν και τζίρος μετά, δουλειά. […] Τον “Μπινταγιάλα” που λες, να πούμε πώς τον βγάλαν, Καλαϊτζήδες είναι. Ήταν ένας σκοπός: Α – να – να – να – μπινταγιάλα, σκοπός. Λοιπόν κι αυτός (ο Γιάννης Καλαϊτζής) έπαιζε δηλαδή κι έλεγε: Α – λα – λα – λα – μπίνταγιάλα – μπίνταγιάλα (δηλαδή το τόνιζε). Και το χωριό που πήγε κατά πρώτο Μπινταγιάλας, λεν “ποιός παίζ’;” – “Το Μπίνταγιάλα”, κι ήβγε Μπινταγιάλης. Ο πατέρας του Νίκου νταβούλι έπαιζε, έτσι ήβγαλε τα παιδιά του να πούμε κι έπαιζε μαζί.

 

  • Γρηγόρης Κωσταντακέλλης, βιολιστής από τον Σκόπελο της Γέρας.

Στην Γέρα πήγα σ’ έναν, Κωσταντακέλλης ονομαζόταν Γρηγόρης, στον Σκόπελο. Βιολί, άριστο βιολί, αλά τούρκα: Στο βιολί απάνω έβαζε τις δυο τις κόρδες – “δίκορδο” το λέγαμε – και αντάμωνε το Μι με το Λα, τις αντάμωνε στον καβαλάρη απάνω που έχει το βιολί, τις κόλλαγε και βγάζαν αρμονία. […] Πήγα και τ’ έδωσα ένα χιλιάρικο – καλό χιλιάρικο τ’ έδωσα – και μου ‘δειξε “δίκορδο”. Ναι, είχα σεβντά πολύ. Θε να’ ταν κατά το ’47-’48.

 

  • Στρατής Κουτσαυτής, από τη Γέρα. Έπαιζε τρομπόνι.

Κι έναν άλλον σκοπόν, εμείς τον πρωτοπαίξαμε, εμείς τα Παντελέλια, μ’ έναν Γεραγώτη, τον Στρατή, το τρομπόνι. Κουτσαυτής ήταν αυτός, Γεραγώτ’ς, από παλιοί, κι αυτό το σκοπό το μετονομάσαν “τα Ξυλαρέλια”. Αυτό ήταν τουρκικό εμβατήριο.

 

  • Καμπάδες, μουσικοί από τον Παππάδο της Γέρας.

Η Γέρα είχε συγκρότημα, στη Γέρα δεν επήγα καμιά φορά. Είχε συγκρότημα κι η Γέρα, ονομαζόνταν Καμπάδες, αλά τούρκα παίζαν κι αυτοί.

 

  • Δημήτρης “Φιλιανός”, από τη Φίλια.

Η Φίλια είχε επί Τουρκίας συγκρότημα, είχε και σαξοφών, τρόμπα, κλαρίνο, βιολί, σαντούρ’. Στην Αμερική έκανε αυτός. “Φιλιανοί” τσι λέγαν τ’ όνομα. Το μόνο σαξοφών στο βόρειο μέρος, εδώ δεν είχαμε κανέναν. Ήταν αυτός στη Φίλια, που ‘χε έρθει απ’ την Αμερική. Ο πατέρας του έπαιζε κλαρίνο.

 

  • Στρατής Μανταμαδέλης, από τον Μανταμάδο. Έπαιζε βιολί.

Μανταμάδο έπαιξα στην πανήγυρη (του Ταξιάρχη). Ήταν κι ένας Μανταμαδέλης, Στρατέλι τον λέγαν, πούλαγε χαλβά. Και του ‘δειξε ο Γιάννης ο αδερφός μου βιολί και πήγε στην Αυστράλια και προχώρησε κι έγινε καλό βιολί. Αποκατέστησε τα παιδιά του, κάθονται κει πέρα. Μόλις πήγα τώρα με φίλησε, μ’ αγκάλιασε. Παίζαμε στον Κλομιδάδο κι αυτός, πούλαγε χαλβά, δεν ήταν μουσικός ακόμα, αλλά είχε κλίση να πούμε. Και μόλις μ’ είδε, θυμάμαι λέει και τον σκοπόν: “Αιγεώτισσα”, που παίζαμε.

 

  • Μενέλαος Κυριακόγλου, από την Κάπη. Έπαιζε βιολί και τρομπόνι.

Η Κάπη είχε καλούς μουσικούς. Ξέρω το βιολί που έπαιζε, ο Μενέλαος κι έχει παιδιά βγαλμένα, τώρα παράτησε κι αυτός, μουσικοί καλοί.

 

  • Κώστας Μα(γ)ιόγλου ή “Γκάϊτατζης”. Έπαιζε γκάϊντα και νταούλι στην Αγία Παρασκευή τη δεκαετία του 1930. Είχε κομπανία με τους γιούς του, Μανώλη (βιολί) και Κώστα (σαντούρι).
    Ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει για την οικογένεια Μαγιόγλου:

Μα(γ)ιόγλου, τουρκικό. Ήταν πρόσφυγοι κι ήρθαν στην Αγιά Παρασκευή οι ανθρώποι και παίζαν, όπως πήγα και γω. Ο πατέρας τους έπαιζε γκάϊντα, τον είχαν, όταν πηγαίναν στη δουλειά, νταβούλι, τέτοιο ατσιγγάνικο νταβούλι, όχι “τζαζ”. Λοιπόν, τα παιδιά του, ο Μανώλης έπαιζε βιολί, ο Αποστόλης έπαιζε σαντούρ’. Ήταν η δεύτερη μουσική που ήταν μέσα στο χωριό. Είμαστε δυο συγκροτήματα. Τον πατέρα τον έλεγαν Κώστα. Με τα παιδιά του έπαιζε νταβούλι. Μονάχος του όταν ήταν, γκάϊντα. “Γκάϊτατζη” τον φωνάζανε.

 

Κοινωνική θέση των μουσικών:

(Στη Βόρεια Λέσβο τη δεκαετία του 1930)

Καβγάς, μαχαιρωνόνταν, σκοτωνόνταν. Έχω δει εγώ, έναν ενωματάρχη, τον κοπανίσαν εδώ πέρα κι έπεσε κάτω μπρούμυτος. Πήγε να ξεχωρίσει. Δεν το ‘χαν τίποτα να σε σκοτώσουν. Αδέρφια ‘ναι. Εκεί πέρα, σκότωνα εγώ τον αδερφό σ’, πάγαινα φυλακή. Μόλις ήβγαινα όξω, σε σκότωνε του σκοτωμένου ο αδερφός. Τέτοια ήταν εκεί πέρα. Ήταν βάρβαρα κει πέρα. Δεν επιτρέπαν η μουσική να παίξει. Ε, τώρα εξελιχτήκανε. Και λεφτά παίρνουν τώρα και ξεκούραστα είναι. Εμείς όλο με τα πόδια γυρίζαμε, με τα πόδια.

Πηγαίναμε και στα κουτουρού. Πηγαίναμε, ας πούμε, στη Βρισά και πηγαίναμε στο καφενείο, παίζαμε κι αρχίνα ο χορός, χωρίς καλεσμένοι. Σε πανηγύρια μας ειδοποιούσαν, σε γάμους, σε αρραβώνες. Σε πανηγύρια κάθε καφετζής έπαιρνε τη μουσική του. Έξαφνα στα Βατερά, που πάμε εκεί πέρα, που παίρνουν τη μουσική. Δεν πάει κουτουρού η μουσική τώρα, πληρώνεται τώρα. Α, το πιο σπουδαίο είναι που δεν είχαμε μηχανήματα, τότες που παίζαμε, τίποτα. Να παίζεις το βιολί, να αποδώσεις, να τραγουδήσεις εσύ, χωρίς μηχάνημα. Υποφέρναμε. Τώρα είναι ξεκούραστα. Έχουμε τραβήξει πολλά, τόσα χρόνια.

 

Αντιπροσωπευτικό δείγμα σκοπών, μουσικών, τραγουδιών, χορών του τόπου:

Ο Στρατής Παντελέλης, αυτός ήταν θείος ιμ, απ’ αυτόν διδάχθηκα τα πολλά, όντας ήρθα εδώ πέρα. Πήγαινα στο θείο, με τα πόδια στον Μπορό, του ‘λεγα: “Θείο, να μου δείξεις το “αδραμυττιανό”, να μου δείξεις το τάδε, το τάδε”… Πήγαινα για να εξασκηθώ, πήγαινα μαζί με το θείο μου κι έπαιζα, για να πάρω το ταλέντο, το αυτό να πούμε, βέβαια.

Σκοποί παίζαμε απ’ όλα. Και μέχρι ευρωπαϊκά: ταγκό, βαλς, σάμπες. Αυτά τα ξεκινούσαμε, σε κέντρα που πηγαίναμε, μέχρι ν’ αρχίσει ο χορός. Τ’ ακούγανε μέχρι ν’ αρχίσει ο χορός, τα ζεϊμπέκικα και αυτά. Παρουσιαζόνταν και ορισμένοι πάλι, κάτι γυμνασιόπαιδα, κάτι τέτοιοι και ταγκό χορεύγαν, βαλς χορεύγαν, τα παίζαμε κι αυτά. Φώτα δεν υπήρχαν. Και βάζαμε τ’ αναλόγια μπροστά, κι άμα ζούφα (έσβηνε) καμιά φορά το φως, τίποτα, τσ’ λάμπες που ‘χαν, απομείναμε… Μετά, ζεϊμπέκικα παίζαμε, καρσιλαμάδες, ζεϊμπέκικα, συρτά, καλαματιανά (όπως τον σκοπό “Αιγεώτισσα”), μπάλλοι, χασάπικα, σέρβικα χασάπικα, τα πάντα, όλα. Διατάζαν, παραγγελίες. Ναι, τα διατάζανε όλα αυτά, αν διάταζε, αλλοιώς, βάζαμε συρτό, κατά πρώτο, μετά μπάλλο, μετά καρσιλαμά, ζεϊμπέκικο και γλήγορο, σέρβικο χασάπικο, “ρούσικο” το λέγανε. Αυτό ήταν το τελευταίο, “σιχτίρ-πιλάφ” το λέγαν. Βάλε, λέει, και το “σιχτιρ-πιλάφ”. Α, ήταν κι ένας άλλος σκοπός, ο οποίος πήρε την ονομασία “Αϊσέ” (9/8). Αυτό, είχαμε κάποιον Παλιοχωριανό – Θεός σχωρέσ’ τον – ανέβαινε πάνω στα καθίσματα και τον χόρευε και πήρε τ’ όνομα του: “Καρεκλάτος”, δεν ήξερε να πει το όνομα του, “Αϊσέ”. Αυτός είναι ο “καρεκλάτος”. Εδώ πέρα τον χορεύανε. Όποιος τον γουστάρει, λέει, “βάλε και τον καρεκλάτον”.

 

Επαφές – επιρροές από άλλες περιοχές του Βορείου Αιγαίου και τα Μικρασιατικά παράλια στα μουσικά δρώμενα:

Για τους Μικρασιάτικους σκοπούς ο Μανώλης Παντελέλης αναφέρει:

Τους διδαχτήκαμε από παλιοί. Πηγαίναν και εργαζόνταν εκεί πέρα μουσικοί από δω και τα παίρναν, αλά τούρκα τα παίζαμε όλα αυτά. Εμ αυτά παίζεις. Τώρα εδώ πέρα άμα παίξεις και δεν παίξεις το ζεϊμπέκικο, ένα ζεϊμπέκικο βαρύ, ένα καρσιλαμά, αν δεν τα ξέρεις αυτά, δεν πιάνεις. […] Οι Σμυρνιοί, αυτοί τα φέρανε εδώ πέρα τα μικρασιάτικα. Κι έναν άλλον σκοπόν, εμείς τον πρωτοπαίξαμε, εμείς τα Παντελέλια, μ’ έναν Γεραγώτη, τον Στρατή τον Κουτσαυτή, το τρομπόνι. Γεραγώτ’ς ήταν αυτός, από παλιοί, εδώ κι αυτό το μετονομάσαν: “τα Ξυλαρέλια”, αλλά είναι κιούρτικο. Είναι εθνικός ύμνος εδώ πέρα. Κιούρτικο ήταν και τ’ ονομάσαν τα “Ξυλαρέλια”, γιατί κάποιος “Κακούργος” Σουσαμλής, το κλαρίνο πο’ παιζε, στα Βασιλικά πάγαινε και το έπαιξε αυτό. Λέει (κάποιος), “τί ονομάζεται;” Λέει: “Ξυλαρέλια”. Γιατί, επαγγελματική αυτή ήταν, ζήλεια. Γιατί, παγαίναμε εμείς, παίζαμε, λέει: “παίξτε τα Ξυλαρέλια”. Δεν ξέραμε…. Τραγούδησε, λέει ο Γιάννης, ο συχωρεμένος ο αδερφός μου. Αρχίνησε: Το κιούρτικο! Και το παίξαμε εμείς πια εκεί πέρα. Τώρα είναι εθνικός – και στην Αυστράλια, άμα πας. Πήγα στην Αυστράλια, αυτό έπρεπε να παίξεις. Αυτό ήταν τουρκικό, τουρκικό ήταν εμβατήριο του Οσμάν Πασά. Από κει το πήραν Μικρασιάτες. Αυτός εξ αρχής που το πήρε είχε Γεραγώτες, σημερινοί μουσικάντες και το πήρε και το παίξαμε εμείς. Τότε, δεν το ‘ξερε κανείς. Το γύρευε εδώ (στο Παλιοχώρι) ένας Χατζηβασίλης, το γύρευε αυτό.

 

 

Επιρροές προσφύγων ή μεταναστών από άλλες περιοχές στα μουσικά δρώμενα:

Εδώ όταν δεν είχες φυσερό, κλαρίνο, τρόμπα, τρομπόνι, τότε μπουζούκια δεν υπήρχανε. Γκάϊντα ήταν ένας στην Αγιά Παρασκευή, ένας “Γκάϊτατζης”. Εκεί πέρα γνώρισα γκάϊντα εγώ. Πρόσφυγας ήταν κι αυτός, κι έπαιζε γκάϊντα. Τα παιδιά του ήταν μουσικοί, σαντούρ’…(Τον λέγανε) Γκάϊτατζης (επειδή έπαιζε γκάϊντα). Ερχόνταν από τη Νικομήδεια, από πάνω εδώ πέρα τέτοιοι, να πούμε και παίζανε […]. Ερχόνταν και γυρίζαν τα χωριά, από τη Νικομήδεια. Και ζουρνάδες ερχόνταν, ζουρνάδες και νταβούλι μαζί, ερχόνταν, περαστικοί ήταν αυτοί, ερχόνταν από πάνω, απ’ τη Μακεδονία. Παρέες τους παίρναν, τους παίρναν παρέες, διασκεδάζαν. Περνούσαν μια μέρα, δυο, από δω και φεύγαν, παγαίναν σ’ άλλο χωριό, όπως οι γύφτοις, ναι, τέτοιοι ήταν… …Μέχρι το ’40 ερχόνταν. Μετά έγινε η κατοχή, σταματήσαν.

 

(Συνέντευξη που παραχώρησε ο Μανώλης Παντελέλης στην Χριστίνα Βαρκαράκη, στις 21-5-1996, στο σπίτι του σαντουριέρη Γιώργου Γανώση στο Παλαιοχώρι)

Τους σκοπούς, ζητούσαν και με τ’ όνομα, σου λέει βάλε τον “Τσάκιτζη”, βάλε τα “Μάρμαρα”. Τα ίδια ήταν, τα ίδια και στη Βρισά, στο Λισβόρι. Μόνο στο βόρειο μέρος, η Καλλονή, άλλαζε κάτι σκοποί, “Αϊδίνικο”, 9/8 είναι, αλλά είναι αυτός ο “καρεκλάτος” που λέμε, “Αϊσέ”, σμυρνιό είναι αυτό. Εγώ όντας πήγα στην Αγία Παρασκευή, απαραίτητο είναι η “Αϊσέ” εκεί πέρα. Δεν ημπορούσα ν’ αυτό. Εσταμάτουν. Είχε άλλο τέμπο, ναι. Ε, ύστερα το μάθαμε. […] Παίζαμε “τσαλντιρμάδες”, αλά τούρκα. Ο “τσαλντιρμάς” είναι ζεϊμπέκικο βαρύ. Σαλβαράδες το χορεύαν. Στα Βασιλικά, είχε Τούρκοι – δεν τσ’ έφταξα εγώ – αλλά, οι άντρες αυτοί είχαν συνηθίσει. Λοιπόν, καμιά φορά λέει, άμα παρατούσαμε, “τσάλ μπρε, τσάλ”. Τσαλ, δηλαδή παίξε. “Τσάλ μπρε”, αλά τούρκα. […] Και για τσι χοροί, ένα Μι ζεϊμπέκικο το λέμε εμείς, ναι Φωκιανοί, Πέργαμο και Δικελί, τέτοια, απ’ τη Σμύρνη είναι οι χοροί, απ’ τις Φώκιες, απ’ το Δικελί.

Παλιά, αλά τούρκα, τουρκικά καθ’ εαυτού, μέχρι ταξίμι, το “Ne olur”, που ‘ταν βγαλμένο, κάποιο “Ne olur” – 2/4, σκοπός “της παρέας” – έκανα ένα ταξίμι στα Βασιλικά, γιατί είναι τούρκικα τα μέρη εκεί πέρα (εννοεί ότι ήταν τούρκικα χωριά πριν το ’12 και μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία), χειροκροτούσαν. Τώρα αυτό δεν το θυμάμαι, το ‘χω ξεχάσει. Είναι αλά τούρκα τον τραγουδείς τον σκοπόν, κάτι γέροι το γυρεύαν, το τραγουδούσα, κουτσά – στραβά. […] Τους καρσιλαμάδες, “τα Μάρμαρα”, με τούρκικα λόγια.

Τα τούρκικα λόγια τα είχε μάθει από τους Σταμπουλήδες που ήταν πρόσφυγες από την Μικρά Ασία.

Μέχρι Τούρκον πήγαμε κι ηύραμε στην Αυστράλια και τον “Τσάκιτζη”, ήξερα τα τραγούδια ‘γω τουρκικά, τα ‘ξερα: “Τσάκιτζη τσαλτάρ μπακασίν, ……ισέ καντάρ”, το τραγουδούσα, εδώ πέρα, αλλά τον αρέσαν κι εδώ πέρα, το βόρειο μέρος (της Λέσβου). Τούρκοι ήταν, πριν το ’12, Τούρκοι, ο κόσμος και τον άρεσε ό,τι τούρκικο παίζαμε.

 

Επιδράσεις στον τοπικό μουσικό πολιτισμό από αστικούς χώρους της Ελλάδας και του εξωτερικού:

Στη Λέσχη, στην Αγιά Παρασκευή παίζαμε, γινόνταν χοροεσπερίδες και μας παίρναν, γιατί παίζαμε ευρωπαϊκά πολλά εμείς.

Σκοποί παίζαμε απ’ όλα. Και μέχρι ευρωπαϊκά: ταγκό, βαλς, σάμπες. Αυτά τα ξεκινούσαμε, σε κέντρα που πηγαίναμε, μέχρι ν’ αρχίσει ο χορός. Τ’ ακούγανε μέχρι ν’ αρχίσει ο χορός, τα ζεϊμπέκικα και αυτά. Παρουσιαζόνταν και ορισμένοι πάλι, κάτι γυμνασιόπαιδα, κάτι τέτοιοι και ταγκό χορεύγαν, βαλς χορεύγαν, τα παίζαμε κι αυτά.

 

Ακροατές – γλεντιστές:

Ύστερα μετά Στύψη πήγαμε κι εκεί πέρα, στο μεζέ, πιάναν συκωτάρια…..και πίνανε. Λοιπόν και πιάναν για μεζέ, πιάναν “κολιά”, να πούμε, άρμα απ’ τα βαρέλια, το αλμυρό, γι’ αυτό τους έχουν παρονομάσει εκεί πέρα “κολιαρμούδες” τους Στυψιανοί. Εκεί πέρα πάλι γλέντια γινόνταν. Λοιπόν μαλώναν στα τελευταία, ύστερα από δυο μέρες, μας είχαν, τυρρανίδα μεγάλη τραβούσαμε όμως, να γυρίσεις το χωριό, υποφέρναμε. Αλλά δεν είχε εδώ δουλειά όπως είχε εκεί πέρα…Α! Στύψη, όντας πρωτοπήγαμε, απαγορεύονταν μέσα στα καφενεία να παίξεις μουσική, δεν άφηνε η αστυνομία. Κι είχαν έναν, ήτανε χωροφύλακας, τον Παναγιώτ’ τον Σταμπουλή, λοιπόν και πήγε στην Αστυνομία στην Μυτιλήνη μέσα κι ήβγαλε άδεια και μας επιτρέπαν. Εκεί πέρα να ‘βλεπες, λοιπόν. Πριν πηγαίναμε σπίτι σε σπίτι. Μας έπαιρνες συ στο σπίτ’ σ’, διασκεδάζανε όσοι ήτανε, στ’ αλλουνού το σπίτι. Όχι μέσα στην αγορά, στα καφενεία, απαγορεύανε η αστυνομία, γιατί χτυπιώντανε. Είχαν χτυπήσει νωματάρχη, με τα μαχαίρια, με τα πιστόλια. […] Αλλά φιλότιμοι: Μαλώναν αναμεταξύ ντων, ποιός θα μας πάρει στο σπίτι του να μας ταγίσει, να φάμε, ύστερα από δυο μέρες που (παίζαμε)…

Δεν πολυκατεβαίναμε στο Πλωμάρ’, στα χωριά μας, λεφτά παίρναμε στα χωριά. Στο Πλωμάρ’ ήταν αριστοκράτες, θέλαν ταγκό, βαλς, τέτοια, στη Λέσχη (Πλωμαρίου “Βενιαμίν ο Λέσβιος”). Στου “Αυτουσμή” (καφενείο στην Αγορά του Πλωμαριού) ήταν καμιά παρέα, μας καλούσε, καμιά φορά μας γυρεύαν, σε καμιά πανήγυρη, στου Άγιου Παντελεήμονα παίζαμε, σ’ Αγιάς Παρασκευής (πρόκειται για πανηγύρια που γίνονται στις συνοικίες του Πλωμαριού: “Αμμουδέλι” και “Ταρσανά”, αντίστοιχα). Έξω παίζαμε ύστερα, μέσα στην αγορά, σε καφενέδες, “στου Αυτουσμή”, στο “Αθανασιάδειο” εκεί, έξω. Μας κλείναν οι καφετζήδες.

 

 

Πώς αξιολογεί ένα ακροατήριο τον/την τραγουδιστή/τρια/μουσικό:

Τους σκοπούς, ζητούσαν και με τ’ όνομα, σου λέει βάλε τον “Τσάκιτζη”, βάλε τα “Μάρμαρα”. Τα ίδια ήταν, τα ίδια και στη Βρισά, στο Λισβόρι. Μόνο στο βόρειο μέρος, η Καλλονή, άλλαζε κάτι σκοποί. “Αϊδίνικο”, 9/8 είναι, αλλά είναι αυτός ο “καρεκλάτος” που λέμε, “Αϊσέ”, σμυρνιό είναι αυτό. Εγώ όντας πήγα στην Αγία Παρασκευή, απαραίτητο είναι η “Αϊσέ” εκεί πέρα. Δεν ημπορούσα ν’ αυτό. Εσταμάτουν. Είχε άλλο τέμπο, ναι. Ε, ύστερα το μάθαμε. […] Παίζαμε “τσαλντιρμάδες”, αλά τούρκα. Ο “τσαλντιρμάς” είναι ζεϊμπέκικο βαρύ. Σαλβαράδες το χορεύαν. Στα Βασιλικά, είχε Τούρκοι – δεν τσ’ έφταξα εγώ – αλλά, οι άντρες αυτοί είχαν συνηθίσει. Λοιπόν, καμιά φορά λέει, άμα παρατούσαμε, “τσάλ μπρε, τσάλ”. Τσαλ, δηλαδή παίξε. “Τσάλ μπρε”, αλά τούρκα….

Μετά, ζεϊμπέκικα παίζαμε, καρσιλαμάδες, ζεϊμπέκικα, συρτά, καλαματιανά (όπως τον σκοπό “Αιγεώτισσα”), μπάλλοι, χασάπικα, σέρβικα χασάπικα, τα πάντα, όλα. Διατάζαν, παραγγελίες. Ναι, τα διατάζανε όλα αυτά, αν διάταζε, αλλοιώς, βάζαμε συρτό, κατά πρώτο, μετά μπάλλο, μετά καρσιλαμά, ζεϊμπέκικο και γλήγορο, σέρβικο χασάπικο, “ρούσικο” το λέγανε. Αυτό ήταν το τελευταίο, “σιχτίρ-πιλάφ” το λέγαν. Βάλε, λέει, και το “σιχτιρ-πιλάφ”. Α, ήταν κι ένας άλλος σκοπός, ο οποίος πήρε την ονομασία “Αϊσέ” (9/8). Αυτό, είχαμε κάποιον Παλιοχωριανό – Θεός σχωρέσ’ τον – ανέβαινε πάνω στα καθίσματα και τον χόρευε και πήρε τ’ όνομα του: “Καρεκλάτος”, δεν ήξερε να πει το όνομα του, “Αϊσέ”. Αυτός είναι ο “καρεκλάτος”. Εδώ πέρα τον χορεύανε. Όποιος τον γουστάρει, λέει, “βάλε και τον καρεκλάτον”.

 

Βίντεο

Video Grid with Modal
Video 1
Μετάβαση στο περιεχόμενο