Κωνστάντιος Γιώργος

Λήμνος

Τόπος γέννησης: Καμίνια, Λήμνος

Χρόνος γέννησης: 1915

Ιδιότητα:

Ο Γιώργος Κωνστάντιος ήταν επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε κλαρίνο από το 1933 έως το 1975.

Γονείς:
Ο πατέρας του Γιώργου Κωνστάντιου ήταν κτηνοτρόφος, είχε πρόβατα και λίγα κτήματα. Ο ίδιος αναφέρει:

Κεχαγιάς ήταν ο μπαμπάς μου, Κεχαγιάς, πρόβατα είχε, […].Τότε τι άλλο να κάν’ς; […]. Ε, και χτήματα είχε λίγα και ζούσαμε μ’ αυτά, φτωχή οικογένεια.

Οικογενειακή κατάσταση:

Από την οικογένεια του με τη μουσική ασχολήθηκε ο γιος του Αντρέας [ακορντεόν – αρμόνιο]. Ξεκίνησε να παίζει ακορντεόν σε ηλικία 12 ετών, σε συνεργασία με τον πατέρα του, το 1955:

Τον έμαθα, τον έστειλα στο Κάστρο [Μύρινα] σ’ ένα δάσκαλο και έμαθε μουσική. Διαβάζ’ και μουσική αυτός, παίζ’ και καλό ακορντεόν […]. Διαβάζει νότες πολύ καλά. Μάλιστα πήγα μια μέρα εγώ να τον επισκεφτώ [τον δάσκαλο του γιου του] και τον επισκέφτηκα και λέω “πώς πάει ο μαθητής;” Με λέει “πολύ καλά, ξέρω ’γω”. Λέει “εσείς παίζετε κλαρίνο;” Λέω, “ναι”. Λέει “άκουσα που παίζατε εδώ” – παίζαμε στο Αντρών’ [στη Μύρινα] μια βραδιά κι άκ’σε – “και παίζατε κάτι Καλαματιανά, παλιά αυτά, Σμυρνιά και ξέρω ’γω, τα παίζετε πολύ καλά. Δεν μπορείς λέει να με τα πεις;” Λέω, “εγώ δεν ξέρω μουσική, δεν ξέρω”. “Πάρε λέει ένα κλαρίνο -είχε μέσα δυο-τρία κλαρίνα- και να με τα παίξεις και εγώ σιγά-σιγά θα τα γράψω”. Πραγματικά, με λέει όμως, ένα πράγμα με λέει, “μα τι διάολο τι έχ’ς απάνω στα δάχτυλα σ’ με λέει! Είναι πολύ γλυκά τα δάχτυλα σ’, που παίζεις”. Λέω “τι γλυκά;” “Ξέρω ’γω λέει, έτσ’ μου φαίνεται· τι να την κάνουμε λέει τη μουσική και το αυτό, εσύ είσαι τόσο, και το φύσημα σ’ λέει καλό […]”. Αλλά δεν φυσούσα πολύ εγώ, απαθής να πούμε […], δεν ζορίζομαι […].

 

Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα:

Ο Γιώργος Κωνστάντιος παράλληλα με τη μουσική καλλιεργούσε τα κτήματα που έλαβε ως προίκα από τη γυναίκα του, ενώ έτρεφε και 8-10 πρόβατα για τις οικιακές ανάγκες:

Εγώ έχω κτήματα αρκετά, έκανα και το γεωργό, όχ’ εγώ, έβαζα και τα ζευγαρίζαν [όργωναν] τα χωράφια, έκανα σιτάρ’, κριθάρ’, απ’ όλα έκανα, αμπέλια είχα και απ’ όλα. Είχα κτήματα αρκετά απ’ τη γυναίκα μ’ και ζούσα και απ’ αυτά δηλαδή. Προπολεμικά είχαμε κριθάρ’ και σιτάρ’. Και ένα άλλο είδος, όταν καμιά φορά γίνονταν παγωνιά και καίγονταν τα κριθάρια και τα αυτά, σπέρναν “διμ’νίτ’”. “Διμ’νίτ’ “, είναι ένα είδος σα σιτάρ’ που γίνονταν σε δυο μήνες. Σε δυο μήνες γινόταν, γι’ αυτό το λέγαν δίμηνο δηλαδή και το λέγαν “διμ’νίτ’”. Μοιάζ’ σα σιτάρ’, αλλά δεν κάν’ το ίδιο ψωμί με το σιτάρ’. Κάν’, πιο καλύτερο ψωμί απ’ το κριθάρ’ ….

Μετά το 1950 καλλιεργούσαν και βαμβάκι για εμπορικούς σκοπούς, παρόλο που στην περιφέρειά τους δεν είχαν νερά:

Γίνονταν και ξερικό το βαμβάκ’, έβγαζες πιο λίγα κιλά όμως. Έβγαζες σαράντα-πενήντα κιλά στο στρέμμα, ξερικό, άμα το περιποιούσαν κι έβγαζες. Αλλά άμα είχες ποτιστικό έβγαζες διακόσια-διακόσια πενήντα, τρακόσα, αναλόγως το βαμβάκ’ κι αναλόγως την εποχή που σ’ ευνοούσε να το μαζέψεις. Ύστερα τα ’πιασε ο ρόδινος σκώληκος και τα παρατήσαμ’, να πούμε.

Εγώ είχα πέντε-δέκα πρόβατα, δεν ήμουν Κεχαγιάς… Οι Κεχαγιάδες τα πουλούσαν τα μαλλιά, είχαν καλή τιμή τα μαλλιά, είχανε, τότε θυμούμαι προπολεμικά, εικοσιπέντε δραχμές το μαλλί (η οκά). Στους μπακάληδες τα δίναν. Τα παίρναν, οι έμποροι αυτοί, τα παίρναν, μαζεμένα τα μαλλιά, δεν ξέρω που τα πηγαίναν και τα πουλούσαν εικοσιπέντε δραχμές την οκά. Ήταν ακριβά, τώρα δεν τα παίρνει κανείς. Και οι γυναίκες τότε τα κλώθαν, τα κάναν κάλτσες, κάναν γάντια, αυτά […], ε βάζαν και ρούχα, είχαν αυτό, κρεβατή (αργαλειό) που κάναν και βάζαν […]. Εγώ, η γυναίκα μ’ έκανε, είχε κρεβατή ας πούμε κι έκανε τότε. Είχε στο Ρωμανού, είχε ένα εργοστάσιο, που έφτιανε κουβέρτες, έφτιανε τέτοια, απ’ τα μαλλιά. Πήγαινες τα μαλλιά κι έπαιρνες κουβέρτες.

 

Το 1940 ο Γιώργος Κωνστάντιος άνοιξε καφενείο στα Καμίνια, το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα, σε συνεργασία με το γιο του – επίσης επαγγελματία μουσικό – Αντρέα. Για το καφενείο αυτό, στο οποίο έπαιζε ο ίδιος κλαρίνο σε συνεργασία με συντοπίτες του μουσικούς, αναφέρει:

Δικό μας είναι το καφενείο. Απ’ το 1940 το έκανα, μετά μας το πήραν οι Γερμανοί, το επίταξαν και βάλαν κανόνια μέσα, είχε μεγάλες πόρτες και βάλαν κανόνια μέσα. Αλλά δεν έχουμ’ αλλάξει τίποτα, μονάχα που το φτιάξαμ’ λίγο… Τα παλιά χρόνια δεν είχε φαγητό, εκτός κι αν ήρχονταν κανένας πεινασμένος και τότε τον έκανα κανένα αυγουλάκ’, ψωμί απ’ το σπίτ’ και δεν τον έπαιρνα και παράδες. Όλη μέρα, ανοιχτό ήταν πάντα. Είχαμ’ και τον αδερφό, είχαμ’ και κάνα ξένο είχαμε… (και βοηθούσε όταν οι ίδιοι πήγαιναν σε άλλα χωριά να παίξουν μουσική). […] Πως δεν παίζαμ’ μουσική! Εδώ [στο καφενείο] γίνονταν οι γάμοι, εδώ γίνονταν τα πανηγύρια, όλα εδώ γίνονταν. [Το γλέντι του γάμου] μετά τον πόλεμο στα καφενεία γινόταν. Πήγαιναν και στο σπίτ’ καμιά ώρα τα ξημερώματα, δυο… Αλλά πιο παλιά γινόταν στα σπίτια. Στα σπίτια, εκεί ήταν το βάσανο! Γιατί κόσμος, δεν είχε χώρο, χορεύαν και να αναπνέεις όλη τη νύχτα τη βρωμιά, χτυπούσαν τα πόδια στα σανίδια, όλ’ τη σκόν’! […]. Ε στο πανηγύρ’ στέκονταν, δεν είχε ούτε κάθισμα να καθίσ’, ούτε τίποτα, δεν μπορούσες να τον διώξεις μέσα από την πλατεία ας πούμε. Η πλατεία δεν ήταν όπως είναι τώρα που την βλέπ’τε, ήταν απάτ’το, χώμα ήταν και στέκονταν να! καλαμιώνας. Και τι πανηγύρια, να πας στη Σκανδάλ’ να φέρ’ς δυο-πέντε τραπέζια, να φέρ’ς πέντε-δέκα καρέκλες, να πας στο Ρουσσοπούλ’, με τα ζώα και να τα φέρ’ς εδώ και να καθίσουν οι γυναίκες και να πάρουν ένα λουκούμ’. Και σε ρωτώ εγώ, τι έβγαζε το μαγαζί από αυτή την υπόθεση; Μα βγάζαμ’ λεφτά από το γάμο, από αυτό. Σαν καφετζήδες δεν βγάζαμ’, αλλά σαν μουσικοί ναι. Ε, παίρναμ’ και απ’ τη μουσική, παίρναμ’ και απ’ το αυτό και τα βολεύαμε. Αλλά πιο πολλά, έπαιρνε η μουσική. Δηλαδή έπαιρνες να πούμε δυο χιλιάδες δραχμές (ως μουσικός), το μαγαζί μπορεί να ’παιρνε χίλιες πεντακόσιες. […]. Είχα πολλές φωτογραφίες, εδώ πέρα όταν παστώναμε και χταπόδια και αυτά, τότε ήταν τσάμπα τα χταπόδια, τα παίρναμε και τα βάζαμε εδώ έξω και τα παστώναμε, μια δραχμή είχε ένα πλοκάμ’ χταπόδ’ και μια ρακί. Μα και ’μεις τζάμπα τα παίρναμε! Μια δραχμή το ούζο, το ποτό, με ένα πλοκάμι χταπόδι….

 

Προσωπική και οικογειακή πορεία:

Ο Γιώργος Κωνστάντιος υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία το 1933-34:

Υπηρέτ’σα σαν κληρωτός στην Ελευθερούπολη της Καβάλας καμιά εικοσιοχτώ μήνες πόσο ήταν, και υπηρέτ’σα σαν προστάτ’ς οικογενείας, και μετά στον πόλεμο τον Αλβανικό, πήγα. Εκεί έκανα [….], φάγαμ’ μπαρούτ’ εκεί!

 

Γενικές γραμματικές γνώσεις, επίπεδο εκπαίδευσης, τυπικές & άτυπες μορφές εκπαίδευσης:
Ο Γιώργος Κωνστάντιος αναφέρει για τις γραμματικές του γνώσεις:

Εγώ πήγαινα, ύστερα στο Γυμνάσιο, ήμουν πολύ καλός μαθητής, αλλά πήγα ένα χρόνο και δεν μπόρεσα άλλο χρόνο να πάγω, με κράτ’σε ο μπαμπάς μου και φύλαγα τα πρόβατα ένα χρόνο. Και ύστερα από ένα χρόνο πήγα να μάθω κλαρίνο.

 

Μουσική μαθητεία:

Ο Γιώργος Κωνστάντιος ξεκίνησε να μαθαίνει κλαρίνο πρακτικά το 1933 στο μουσικοδιδάσκαλο Ιωάννη Παντζαρά στον Κορνό:

Απ’ τον Κουρνό, αυτός ήτανε ο δάσκαλος και έπαιζε πολύ καλό κλαρίνο, αλλά στον πόλεμο, τον Μικρασιατικό πόλεμο τον είχαν πάρ’ αιχμάλωτο και τ’ς παιδέψαν πολύ, τ’ς ταλαιπωρήσαν τις ανθρώπ’ και δεν το ξανάπαιζε το κλαρίνο, δεν μπορούσε να το πιάσ’ και έμεινε δάσκαλος αυτός. Οχ’ δεν έπαιζε, δεν έπαιζε καθόλου, μόν’ λίγο βιολί έπαιζε και πήγαινε που και που, μεσ’ στο χωριό βέβαια. Παντζαράς Ιωάννης λεγόταν από τον Κουρνό, στην Μύρινα κοντά. Με αμοιβή δίδασκε, τότε πλήρωναμ’ διακόσιες πενήντα [250] δραχμές το μήνα, αλλά ήταν καλές οι δραχμές. Τρεις μήνες έκατσα εκεί. Να με τις “φωνές”, πρακτικά μ’ έδειξε. Ο μπαμπάς μου μ’ έδωσε λεφτά, μ’ έδινε ο μπαμπάς μου λίγα λεφτά και πήγα εκεί και κάθ’σα, εγώ ήμουν φτωχός πολύ. Ο μπαμπάς μου ήταν πολύ φτωχός. Τέλος πάντων, κάθ’σα εκεί τρεις μήνες, αλλά ύστερα με λέει ο άνθρωπος, ότι, μη νομίζεις λέει ότι έμαθες τώρα.

Ο Γιώργος Κωνστάντιος υποστηρίζει ότι δεν αρκούσαν τα μαθήματα κοντά σε κάποιο μουσικοδιδάσκαλο για να γίνει κανείς μουσικός. Έπρεπε να βρει και να συνεργαστεί με άλλους επαγγελματίες μουσικούς για να συνεχίσει την εκμάθηση του οργάνου και του ρεπερτορίου. Γι’ αυτό, παρόλο που πολλοί νέοι της εποχής του ξεκίνησαν να μαθαίνουν κάποιο μουσικό όργανο για βιοποριστικούς λόγους, όπως ο ίδιος, δεν κατάφεραν να συνεχίσουν, επειδή δεν βρήκαν άλλους μουσικούς για να συνεργαστούν:

Ο Ιωάννης Παντζαράς, όποιος πήγαινε τον έδειχνε, αλλά τι να τον δείξ’, αυτοί που μαθαίναν, δεν μπορούσαν να μάθουν, γιατί δεν είχαν ξεκινήσ’, πώς να ξεκινήσ’ν’; Τις μάθαινε δυο-τρεις μήνες να πούμε ένα όργανο, λίγο, δεν μπορούσ’ να ξεκινήσ’ν’, κατάλαβες; Εγώ ξεκίνησα γιατί ήταν οι Μουδρινοί αυτοί, οι δυο, η κομπανία αυτή και με πήραν αυτινοί, επειδή δεν είχαν κλαρίνο, παίρναν ένα κλαρίνο απ’ το Κάστρο [Μύρινα], ένας αόμματος ήταν και έπαιζε καλό κλαρίνο, ο Ζόμπος, Κώστας Ζόμπος. Έπαιζε καλό κλαρίνο. Αυτόν παίρναν. Ε, ύστερα αφού βγήκα εγώ, με πήραν εμένα και με δίναν να πούμε μισό μερτικό. Ναι, μισό, δεν με δίναν ολόκληρο. Αλλά ύστερα από κάνα χρόνο, ανάμισ’ και εγώ ύστερα ξύπνησα και λέω για στάσου, τι, παίζω κλαρίνο όλη νύχτα ξενυχτώ να πούμε […]. Ε, με δώσαν ύστερα ολόκληρο, δεν έχω παράπονο. Έμαθα κιόλας απ’ αυτοί, τέλος πάντων ξεκίν’σα, ύστερα έμεινα εδώ. Εδώ κάναμ’ χρυσές δουλειές να πούμε.

 

Μουσική εξειδίκευση (τραγούδι, ή/και όργανα):

Ο Γιώργος Κωνστάντιος αμέσως μετά τα πρώτα του μαθήματα στο κλαρίνο, κοντά στον μουσικοδιδάσκαλο Ιωάννη Παντζαρά, ξεκίνησε να παίζει με δύο μουσικούς από τα Καμίνια, τον Αθανάσιο Ρενταρή και τον Στέλιο Αρδά [σαντούρι]. Επειδή όμως και αυτοί ήταν αρχάριοι στη μουσική, προτίμησε να ενταχθεί σε ένα μουσικό συγκρότημα που είχε έδρα το Μούδρο. Το συγκρότημα αποτελείτο από τους μουσικούς Παπατάρο Κώστα [βιολί] και Γιώργο Καραχάλια [σαντούρι]. Η συνεργασία τους ξεκίνησε το 1932-33 και διήρκεσε έως το 1948-49, οπότε οι δύο προαναφερθέντες μουσικοί μετανάστευσαν στην Αμερική. Μετά το 1949 συνεργάστηκε σταθερά με τον Μανόλη Ποριάζη από το Πορτιανού [βιολί], καθώς και με τον περίφημο βιολιστή Τηλέμαχο Κατσικά από το Θάνος:

Είχε μια μουσική στο Μούδρο, κομπανία και παίζαν. Ήταν ένα σαντούρ’ και ένα βιολί. Αυτοί ήταν, ο ένας λέγονταν Παπατάρος Κώστας, έπαιζε βιολί. Και ένας – έχουν πεθάν’ και οι δυο – και ένας άλλος έπαιζε σαντούρ’, λέγονταν Καραχάλιας Γιώργος. Επαίξαμε μ’ αυτοί δεκαεφτά χρόνια… Μ’ αυτοί έμαθα καλά-καλά, μ’ αυτοί. Τότε, δεκαοχτώ χρονώ, δεκαεφτά, τόσο ήμουν, δεν ήμουν παραπάν’. Γεννήθηκα το 1915, το τριάντα τρίου (1933) άρχισα να παίζω. Αυτοί μετά, το 1948 ή το 1949, μετά άρχισε η μετανάστευση και φύγαν και οι δυο στην Αμερική. Και μ’ αφήσαν εμένα, αλλά εγώ τότε μπορώ να σας πω ότι ήμουν μάστορας […].

Έχω παίξ’ με τον Μανόλ’ τον Μπουργιάζ’, παίζ’ βιολί, ζει ακόμα, στο Πορτιανού, Πουργιάζης [Ποριάζης]. Μ’ αυτόν παίξαμε δεκαεφτά χρόνια, βιολί έπαιζε. Αυτός τραγουδούσε κιόλας. Τραγουδούσε ωραία. […]. Ένας άλλος, το καλύτερο βιολί που πέρασε απ’ εδώ, λέγονταν Τηλέμαχος Κατσικάς, ήταν απ’ το Θάνος και μ’ αυτόν παίξαμε εφτά χρόνια. Ε, ο Κατσικάς αυτός, ούτε έπαιξε [άλλο τέτοιο] βιολί, ούτε θα παίξ’ τέτοιο βιολί! Πέθανε πολύ νέος, καμιά πενήντα χρονών, πόσο πέθανε, αλλά έπαιζε ένα βιολί, ήταν γεννημένος για βιολί δηλαδή. Αυτός ήξερε και νότες και είχε ένα τέτοιο δοξάρ’, από λύρα ξεκίν’σε αυτός, αλλά ήταν το δοξάρι τ’ τόσο καλό, τόσο γλυκό, που δεν τον χόρταινες να τον ακούς, όλ’ την ώρα! Αλλά πέθανε πολύ νέος. Αυτός είχε πάει και στην Μυτιλήν’ να μάθει, στους Μυρογιάννηδες αυτινοί! Λοιπόν είχε πάει σ’ αυτοί και έμαθε σ’ αυτοί και ήρθε ύστερα εδώ, αλλά πέθανε πολύ νέος.

Περιστασιακά συνεργάστηκε και με το μουσικό συγκρότημα των αδερφών Τσαντή που κατοικούσαν στο Λιβαδοχώρι:

Α! ήταν οι Τσαντήδες, από το Λιβαδοχώρ’. Αυτοί ήταν ξέν’, όχ’ Μικρασιάτες, από εδώ από τη Βόρειο Ελλάδα, δεν ξέρω από που ήταν [στην πραγματικότητα πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη]. Ε, πρόσφυγες ήρθαν εδώ, αλλά δεν ξέρω πως ήρθαν, ήταν μεγάλ’ αυτοί. Δεν ήταν απ’ το Λιβαδοχώρ’ όμως, ήρθαν εδώ. Έπαιζαν, αυτός έπαιζε καλό βιολί ο Τσαντής ο ένας, ο Μήτσος, ο Δημήτρης. Ο Μήτσος έπαιζε καλό βιολί, έπαιζε σαν τσιγγάν’κο βιολί έπαιζε, ωραίο βιολί! Και ένας αδερφός του έπαιζε σαντούρ’, ο Αναστάσης, Τσαντής και αυτός. Έχουνε πεθάν’ πολλά χρόνια. Ε, καμιά φορά άμα λαβαίναν καμιά πρόσκληση και δεν είχαν κλαρίνο έπαιζα, αλλά δεν ήμουν ταχτικός μ’ αυτοί.

 

Έχει επίσης συνεργαστεί με τον Παντελή Καρρά από το Ρωμανού, που έπαιζε λαούτο:

Εδώ δεν είχε μπουζούκια, είχε κάτι άλλα, λαγούτα τα λέγαν, είχε δυο-τρία. Έπαιζε από το Ρωμανού, ένας αόμματος. Αυτόν τον λέγαν Καρρά, Καρράς ναι, αόμματος και είχε και τα χέρια τ’ κομμένα, κάνα δυο δάχτυλα […]. Μοναχός του έπαιζε, αόμματος ήταν ο άνθρωπος, τι να κάν’, έπαιζε λαούτο. Και μαζί παίζαμε καμιά φορά. Τραγουδούσε και μας ακομπανιάριζε, ε και κάτι σόλο, έπαιζε δικά του, πέντε-εξ’ τραγούδια. Ήταν καλός, είχε καλή φωνή, ωραίος.

 

Το 1955, σε ηλικία μόλις 12 ετών, εντάχθηκε στο μουσικό συγκρότημα και ο γιος του Αντρέας, που έπαιζε ακορντεόν αρχικά και στη συνέχεια αρμόνιο:

Εμείς, οι δυο μας βγάζαμε πιο πολλά λεφτά. Γιατί το ακορντεόν κρατούσε και με το θόρυβο που κάν’ το κλαρίνο, τα σκεπάζ’, δεν χρειάζεται άλλο όργανο.

Ο Γιώργος Κωνστάντιος σταμάτησε να παίζει κλαρίνο το 1975, σε ηλικία 60 ετών· κράτησε όμως το τελευταίο του κλαρίνο για συναισθηματικούς λόγους:

Και έχουνε περάσ’ κάνα δυο-τρία όργανα και έχω ένα ακόμα, το ’χω ακόμα, αυτό που παράτ’σα να πω, το τελευταίο. Και πολλοί ήρθαν και με δίναν κανένα χιλιάρ’κο αυτό, λέω δεν το δίνω, άσ’ το για κειμήλιο και κάθεται ακόμα έτσ’… Από τότε που το παράτ’σα δεν ξανάπαιξα, έχω μασέλα τώρα, δέκα χρόνια είναι, παραπάν’ είναι, έχω μασέλα, δεν μπορώ να παίξω γιατί δεν έχω δόντια γερά….

 

Σταθερές μουσικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε/συμμετέχει:

Ο Γιώργος Κωνστάντιος έπαιζε κάθε χρόνο μουσική στο παλλημνιακό πανηγύρι του Αγίου Σώζου, που εορτάζεται στο ομώνυμο εξωκλήσι της περιφέρειας της Φυσίνης, στις 6-7 Σεπτεμβρίου:

Επαίζαμε ’κει όλα τα χρόνια! Αυτού γίνονταν το μεγαλύτερο πανηγύρ’ του νησιού, δεν είχεν άλλο απ’ αυτό το πανηγύρ’. Δηλαδή, ξεκινούσε να σας πω, απ’ τα χωριά εκείνα, τα κάτω τα χωριά που λέμε και κάναν δυο μέρες να πάνε, με τα ζώα. Και δυο μέρες να γυρίσιν και κάθ’νταν και καμιά μέρα-δυο στο πανηγύρ’, έπρεπε να κάν’ς έξ’- οχτώ μέρες για να γυρίσεις στο χωριό σ’! Δεν είχε μέσον για να γυρίσ’. Όλο έτσ’ γίνονταν το πανηγύρ’ αυτό. Αυτό το πανηγύρ’ το ’παιζα εγώ πολλά χρόνια, όλα τα χρόνια. […]. Εκεί που είναι ο Άγιος Σώζος, είναι απάν’, έξω από το χωριό Φυσίνη, γίνονταν εκεί, βάζαν από ένα λουξ, δυο-τρεις μουσικές και παίζαν εκεί και το πρωί τα μαζεύαν και φεύγαν. Αλλά αυτοί ύστερα, οι χωριανοί, οι καφετζήδες ας πούμε, δεν πηγαίναν να κάνουνε καφενεία (εκεί που βρίσκεται το εξωκλήσι) και κατέβηκε στο χωριό τέλος πάντων το πανηγύρ’. Και βαστούσε κι αυτό, τρεις μέρες βαστούσε, ναι. Ήθελε να παίξουμ’ αποβραδίς, τη νύχτα, όλ’ νύχτα, τη δεύτερη μέρα, όλη μέρα ας πούμε και μετά φεύγαμ’ εμείς. Κουραζόμαστ’, ε, τώρα δυο μέρες να παίζεις και τα λεφτά βέβαια τελειώναν και παίρναν ύστερα λύρα, μια λύρα, την τρίτ’ μέρα και χορεύαν να πούμε οι ντόπιοι. Αλλά εμείς παίζαμε τρεις μέρες, δυο μέρες. […]. Πηγαίναν, πηγαίναν κι άλλ’ μουσικοί, πηγαίναν στον Άγιο. Εκεί όμως στο χωριό δεν πηγαίναν, γιατί είχε δυο καφενεία. Αν πηγαίναν σ’ ένα καφενείο και στο άλλο εμείς, άλλ’ δεν είχε. Δεν είχε καφενεία, ούτε και μπορούσαν να περιποιηθούν τον κόσμο, δεν είχαν […]. Και το άλλο, ο κόσμος τότε κάθονταν απάν’ στις πεζούλες, μη νομίζετε ότι είχε καθίσματα και ξέρω ’γω, στο πανηγύρ’ δηλαδή οι […πανηγυριστές] και δέκα τραπέζια και πέντε τραπέζια και αυτά τα μάζευε απ’ τα χωριά τ’ άλλα (ο καφετζής). Γιατί δεν είχαν ο κόσμος, τα καφενεία ήταν πολύ φτωχά. […]. Οι Τσαντήδες πηγαίναν [από το Λιβαδοχώρι], απ’ το Κάστρο [Μύρινα] πηγαίναν, ένας Δεληκούκος, έπαιζε σαντούρ’ αυτός, καλός κι αυτός […]. Και αυτοί πηγαίναν πιο πολύ απ’ τη θάλασσα, με το καΐκ’. Με τα καΐκια ερχόταν εκεί πέρα και φεύγαν από ’κει πάλ’. […]. Ε κόντρες γίνονταν, αλλά δεν βαριέσαι. Δεν είχε τότε μικρόφωνα κι αυτά, παίζαν, ο καθένας έπαιζε εδώ και ο άλλος έπαιζε δίπλα, δεν επηρέαζε. Τώρα τελευταία όμως, που βγήκαν τα μικρόφωνα, ήταν δύσκολο για να παίξεις, να πούμε. Έπρεπε να τα χαμηλώσεις τα μικρόφωνα, δεν μπορούσα να παίξω, κατάλαβες; Τότε που παίζαν χωρίς μικρόφωνα και πιο καλή ήταν η μουσική, γιατί άκουγες να πούμε, αλλά ήταν και αυτό που λέγου, δεν είχε, δεν μπορούσε να γίν’ κόντρα. Τα μικρόφωνα όμως αυτά, τα ψηλώναν, για να πειράξουν ο ένας τον άλλον και γίνονταν και καμιά φορά φασαρία, γίνονταν να πούμε, μ’ αυτά τα μικρόφωνα.

Επίσης, έπαιζε κλαρίνο και στο Πανηγύρι του Άγιου Χαράλαμπου στην Πλάκα:

Όχι, προς Παναγιά δεν πηγαίναμ’, στην Πλάκα πηγαίναμε. Γίνονταν ένα πανηγύρ’ εκεί, του Άγιου-Χαραλάμπους και βαστούσε κάνα-δυο μέρες αυτό το πανηγύρ’ και πηγαίναμε με τα πόδια και ξέρ’ς πόσος δρόμος είναι; Πέντε – έξ’ ώρες. Πέντε ώρες να πας και πέντε να γυρίσεις, δεν είχε αυτοκίνητα, δεν είχε τίποτα ή κανένα γαδουρέλ’ έπρεπε να ’χουμε ή να πάμε με τα πόδια, δεν είχε άλλο.

Σταθερή ήταν και η συμμετοχή του στα πανηγύρια που γίνονταν στα Καμίνια, το Δεκαπενταύγουστο και στα Εννιάμερα της Παναγίας, στις 23 Αυγούστου.

 

 

Από πού προμηθευόταν/προμηθεύεται μουσικά όργανα:

Το πρώτο του κλαρίνο ο Γιώργος Κωνστάντιος το αγόρασε από ένα Λημνιό μουσικό, ενώ στη συνέχεια, όταν πλέον έπαιζε επαγγελματικά μουσική, αγόρασε ένα καινούριο κλαρίνο από την Αθήνα:

Αγόρασα πολλά κλαρίνα, δυο – τρία – τέσσερα […]. Ε το πρώτο κλαρίνο που αγοράσαμ’, το αγόρασα από ’δω, από έναν […], δεν θυμούμαι και ’γω από που το πήρα, πήρα ένα παλιό κλαρίνο, μεταχειρισμένο. Από άλλον μουσικό το πήρα, ναι. Ε, ήταν αυτός, απ’ το Ρεπανίδ’ ήταν ένας κι είχε σταματήσ’, ο Τζιτζιβάκος, Δημήτρης Τζιτζιβάκος. Αυτός ήταν απ’ το Μούδρο, απ’ το Μούδρο ήταν κι είχε παντρευτεί στο Ρεπανίδ’ και πήρα από αυτόν ένα όργανο. Και μετά, ύστερα εγώ πήγα στην Αθήνα και πήρα ένα. Ναι, όταν ύστερα έμαθα λίγο, για να πάρω κλαρίνο πήγα στην Αθήνα ύστερα και διάλεξα και πήρα καινούριο.

 

 

Τοπικές δράσεις:

Ο Γιώργος Κωνστάντιος έχει παίξει κλαρίνο σε πανηγύρια, γάμους και γλέντια στα περισσότερα χωριά του νησιού. Ο ίδιος αναφέρει:

Α και σε ποια δεν έχω παίξ’, όλα τα χωριά.

Στη Μύρινα δεν πήγαινε τακτικά επειδή ήταν μακριά, έπαιξε όμως αρκετές φορές σε γάμους και χοροεσπερίδες, όταν τον καλούσε ο βιολιστής Τηλέμαχος Κατσικάς από το Θάνος.

Για τους γάμους στα χωριά της Λήμνου, καθώς και για τις μουσικές πρακτικές που συνδέονται μ’ αυτούς αναφέρει:

Στον Κάσπακα δυο μέρες κρατούσαν οι γάμοι! Ο Κάσπακας ήταν το χειρότερο χωριό! Εκεί ήταν άμα πήγαινες, έπρεπε ούλη μέρα τη Δευτέρα, να γυρίζεις μέχρι το βράδ’. Να παίζεις ούλη νύχτα και να παίζεις και την άλλ’ τη μέρα […]. Εγώ ύστερα που πήγαινα στο γάμο, αν πηγαίναμ’ και κάναμ’ κανένα γάμο και παίζαμε, τις κάναμ’ συμφωνία να μην γυρίσουμε το χωριό τη Δευτέρα: “Άμα θέλ’τε ερχόμαστε, αλλιώς βρείτε άλλ’ μουσική!”. Κι εδώ [στα Καμίνια] κι εδώ γυρίζαμ’! […]. Εγώ να σας πω μια περιπέτεια μαζί με το Μανόλ’ [τον Ποριάζη] αυτόν που σας λέω. Είχαμε πάει στο Ρεπανίδ’ και παίξαμε μια χοροεσπερίδα, με τα πόδια πήγαμε, από ’κει παίζαμε μέχρι το πρωί. Την επαύριο πήγαμ’ να παίξουμε γάμο στον Κάσπακα και αφού παίζαμ’ στον γάμο, τα μεσάνυχτα εγώ δεν μπορούσα άλλο ν’ αντέξω πια. Παρακάλεσα, είχαμ’ ένα γνωστό και πήγα και κοιμήθ’κα κάνα-δυο ώρες. Μετά αρχίζ’ να πούμε το μαρτύριο, τη Δευτέρα! Να γυρίζεις όλα τα σπίτια, “βράδιασε βρε παιδί, έχουμε και εμείς σπίτια, άσε μας να φύγουμε”. “Όχ’ λέει γιατί να φύγετε;”. Πληρώναν βέβαια, αλλά τι να την κάν’ς τέτοια πληρωμή; Όχ’ κούρασ’! Να λες, να και τις παράδες σας να και τα αυτά! Ε τι να κάνουμε, στο τέλος πια αποφασίσαμε και φύγαμε από ’κει. Φεύγουμ’ μ’ αυτόν τον Μανόλ’ που λέμε και φεύγουμε με τα πόδια από ’κει, απ’ τον Κάσπακα και πάμε στο Πορτιανού να κοιμηθούμε [στο σπίτι του Μανόλη Ποριάζη], μόν’ και μόν’ να φύγουμε από ’κει! Σκεφτείτε όλ’ τη Λήμνο με τα πόδια τη γυρίσαμε, δυο μέρες και δυο νύχτες και εκεί πια δεν είχαμ’ άλλο κουράγιο να […] και φύγαμε και πήγαμε στο Πορτιανού και μείναμ’, και την άλλ’ τη μέρα βγήκα εγώ στο δρόμο και βρήκα ένα αυτοκίν’το και ήρθα εδώ.

 

Αυτοαξιολόγηση:

Ο Γιώργος Κωνστάντιος αναφέρει για τις μουσικές του επιδόσεις:

Όχ’ δάσκαλος, μόν’ δάσκαλος δεν ήμουνα. Ήμουνα καλός μουσικός, όλ’ με ξέραν, με γνωρίζαν, ότι είμαι πολύ καλός αλλά δεν μπορούσα να διδάσκω. Ήρχονταν πολλοί, πολλά παιδιά, μάθαιναν εδώ και αλλού και με λέγαν να δείξω. Μα εγώ έχω, είμαι τεχνίτ’ς για να παίζω, δεν είμαι για να διδάξω, δεν μπορώ να διδάξω. Πραγματικά δεν μπορούσα, δεν ήξερα και μουσική, αλλά έπαιζα καλούτσικα κλαρίνο, απ’ τα καλά ας πούμε. Αν είχε τέσσερα – πέντε όργανα στη Λήμνο, ήμουνα κι εγώ ένας, απ’ αυτά τα όργανα. Κι έπαιζα μέχρι εξήντα χρονώ….

 

Ρεπερτόριο:

Για το ρεπερτόριο των σκοπών και τραγουδιών που έπαιζαν οι μουσικοί στα πανηγύρια αναφέρει:

Χορεύανε συρτά… Έχει πολλά συρτά, πάρα πολλά. Τώρα εγώ τα ’χω ξεχάσ’. Καλαματιανό χορεύαν πολύ. Καλαματιανός είναι αυτός, ο ίδιος, ο ίδιος αυτός που παίζεται τώρα, Ζεϊμπέκικα πολλά παίζαμ’. Σμυρνιό, είναι ένα, που βαστούν δυο-δυο και χορεύιν, σα συρτός χορεύεται και μετά γίνεται μπάλλος, καταλάβατε; Χορεύεται συρτό και μετά το κόβ’ και κάν’ ένα ταξίμ’ ένα όργανο και λέγεται μπάλλος αυτός. Δεν ξέρω πως έγινε Σμυρνιό, απ’ τη Σμύρνη το φέραν αυτό, δεν το ξέρω. Πάντως Σμυρνιό το λέγαν αυτό. Σμυρνιό, Καλαματιανό, άλλα συρτά […]. Είναι και της εποχής, κάθε εποχή βγαίναν και τραγούδια, δεν παίζαμε όλο τα ίδια. Δηλαδή κάθε εποχή βγαίναν και τραγούδια, οι μεγάλ’ τραγουδισταί αυτοί, τραγουδοποιοί, αυτοί που παίζαν τα όργανα και φτιάναν και τραγούδια και τα μαθαίναμε απ’ αυτούς να πούμε.

 

Στα πανηγύρια και στα γλέντια έπαιζαν επίσης τους τοπικούς χορούς, όπως ο “Κεχαγιάδικος”, ο “Λιβύζικος”, το “Πάτημα”:

Τον “Κεχαγιάδικο”, αυτόν χορεύαν και το “Πάτημα”, αυτοί είναι τοπικοί χοροί. Το χορεύιν ακόμα το “Πάτημα”. […]. Ο “Κεχαγιάδικος” χορεύεται έτσ’ ένα γύρω… Έχει και λόγια, “Βρε Κεχαγιά περήφανε, με τις πλατιές λαγάρες” και ξέρω ’γω και τα συνηθισμένα αυτά, “Ταχιά ψοφούν τα πρόβατα και ’συ βόσκ’ς τις γαϊδάρες”, είχε τέτοια πολλά, είχε […]. Ο Λιβύζος, αυτός ήταν λυριστής, απ’ το Μούδρο, έπαιζε λύρα. Αυτός έπαιρνε πολλά λεφτά απ’ τη λύρα, μα μιλούμε για λεφτά, λίρες πολλές! Αλλά τα πετούσε, τα ’τρωγε, όπως τα ’παιρνε, τα ’τρωγε! Μάλιστα τον είχαμ’ επισκεφτεί μια φορά, όταν αυτός είχε σταματήσ’ -είχε ένα γιο κι είμαστε φίλ’ πολύ- και πήγα μια βραδιά στο σπίτι τ’ και τον επισκεφτήκαμε, στο Μούδρο. Έπαιζε καλή λύρα! Μόνο ο πατέρας έπαιζε. Κι είχε βγάλ’ ένα τραγούδ’ το “Λυβίζ’κο”, τον είχε βγάλ’ αυτός πρόχειρα με τη λύρα. Και ήταν ένα τραγούδ’, ε τίποτα δεν ήταν, να ταράν, ταράν, ταράν, τα, ταν, και τον λέγαν “Λυβίζ’κο”. Έμεινε, μέχρι τώρα τον γυρεύουν τον “Λιβύζ’κο”!

 

Για το σκοπό “Κατσιβέλικο” που είναι διαδεδομένος στη Λήμνο, ο Γιώργος Κωνστάντιος διευκρινίζει:

Ο “Κατσιβέλικος” ήταν άλλος πάλι. Τα παίζαμε, ε! Δεν έχ’ ένα “Κατσιβέλικο”, είχε πολλά, είχε πολλά. Βγάζαν και πλάκες “Κατσιβέλικο”, τα είχαν πλάκες και τα παίζαμ’. Ναι πλάκες γραμμοφώνου κι από ’κει τα παίζαμ’. Από αλλού τα βγάζαν και τα παίρναν και οι Λημνιοί, τα παίρναν απ’ την πλάκα και τα βγάζαν […]. Ο “Κατσιβέλ’κος” όχι, δεν είναι Λημνιός. Λημνιός είναι το “Κεχαγιάδ’κο” και το “Πάτ’μα”, αυτοί οι δυο χοροί και το “Λυβίζ’κο”, αυτό που λέμε, που είχε ο Λιβύζος αυτός.

 

Ειδικότερα για τους γάμους, ο ίδιος αναφέρει ότι μέχρι τον πόλεμο του 1940 έπαιζαν σ’ αυτούς μόνο λυράρηδες. Υπήρχαν επίσης γέροι ερασιτέχνες τραγουδιστές που αυτοσχεδίαζαν δίστιχα πάνω στον επονομαζόμενο “Γαμπρίτσιο” σκοπό. Όταν όμως ξεκίνησαν να παίζουν μουσικά συγκροτήματα στο γάμο, με βιολί και κλαρίνο, δεν έπαιζαν πια τον “Γαμπρίτσιο”, αλλά εμβατήρια [μαρς] και διάφορους άλλους σκοπούς:

Όταν ξυρίζαν το γαμπρό βάζαν οποιοδήποτε, μοναχά ένα καλό τραγούδ’ βάζαν να πούμε. Όποιο ήθελε ο μουσικός έβαζε. Είχε κάτι γέρ’ πιο μπροστά που τραγουδούσαν το γαμπρό και λέγαν δικά τ’ς τραγούδια. Τα λέγαν, εκείν’ τα βγάζαν, εκείν’ τα λέγαν. Εκείν’ την ώρα! Εκεί τα κάναν. Είχε εδώ και τραγουδιστάδες, ένα, δυο, τρεις, δεν ξέρω και βγάζαν τραγούδια αυτοί, λέγαν. Μόνο με το στόμα τραγουδούσαν. Ένας έλεγε να πούμε το τραγούδ’ και οι άλλ’ το επαναλαμβάναν. Αυτοί πηγαίναν για το γάμο να πούμε, να τραγουδήσουν το γαμπρό, να τραγουδήσουν τη νύφ’, να τραγουδήσουν. Μονάχ’ πηγαίναν, πίναν κανένα ρακί, κανένα κρασί και τραγουδούσαν, γάμος ήταν […]. Αλλά εμείς ύστερα που βγήκαν τα όργανα, δεν βγαίναν αυτοί να τραγουδήσιν, γιατί δεν τις αφήναν. Γιατί θέλαμε να παίζαμε ένα μαρς πρώτα-πρώτα, όταν άρχιζε η μουσική, παίζαμε ένα μαρς και μετά ένα τραγούδ’, οποιοδήποτε τραγούδ’ να πούμε και ξεκινούσαμε. Μαρς παίζαν, εμείς αυτά παίζαμ’. Και ύστερα παίρναμε το γαμπρό απ’ το σπίτι τ’, τον πηγαίναμε στη νύφ’ και απ’ τη νύφ’ πάλι τον πηγαίναμε στην εκκλησία.

 

Στο ρεπερτόριό του περιλαμβάνονταν επίσης τα επονομαζόμενα «ευρωπαϊκά», όπως φοξ, βαλς, ταγκό. Οι μουσικοί έπαιζαν τους σκοπούς αυτούς τόσο στα πανηγύρια κατόπιν παραγγελίας από τους χορευτές, όσο και στις Χοροεσπερίδες, όπου το ρεπερτόριο καθοριζόταν από τους συλλόγους που τις διοργάνωναν:

Όλα τα παίζαμ’. Φοξ, βαλς, όλα. Όποτε στα ζητούσανε έπρεπε να τα παίξεις. […]. Ε χοροεσπερίδα ήταν, την έκανε ένας σύλλογος, αυτό ήταν η διαφορά, στη χοροεσπερίδα λέγαν μέχρι δώδεκα η ώρα θα έχει πρόγραμμα, το γράφαν. Και λέγαν καλαματιανό, συρτό, ταγκό, φοξ, μέχρι δώδεκα η ώρα ξέρω ’γω… Μέχρι τα μεσάνυχτα, μέχρι εκεί σε δίναν μια μικρή συμφωνία [αμοιβή], από ’κει κι ύστερα να πούμε μας αφήναν να πάρουμ’ και τυχερά και λέγαν να πούμε όποιος θέλ’ να χορέψ’ […].

 

Τους νέους σκοπούς και τα τραγούδια, τα μάθαινε «με το αυτί», πρακτικά:

Να σε πω, εγώ είχα τέτοιο αυτί, δεν θέλω να στο καυχηθώ, ότι όταν το ξέραν δυο και το παίζαν, εγώ το ’παιρνα. Έτσ’ που το παίζαν, σε δυο – τρεις φορές το μάθαινα, τόσο πολύ είχα, τέτοιο αυτί, έπαιζα σιγά – σιγά, σιγά – σιγά το ’παιρνα κι εγώ, το ’βγαζα το τραγούδ’. Μόνο να μ’ έλεγαν σε ποια κλίμακα, ρε ματζόρε, ντο ματζόρε, ξέρω ’γω και σιγά – σιγά το μάθαινα.

 

Αμοιβή:

Στα πανηγύρια και στα γλέντια οι μουσικοί πληρώνονταν από όσους επιθυμούσαν να χορέψουν:

Χορεύανε με τη σειρά. Παραγγελία δίναν το σκοπό, βέβαια. Όποιος προλάβαινε πιο μπροστά σηκωνόταν. Κάναμ’ και εμείς, μπορώ να σας πω και τα στραβά μάτια βέβαια. Άμα ένας σηκώνονταν και χόρευε συνέχεια – συνέχεια και έδινε τίποτα και ένας άλλος που ήθελε να σηκωθεί να χορέψ’ και να μη αυτό [να μην πληρώσει καλά], κάναμε και κομμάτι σκόντο ας πούμε. Αλλά εγώ έκανα και καμιά φορά γούστο, και έλεγα εδώ απ’ έξω [από το καφενείο], στέκονταν δηλαδή, μπορώ να σας πω πενήντα – εξήντα ανθρώπ’, όλ’ στο πόδ’ και περιμέναν να χορέψιν και φωνάζαν, μεθυσμέν’ ας πούμε. Και τις έλεγα καμιά φορά, καλά, που τις βρίσκαν τις παράδες; Αυτοί δεν είχαν ούτε φράγκο. Αλλά επειδή δεν υπήρχαν μουσικές να χορέψουν και να κάνουν, περίμενε ετούτος μια-δυο φορές το χρόνο να χορέψ’! Κατάλαβες τι αυτό ο κόσμος που είχε; Και περιμέναν ας πούμε τη σειρά τους και φωνάζαν: “εγώ, δεν περνούν οι παράδες μου;” […] Ένα τάλιρο ή ένα δεκάρικο, παραπάν’ δεν είχαν. Για να καθίσ’ δεν είχε μέρος, δεν είχε παράδες για να καθίσ’ [να παραγγείλει]. Και τις ρωτούσα καμιά φορά, λέω “πού τις έχετε τις παράδες;” Λέει, “πουλήσαμε κανένα αυγό”. Αυγά πουλούσαν και τα κάνανε χορό! Είναι αστείο κι όμως είναι γεγονός. Περίμενε να πουλήσ’ πέντε αυγά, να ’ρθει να χορέψ’, γιατί δεν είχε άλλο…

 

 

Κρίσεις για άλλους μουσικούς:

Από τους μουσικούς που είχε ακούσει να παίζουν στα διάφορα πανηγύρια της Λήμνου, ο Γιώργος Κωνστάντιος διακρίνει τους οργανοπαίχτες:

Είχε έναν άλλο, Χατζηχαραλάμπου ένας, έπαιζε βιολί, απ’ την Κούταλη εκεί κοντά, απ’ το Πεδινό, είναι. Ε, αυτός καλός ήταν. Είχε πολλά όργανα η Λήμνος, πάρα πολλά όργανα […]. Ένας Δεληκούκος απ’ το Κάστρο [Μύρινα] […]. Ήταν καλό σαντούρ’, απ’ τα καλύτερα. Ξένος ήταν [πρόσφυγας], ναι. Τώρα από που ήταν ακριβώς δεν ξέρω να σας πω […]. Ένας άλλος, το καλύτερο βιολί που πέρασε απ’ εδώ, λέγονταν Τηλέμαχος Κατσικάς, ήταν απ’ το Θάνος και μ’ αυτόν παίξαμε εφτά χρόνια. Ε, ο Κατσικάς αυτός, ούτε έπαιξε [άλλο τέτοιο] βιολί, ούτε θα παίξ’ τέτοιο βιολί! […]. [Και] Ο Μήτσος [Δημήτρης Τσαντής] έπαιζε καλό βιολί, έπαιζε σαν τσιγγάν’κο βιολί έπαιζε, ωραίο βιολί!

 

Φωτογραφίες

Μετάβαση στο περιεχόμενο