Μουτζούρης Χρήστος

Λέσβος

Τόπος γέννησης: Κάτω Χωριό Πλωμαρίου, Λέσβος

Χρόνος γέννησης: 1934

Προσωνύμιο («Παρατσούκλι»):

Μαρούλα (μαρούλι). Προσωπικό παρατσούκλι του βιογραφούμενου.

 

 

Στοιχεία καταγωγής:

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Κάτω Χωριό της περιφέρειας Πλωμαρίου ενώ από τη δεκαετία του 1950 εγκαταστάθηκε στο Πλωμάρι. Για το χωριό όπου γεννήθηκε, το οποίο σήμερα είναι ακατοίκητο, ο ίδιος αναφέρει:

Κατάγομαι από ένα χωριουδάκι εδώ πέρα, συνοικισμός είναι του Πλωμαρίου. Λέγεται Κάτω Χωριό. Τα παλαιά χρόνια είχε κάπου 50 οικογένειες. Τώρα όμως, άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι φύγαν στο εξωτερικό, άλλοι πεθάνανε. Είναι τώρα μόνο δύο οικογένειες. Εγώ εκεί μεγάλωσα.

 

Ο Μουτζούρης Χρήστος γεννήθηκε το 1934 και κατάγεται από ένα συνοικισμό του Πλωμαρίου που λέγεται Κάτω Χωριό, μένει εκεί από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 και μετά τη θητεία (εκπαιδεύτηκε στο ΚΕΒΟΠ στην Αθήνα και ήταν σκοπευτής στα browning, τα πολυβόλα) ως τον γάμο του. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘40, μέχρι την θητεία έμεινε στη Μυτιλήνη όπου εργαζόταν σε κουρείο στις «Καμάρες» εκεί και στη συνέχεια, εργαζόταν ως κουρέας σε καφενείο συγγενών του, στη Νεάπολη.

 

 

Ιδιότητα:

Ερασιτέχνης τραγουδιστής και ψάλτης

Ο Μουτζούρης Χρήστος είναι τραγουδιστής καλλίφωνος ο οποίος έψελνε στην εκκλησία. Είχε μεγάλη όρεξη να μάθει να παίζει ένα μουσικό όργανο αλλά εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας του δεν τα κατάφερε. Τραγούδαγε ερασιτεχνικά όπου άκουγε και τραγουδούσαν κάπου και έγραφε τραγούδια. Έχει μια προσωπική συλλογή τραγουδιών που περιέχει περίπου 750 τραγούδια.

Έψελνα στην εκκλησία… Εμείς βγαίναμε να τραγουδήσουμε – εγώ τουλάχιστον που ‘χα μανία – να πάμε να τραγουδήσουμε…. Εγώ είχα σεβντά να μάθω ένα όργανο. Με βοηθούσε λιγάκι η φωνή μου. Αλλά δεν είχαμε τα απαιτούμενα, τα οικονομικά… λοιπόν δεν έμαθα.

 

Γονείς:

Ο πατέρας και η μητέρα του κατάγονταν από το Κάτω Χωριό.

Ο πατέρας του, Δημήτρης, εργαζόταν ως έμμισθος εργάτης σε ελαιοκτήματα γαιοκτημόνων της περιφέρειάς του:

Ήταν ο πατέρας μου εργατικός, έκανε τον «τσεχαγιά» (επικεφαλής των εργατών) μέσα στον «νταϊφά» (το σύνολο των εργατών που απασχολεί ένας κτηματίας) εκεί πέρα που δούλευε, σ’ έναν Μιλτιάδη Ξιφτερά…. Αργότερα, πήγε σ’ άλλο αφεντικό.

Στα ίδια κτήματα, στο «ελαιομάζωμα» εργαζόταν και η μητέρα του:

Λοιπόν, το μεροκάματο ήταν 10 δραχμές του πατέρα μου, 5 της μητέρας μου… Ο πατέρας μου έπαιρνε ακόμα 5 δραχμές, που κατέβαζε το βράδυ τις ελιές, από το κτήμα στο εργοστάσιο, στο Πλωμάρι. Δεν φτάναν τα χρήματα. Δεν μας αφήναν να πάρουμε ούτ’ ένα ζώο, ούτε γαϊδούρ’, ούτε κατσίκα, ούτε πρόβατο… Εν τω μεταξύ ποτέ δεν μας ξεπληρώναν τα αφεντικά Πάντοτες λέγαν «προς απόκο», δηλαδή δίναν έναντι, μήπως βρισκόταν κάποιο άλλο αφεντικό κι έδινε περισσότερα χρήματα και φεύγαμε.

 

Οικογενειακή κατάσταση:

Ο Χρήστος Μουτζούρης παντρεύτηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1950 την Αντριάννα που καταγόταν από το Πλωμάρι και εργαζόταν ως μοδίστρα. Απέκτησαν μία κόρη, που σπούδασε αγγλική φιλολογία και διδάσκει στη Λέσβο και έναν γιο, που κατοικεί και εργάζεται στο Πλωμάρι. Έχει άλλους 2 αδερφούς, γεννημένους το 1946 και 1947 αντίστοιχα, που έχουν μεταναστεύσει στην Αφρική:

Έχουν κάνει περιουσία αρκετή. Εγώ έμεινα εδώ πέρα, κοντά στους γονείς μου, έμεινα και φτωχός.

 

Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα:

Επειδή η οικογένειά του ήταν φτωχή, ο Χρήστος Μουτζούρης ξεκίνησε να εργάζεται από πολύ μικρή ηλικία. Μέχρι περίπου 15 χρονών, βοηθούσε τους γονείς του στην περισυλλογής της ελιάς στα κτήματα όπου εργάζονταν. Όταν πήγαινε στο Γυμνάσιο στο Πλωμάρι εργάστηκε για ένα διάστημα ως κάλφας.

Σε ηλικία 15-16 χρονών έμαθε την τέχνη του κουρέα:

Λοιπόν, ήρθε η ώρα να κατεβώ να μάθω μια τέχνη: Κουρέας. Έ, δεν είχα και γνώσεις άλλη δουλειά να μάθω, ο πατέρας μου φτωχός. Ήταν κάποιος νονός μου, που ’ταν κουρέας εδώ στο Πλωμάρι… Αλλά και στο μαγαζί που μάθαινα, με είχανε και πότιζα κάτι ελιές μικρές ν’ αναπτυχθούν, με είχαν και με στέλναν στην εξοχή το καλοκαίρι να πηγαίνω τα φαγητά….

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 απασχολήθηκε σε ένα κουρείο στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια εργάστηκε ως κουρέας σε ένα καφενείο που είχαν κάποια ξαδέρφια του στη Βίγλα, στη Νεάπολη Μυτιλήνης, που την εποχή εκείνη κατοικούνταν κυρίως από ψαράδες. Το 1950-52 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Δυτική Μακεδονία με την ειδικότητα του κουρέα. Μετά τον γάμο του, στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1950, άνοιξε δικό του κουρείο στο Πλωμάρι που το διατήρησε μέχρι τη συνταξιοδότησή του στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

 

 

Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο:

Ο Χρήστος Μουτζούρης γεννήθηκε το 1934 στο Κάτω Χωριό της περιφέρειας Πλωμαρίου, όπου και έμεινε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940.

Στα τέλη του 1940 έμεινε για ένα διάστημα στη Νεάπολη Μυτιλήνης και εργάστηκε ως κουρέας σε ένα καφενείο που είχαν εκεί κάποια ξαδέρφια του.

Μετά το γάμο του, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, εγκαταστάθηκε οριστικά στο Πλωμάρι.

 

Γενικές γραμματικές γνώσεις, επίπεδο εκπαίδευσης, τυπικές & άτυπες μορφές εκπαίδευσης:

Ο Χρήστος Μουτζούρης έχει απολυτήριο Δημοτικού Σχολείου:

Το μισό το σχολείο το έβγαλα εδώ στο Πλωμάρι και το μισό στο Κάτω Χωριό… Όταν έγινα 6 χρονών, το ‘40, ήταν η πείνα τότες, η Κατοχή, οι Γερμανοί, φτώχεια. Σχολείο δεν είχαμε στο χωριό. Μας έκανε μάθημα ο παπάς απάνω στο «ξάτο», στην εκκλησία, στο νάρθηκα που λέμε. Είχαμε συσσίτιο… Κάποτε τον διώξανε και μας φέραν έναν δάσκαλο για μια χρονιά. Μετά από κει μας κατεβάσαν στο Πλωμάρι. Ανεβοκατεβαίναμε. Εν τω μεταξύ, πότε έβρεχε, πότε κρύωνε, σχολείο δεν πηγαίναμε. Μας παίρναν οι γονείς μας στις ελιές.

 

Μουσική μαθητεία:

Ο Χρήστος Μουτζούρης είναι ερασιτέχνης τραγουδιστής. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος όταν ήταν μικρός ήθελε πολύ να μάθει να παίζει ένα μουσικό όργανο αλλά δεν τα κατάφερε λόγω οικονομικής στενότητας:

Εγώ είχα σεβντά να μάθω ένα όργανο. Με βοηθούσε λιγάκι η φωνή μου. Αλλά δεν είχαμε τα απαιτούμενα, τα οικονομικά… λοιπόν δεν έμαθα.

 

Τραγουδούσε δίστιχα πάνω στον πιο γνωστό τοπικό σκοπό του Πλωμαρίου, τον επονομαζόμενο «Πλωμαρίτικο» ή «Παραπουνικό», τον οποίο έμαθε από παλαιότερους ερασιτέχνες τραγουδιστές στα καφενεία του Πλωμαρίου. Τα δίστιχα αυτά αυτοσχεδιάζονταν από τους τραγουδιστές και ο ίδιος έχει γράψει πάρα πολλά:

Επειδής είχα σεβντά και μανία, όταν τραγουδούσαν κάπου, ήθελα να πάω, να πούμε, ν’ ακούσω το τραγούδι. Υπήρχε ένα αυτό τότες: Δε λέγαν ολόκληρο το τραγούδι (αναφέρεται στα δίστιχα του «παραπουνικού» ή «Πλωμαρίτικου» σκοπού, τα επονομαζόμενα «του καημού και του έρωτα»), για να μη μαθαίνουν οι κοπελιές, λέγαν το μισό τραγούδι (τον ένα στίχο). Για ν’ αναγκαστεί αυτή, να ρωτήσει κάποιον να μάθει το υπόλοιπο. Αλλά εγώ, λόγω που είχα σεβντά, πήγαινα μοναχός μου λοιπόν, αφού έγραφα το μισό, από δω από κει το έβγαζα το τραγούδι. Κι έτσι λοιπόν έχω κάπου 750 τραγούδια σ’ ένα τεφτέρι. Και πολλά βγάζω εγώ τραγούδια, έτσι που κάθομαι.

 

Μουσική εξειδίκευση (τραγούδι, ή/και όργανα):

Ο Χρήστος Μουτζούρης είναι ερασιτέχνης καλλίφωνος τραγουδιστής και ψάλτης. Έχει γράψει επίσης πολλά δίστιχα που τραγουδούσε πάνω στον
«Πλωμαρίτικο» σκοπό. Τραγουδούσε μόνος του ή μαζί με φίλους του όταν γλεντούσαν σε απόμερα καφενεία του Πλωμαρίου:

Κοίταξε, όπως τραγουδούσαμε, αν κανένας ήτανε ντουσμάνης, δηλαδή ντουσιμάνης θα πει αν κανένας, αν αγαπούσαν μια κοπέλα κι οι δυό, ήτανε, ντουσιμάνης λεγόντανε κι ανταμώναμε στο ίδιο καφενείο – συνήθως πηγαίναμε σε μικρά καφενεία στην άκρια, δεν πηγαίναμε σε μεγάλα καφενεία, πηγαίναμε στην άκρια για να τραγουδούμε, γιατί μέσα στην Αγορά ή μουσική θα είχε ή φασαρία πολλή, λοιπόν πηγαίναμε συνήθως στα προάστια, έξω στο Πλωμάρι. Λοιπόν λέγαμε ο ένας στον άλλον χτιέδες, λέγαμε τα τραγούδια τα χτυπητά, δηλαδή τραγουδούσε ένας το τραγούδι (το δίστιχο του Πλωμαρίτικου σκοπού), το κοπανούσε ο άλλος διαφορετικά. Αλλά ευτυχώς δεν εμαλώναμε, ναι, όποιος ήταν πιο καπάτσος και κατάφερνε την κοπελιά, ήταν βλάμης ή τραγουδούσε πιο καλά ή όποιος χτυπούσε στο μάτι την κοπελιά, την κατάφερνε κι έπαιρνε. Έμενε ο άλλος.

 

Για τα γλέντια και το ερασιτεχνικό τραγούδι στα καφενεία του Πλωμαρίου ο Χρήστος Μουτζούρης συμπληρώνει:

Παίζανε (οι μουσικοί) να πούμε αυτά τα τραγούδια τα παλαιά, τα είχαν σε πλάκες μεγάλες, δίσκους… Ύστερα βγήκαν τα τζουκ – μποξ. Ορισμένα μεγάλα καφενεία τα εφοδιαστήκαν μέσα, αλλά εμείς δεν ευχαριστιόμαστε μ’ αυτά, εκτός απ’ ένα χορό που θέλαμε να κάνουμε να πούμε σ’ ορισμένες φάσεις. Εμείς θέλαμε ν’ αγκαλιαστούμε όλοι, να πούμε δικά μας τραγούδια. Μας άρεσε τα δικά μας τα τραγούδια και αυτά τα χρόνια έβλεπες, έβρεχε έξω και καθόνταν οι κοπέλες, γριές, νέες με τα παρασόλια (ομπρέλες), όταν ιδίως μια παρέα τραγουδούσε τόσο ωραία, καθόνταν έξω μέσ’ στη βροχή. Και μεις θυμάμαι μια φορά στο Παλιοχώρι πήγαμε και τραγουδήσαμε και θέλαμε να κεράσουμε τώρα κάτι κοπέλες. Λέγαμε κάτι τραγούδια, τα λέγαμε μισά, δεν τα λέγαμε ολόκληρα, να μην ξέρουν…

 

Σταθερές μουσικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε/συμμετέχει:

Ο Χρήστος Μουτζούρης τραγουδούσε συνήθως μαζί με φίλους του σε καφενεία του Πλωμαρίου και των γειτονικών χωριών. Τραγουδούσε κυρίως δίστιχα πάνω στον τοπικό «Πλωμαρίτικο» σκοπό. Επειδή τα τραγούδια αυτά δεν συνοδεύονταν από μουσική, επέλεγαν κατά κανόνα απόμερα καφενεία που δεν είχαν μουσικά συγκροτήματα. Τραγουδούσε σε κάθε ευκαιρία, στους δρόμους, στα πανηγύρια, στα καφενεία, ακόμα και στη δουλεία του:

Κοίταξε, όπως τραγουδούσαμε, αν κανένας ήτανε ντουσμάνης, δηλαδή ντουσιμάνης θα πει αν κανένας, αν αγαπούσαν μια κοπέλα κι οι δύο, ήτανε, ντουσιμάνης λεγόντανε κι ανταμώναμε στο ίδιο καφενείο – συνήθως πηγαίναμε σε μικρά καφενεία στην άκρια, δεν πηγαίναμε σε μεγάλα καφενεία, πηγαίναμε στην άκρια για να τραγουδούμε, γιατί μέσα στην Αγορά ή μουσική θα είχε ή φασαρία πολλή, λοιπόν πηγαίναμε συνήθως στα προάστια, έξω στο Πλωμάρι. Λοιπόν λέγαμε ο ένας στον άλλον χτιέδες, λέγαμε τα τραγούδια τα χτυπητά, δηλαδή τραγουδούσε ένας το τραγούδι (το δίστιχο του Πλωμαρίτικου σκοπού), το κοπανούσε ο άλλος διαφορετικά. Αλλά ευτυχώς δεν εμαλώναμε, ναι, όποιος ήταν πιο καπάτσος και κατάφερνε την κοπελιά, ήταν βλάμης ή τραγουδούσε πιο καλά ή όποιος χτυπούσε στο μάτι την κοπελιά, την κατάφερνε κι έπαιρνε. Έμενε ο άλλος.

Εμείς θέλαμε ν’ αγκαλιαστούμε όλοι, να πούμε δικά μας τραγούδια. Μας άρεσε τα δικά μας τα τραγούδια και αυτά τα χρόνια έβλεπες, έβρεχε έξω και καθόνταν οι κοπέλες, γριές, νέες με τα παρασόλια, όταν ιδίως μια παρέα τραγουδούσε τόσο ωραία, καθόνταν έξω μέσ’ στη βροχή…

 

Ο Χρήστος Μουτζούρης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι τη δεκαετία του 1950-1960 όταν τραγουδούσαν στους δρόμους, τους κυνηγούσαν συχνά οι χωροφύλακες για διατάραξη κοινής ησυχίας:

Εμείς βγαίναμε να τραγουδήσουμε σαν παιδιά και διότι ήταν περασμένη η ώρα, μας κυνηγούσαν οι χωροφυλάκοι, μας παίρναν απάνω, ότι είναι οι πατεράδες μας κομμουνιστές, δε μας αφήναν. Πολλές φορές όμως, εγώ τουλάχιστον, από χωροφύλακες γλίτωσα, γιατί τραγουδούσε η παρέα μας ωραία.

 

Τοπικές δράσεις:

Ο Χρήστος Μουτζούρης τραγουδούσε ερασιτεχνικά, συνήθως μαζί με φίλους του, σε απόμερα καφενεία του Πλωμαρίου. Τη δεκαετία του 1950 και 1960 τραγούδησε και σε κάποια κέντρα και καφενεία του Πλωμαρίου σε συνεργασία με μουσικά συγκροτήματα. Έχει τραγουδήσει επίσης σε πανηγύρια και σε καφενεία σε γειτονικά χωριά, όπως στο Παλαιοχώρι:

Είχα ερωτευτεί μια κοπέλα. Καθόταν στο Παλιοχώρι. Λοιπόν μ’ είχε καλέσει στο Παλιοχώρι να πάμε. Εγώ κοίταξα να βρω μια παρέα καλή να τραγουδούμε ωραία και τραγουδήσαμε κάτω από το παράθυρο της. Από κει ύστερα πήγαμε, ανοίξαμ’ ένα καφενείο και πίναμε και τραγουδούσαμε 2-3 μέρες […] Ε ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς. Φωνάξαμε το νοικοκύρη ν’ ανοίξει ένα καφενείο για μας, για την παρέα. Αυτά τα χρόνια, όταν πήγαινε μια παρέα σ’ ένα χωριό ανοίγαν, διότι βγάζαν ένα μεροκάματο. Ακούσαν και μας που τραγουδούσαμε, νέα παιδιά, ανοίξαν. Ε ξημέρωσε η μέρα, έβρεχε, ήταν και Πρωτοχρονιά, λοιπόν μαζεύτηκε κόσμος, γέμισε το καφενείο, έκανε και δουλειά το καφενείο. Εμείς πια, μαζευτήκαν απ’ έξω τα κορίτσια, που να φύγουμε. Η χαρά μας ήταν (τέτοια), σα να ’ταν όλες δικές μας!

 

Ρεπερτόριο:

Ο Χρήστος Μουτζούρης τραγουδάει κυρίως τα τοπικά τραγούδια της περιφέρειας Πλωμαρίου, όπως: το «Έρι-πάλε» (αποκριάτικο τραγούδι με ερωτικό και ναυτικό περιεχόμενο), τα τραγούδι «της κούνιας» (τραγούδια της άνοιξης), τα δίστιχα του «καημού και του έρωτα», που τραγουδιούνται πάνω στον «παραπουνικό σκοπό» (σκοπός που ονομάζεται και «πλαγιώτικος» και «πλωμαρίτικος», ο οποίος συναντάται μόνο στα χωριά της περιοχής Πλωμαρίου, με μικρές παραλλαγές στο τέμπο, από χωριό σε χωριό). Ο ίδιος τον τραγουδάει, όπως τον τραγουδούν στο Πλωμάρι. Τραγουδάει επίσης αμανέδες, τραγούδια της ξενητιάς, λαϊκά και ρεμπέτικα.

 

Αμοιβή:

Ως ερασιτέχνης τραγουδιστής ο Χρήστος Μουτζούρης δεν έχει λάβει χρηματική αμοιβή για το τραγούδι του. Το τραγούδι με φίλους του στα καφενεία αποτελούσε τον πρωταρχικό του τρόπο διασκέδασης. Ωστόσο ο ίδιος αναγνωρίζει ότι το τραγούδι και η καλή φωνή τον βοηθούσαν να προσεγγίσει τις γυναίκες, σε μια εποχή που ήταν πολύ σπάνια η συναναστροφή των δύο φύλων:

Αυτά τα χρόνια έβλεπες, έβρεχε έξω και καθόνταν οι κοπέλες, γριές, νέες με τα παρασόλια (ομπρέλες), όταν ιδίως μια παρέα τραγουδούσε τόσο ωραία, κάθονταν έξω μες στη βροχή. […] Έτσι λοιπόν έμαθα πολλά τραγούδια, γιατί τότες, αυτά τα χρόνια, ήταν δύσκολο να κάνεις μια φιλενάδα ή να αποκτήσεις μια κοπέλα….

 

Κρίσεις για άλλους μουσικούς:

Ο Χρήστος Μουτζούρης διέκρινε τους ακόλουθους μουσικούς του Πλωμαρίου:

 

  • Ποσειδών Καραβάς, πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, που μετά το ‘22 εγκαταστάθηκε στο Παλιοχώρι. Καλλίφωνος τραγουδιστής και επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε βιολί:

Ήταν καλός, αλλά έπαιζε όλο ευρωπαϊκά (βαλς, ταγκό, φοξ-τροτ, κλπ.).

 

  • Μιχαήλ Βερβέρης ή «Τουρκογιάννης», επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε βιολί:

Έπαιζε πολύ καλά χασαποσέρβικα.

 

  • Μιχαήλ Γιαννίκος ή «Πατεντάδος», επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε βιολί:

Έπαιζε πολύ καλά ταξίμια τούρκικα. Ήταν και κουρέας.

 

  • Παναγιώτης Τυροπώλης:

Καλός μουσικός. Έπαιζε σαντούρι. Κατασκεύαζε και τα «φούντια» των παπουτσιών για να μπουν τα καλαπόδια.

 

Φωτογραφίες

Ηχογραφήσεις

1. Στον άλλο κόσμο μάτια μου Πλωμάρι | 1996 αμανές Τραγουδάει ο Χρήστος Μουτζούρης ή «Μαρούλα» Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
2. Έρι-πάλε Πλωμάρι | 1996 ναυτικός σκοπός, της αποκριάς Τραγουδούν οι: Χρήστος Μουτζούρης ή «Μαρούλα» και Γιάννης Πόρτογλου ή «Κορωνής» Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
3. Έχω πληγή μες στην καρδιά Πλωμάρι | 1996 αμανές Τραγουδάει ο Χρήστος Μουτζούρης ή «Μαρούλα» Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
4. Αφήνω την καληνυχτιά Πλωμάρι | 1996 παραπο(υ)νικός Τραγουδούν οι: Χρήστος Μουτζούρης ή «Μαρούλα», Γιάννης Πόρτογλου ή «Κορωνής», Νίκος Τηνιακός ή «Μαρούσος», Δημήτρης Γιαννούλος, Γαρυφαλλιά Γιαννούλου, Δημήτρης Σκλαβούνος ή «Νεκτάριος» Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
5. Εγώ ’μαι ένα παλιόπαιδο – Τα πρωτινά θυμήθηκα Πλωμάρι | 1996 παραπο(υ)νικός, λαϊκό τραγούδι Τραγουδούν οι: Χρήστος Μουτζούρης ή «Μαρούλα», Γιάννης Πόρτογλου ή «Κορωνής», Νίκος Τηνιακός ή «Μαρούσος», Δημήτρης Γιαννούλος, Γαρυφαλλιά Γιαννούλου, Δημήτρης Σκλαβούνος ή «Νεκτάριος» Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
6. Να ’σαν τα νιάτα δυό φορές Πλωμάρι | 1996 Τραγουδούν οι: Χρήστος Μουτζούρης ή «Μαρούλα», Γιάννης Πόρτογλου ή «Κορωνής», Νίκος Τηνιακός ή «Μαρούσος», Δημήτρης Γιαννούλος, Γαρυφαλλιά Γιαννούλου, Δημήτρης Σκλαβούνος ή «Νεκτάριος» Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
7. Πλωμαρίτικος Πλωμάρι | 1994 αργός τοπικός σκοπός Τραγούδι_ μικτός όμιλος: Αριστείδης Βαρος, Κική Μιχαλέλλη, Νίκος Μουτζούρης η «Γιαχουντής», Χρήστος Μουτζούρης η «Μαρούλα», Σπύρος Ξιφτεράς, Δημήτρης Σκλαβούνος, Νίκος Τηνιακός Προέλευση: «Λέσβος Αιολίς» Ερευνητής: Νίκος Διονυσόπουλος Ηχοληψία: Νίκος Διονυσόπουλος
8. Έρι πάλι Πλωμάρι | 1994 αργός αποκριάτικος τοπικός σκοπός Τραγούδι_ μικτός όμιλος: Αριστείδης Βαρος, Κική Μιχαλέλλη, Νίκος Μουτζούρης η «Γιαχουντής», Χρήστος Μουτζούρης η «Μαρούλα», Σπύρος Ξιφτεράς, Δημήτρης Σκλαβούνος, Νίκος Τηνιακός Προέλευση: «Λέσβος Αιολίς» Ερευνητής: Νίκος Διονυσόπουλος Ηχοληψία: Νίκος Διονυσόπουλος
Μετάβαση στο περιεχόμενο