Κυριακόγλου Μιχάλης

Λέσβος

Τόπος γέννησης: Κάπη, Λέσβος

Χρόνος γέννησης: 1939

Στοιχεία καταγωγής:
Γεννήθηκε το 1939 και έζησε στην Κάπη Λέσβου.

 

Ιδιότητα:
Ο Μιχάλης Κυριακόγλου είναι επαγγελματίας μουσικός με θεωρητικές γνώσεις μουσικής. Παίζει βιολί, κιθάρα, ακορντεόν, αρμόνιο. Επίσης παραδίδει μαθήματα μουσικής σε νεώτερους.

 

Γονείς:
Οι γονείς του Μιχάλη Κυριακόγλου:

Είναι από την Κάπη και απ’ της μητέρας μου το σόι και απ’ του πατέρα μου. Δεν είμαστε δηλαδή Μικρασιάτες εμείς. Τον καιρό που πήγα στρατιώτς’ με ‘πρεσάριζε’ κάποιος λοχαγός. Και λέει, είσαι –ογλου. Δηλαδή είσαι Τούρκος με λίγα λόγια. Μας είχαν και στο στρατό κάπως… εμάς τους Λέσβιους… το 1960. Λόγω ότι λέγαν πως είμασταν Κομμουνισταί. Αυτό που μου είπε αυτός ο λοχαγός ήταν το πρώτο ερέθισμα να ψάξω να βρω το ‘δέντρο της οικογενείας’. Να ψάξω να δούμι είμι –ογλου ή δεν είμι. Και έψαξα και βρήκα ότι και απ’ της μητέρας μου το σόι και απ’ του πατέρα μ’, όλ’ είχαν γεννηθεί εδώ στην Κάπ’. Ο προπαππούς μ’ ήνταν μυλωνάς. Είχε έναν μύλο, έχ’ μια περιφέρεια εδώ που λέγεται «Μύλ’», προς την Κλειού. Είναι ένας ποταμός, και από κεί δουλεύαν με το νερό κάτι μύλ’ και λέγονταν Νικόλαος Κυριακόγλου. Από κει βγήκε ο Μιχάλης Κυριακόγλου [παππούς του], που ήταν αγρότ’ς καταρχήν. Ύστιρα πως τ’ κάπνισι να μάθ’ όργανου […].

Οικογενειακή κατάσταση:

Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι.

Για τον παππού του, Μιχάλη Κυριακόγλου, με τον οποίο είχε ιδιαίτερη σχέση αναφέρει:

…Είναι ο παππούς μου που έχω και το ίδιο όνομα. Λοιπόν, λόγω του ότι θέλαν τα παιδιά να μάθν’ από ένα επάγγελμα εκείν’ την εποχή, που να έχ’ κάποια πέραση, και πήγε στη Μικρά Ασία. Να μάθ’ όργανου, κορνέτα. Την κορνέτα την λεν αλλιώς ‘τρόμπα’, γιαυτό τον λέγαν και ‘τρόμπατζη’…

 

Ο παππούς του πέθανε το 1968. Οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν πάρα πολύ καλές:

…είμαστε και πολύ καλοί φίλ’. Σπάνιο φαινόμενο αυτή η φιλία που είχα μι ντου παππού μ’. Πήγινα κι καθόμουνα μες του μαγαζί τ’ ώρις! Μ’ έλιγι ιστουρίις.

Το «Καζίνο» (παντοπωλείο που διατηρούσε ο παππούς του), του είχι πριν αμπ’ ντν’ Αμιρική. Μιτά του πήρι κάποιους άλλους. Και δούλιυι πάρα πουλύ γιατί ήταν καθαρός κι έντιμους. Ντου σιβόταν όλ’ τότις εδώ πέρα.[…] Γιατί σ’ λέγου μι ντου παππού μ’ ιγώ έκανα πουλύ παρέα. Μ’ έχ’ μιταδώσ’ πάρα πουλλά πράγματα καλά. Ήταν φιλότιμους, ήταν έντιμους κι δε του λέγου επειδή ήταν παππους μ’. Αλλά ήταν άνθρουπους σουστός παρότι ήταν φτωχόπαιδο. Πήγι σντν’ Αμερική κι είχι τρις κόρις κι έναν γιο κι όταν επέστρεψε έφερε πράγματα ένα σωρό. Ήταν νοικουκύρς’ κι ηθικός. Ξέρς’ μέχρι που έφτασι η νοικουκυρουσύνη; Ότι πήγι 40 χρονών στην Αμερική κι έλλειπε 10 χρόνια κι δεν είχι πάει μι άλλ’ γυναίκα παρά μόνου μι ντ’ γυναίκα που ήταν παντριμένους. Κι σντν’ Αμερική ξέρς’ τώρα τι γινόταν. Ήταν ελεύθερο κράτος. Δεν πήγι σι άλλ’ γυναίκα. Είχι αρχές και τις τηρούσι τις αρχές. Είπι ότι ιγώ δε θα ξαναπαίξου, δεν ξαναέπιξι. Έπιζι ντν’ αρμόνικα στου σπίτι. Κι ύστιρα σιγά-σιγά όταν έκανι του επάγγελμα ντ’ σταμάτ ‘σει. Όλα αυτά που παίζαμι, τα συρτά κι τσ’ καρσιλαμάδις, όταν άρχιζει τους τραγουδάει, τους έλεγε με νότις. Ήξιρι απ’ έξου τις νότις φαρσί και τις έλεγε.

 

Για τον πατέρα του ο οποίος εργάστηκε για χρόνια ως επαγγελματίας μουσικός αναφέρει:

Ο πατέρας μου έγινι του 1926 μουσικός. Πρέπ’ να έγινι. Εγώ του έβαλα την ημερομηνία πίσω απ’ το βιολί. Μ’ είπι ντν’ ημιρουμινία στις 15 του Πάσχα [πανηγύρι της εκκλησίας του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο Λέσβου] κι ντν’ έβαλα πίσου απ’ του βιουλί. Νομίζω ότι την ίδια αρχή έχου κάν’ κι γω.[…..]. Τώρα να γινόταν κανένας γάμους, μ’ ήλιγι ναρθώ κι γω στουν γάμου να παίξου. Δε θέλου λιφτά. ‘Ε, ρε πατέρα μι κάθισι κι τυρανιέσι’, αυτός τίποτα. Ερχόταν μι του τρουμπόν’ κι κάνταν κι μιλιτούσι δυο-τρις μέρις πριν. Κι ερχόταν σντ’ γάμου κι πήγινι ντ’ νύφ’. Τ’ άρισι.

 

Ο Μιχάλης Κυριακόγλου ξεκίνησε να παίζει μουσική τη δεκαετία του 1950. Μουσικός είναι επίσης και ο μικρότερος αδελφός του ο Στρατής Κυριακόγλου. Για τον γιο του, τον οποίο δίδαξε μουσική αναφέρει:

Και αυτόν τον στρίμωξα μικρόν. Ό,τι έπαθα εγώ το έπαθε και ο γιός μου. Χωρίς…. Του άρισι δε του άρισι στριμώχτκι κι αυτός κι έγινι για ένα διάστημα μουσικός. Μιτά πήγι στου Πανεπιστήμιου. Του έκανι κι ζημιά, γιατί πουλλές φουρές ξμηρουμένους πήγινι στου Γυμνάσιου, αναγκαζόμαστι να τουν πάρουμι. Όσο νά ‘ναι αυτά καθυστερούν έναν μαθητή. Ήταν κι πιδί. Ήθιλι να πεσ’ να κοιμηθεί. Ήθιλει να γυρίζ’ και με τους φίλους του, λοιπόν αυτά τουν καθυστερίσαν, πλήρουσι δηλ. κανέ δυο χρόνια. Δεν πέρασι κατευθείαν στου Πανεπιστήμιου. Ε, ήταν δικαιολογημένο, αδικαιολόγητο. Αλλά βλεπς’ τα πιδιά δεν μπουρούν να σκέφτονται όπως σκέφτονται οι μεγάλ’. Ιγώ τ’ έλιγα ντου δρόμου. Κοίταζι τα γράμματα περισσότερο και να κοιμάσαι, να ξεκουράζεσαι, γιατί η δικιά μας η δουλειά είναι δύσκολη. Λοιπόν, μια φουρά μαλώσαμι κι άγρια μαζί τ’. Θέλαμι να πάμι να παίξουμι κι βγήκι στου χιόν’ κι είχι ένα όπλο και κυνηγούσε πουλάκια. Ντου πιάν’ γρίπ’ κι του είπα θα σε πάρω μι ντ’ γρίπ’ να πάμε στη δουλειά. Κι ήταν στου Μόλ’βου η δουλειά. Χορός στο Μόλ’βου τις Απόκριες κι έπρεπε να παίξουμε. Ποιόν θα παίρναμι άλλουν για να πάμι να παίξουμι. Κι καμιά φουρά για καλή μ’ τύχ’ βρήκα έναν απντ’ Μυτιλήν’, που ντουν ήξιρα ότι θα μπορούσι να κάν’ ντ’ δλειά μας. Κι πουλλές φουρές αρχόνταν ξάγρυπνους κι πήγινι στου Γυμνάσιου! Ξάγρυπνους γίντιν αυτές οι δουλειές;

Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο:

Ο Μιχάλης Κυριακόγλου γεννήθηκε και έμεινε στην Κάπη. Με τη μουσική άρχισε να ασχολείται τη δεκαετία του 1950.

 

Προσωπική και οικογενειακή πορεία:

Ο Μιχάλης Κυριακόγλου είχε αναπτύξει πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον παππού του από τον οποίο, όπως αναφέρει και ο ίδιος, επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό και ως μουσικός:

…είμαστε και πολύ καλοί φίλ’. Σπάνιο φαινόμενο αυτή η φιλία που είχα μι ντου παππού μ’. Πήγινα κι καθόμουνα μες του μαγαζί τ’ ώρις! Μ’ έλιγι ιστουρίις. Το ‘Καζίνο’ (παντοπωλείο που διατηρούσε ο παππούς του), του είχι πριν αμπ’ ντν’ Αμιρική. Μιτά του πήρι κάποιους άλλους. Και δούλιυι πάρα πουλύ γιατί ήταν καθαρός κι έντιμους. Ντου σιβόταν όλ’ τότις εδώ πέρα.[…]. Γιατί σ’ λέγου μι ντου παππού μ’ ιγώ έκανα πουλύ παρέα. Μ’ έχ’ μιταδώσ’ πάρα πουλλά πράγματα καλά. Ήταν φιλότιμους, ήταν έντιμους κι δε του λέγου επειδή ήταν παππούς μ’. Αλλά ήταν άνθρουπους σουστός παρότι ήταν φτωχόπαιδο. Νομίζω πρώτα είχι πάει στην Πάλια. Πήγι κι δούλιυι στην Πάλια, στου μεταλείου, και έκανε μαθήματα κάπου στη Σμύρνη. Έμαθι λίγου κουρνέτα, ήρθι εδώ, είχε κάτι δικούς του ανθρώπους μουσικούς. Μάλλον τον παροτρήνανε οι δικοί του άνθρωποι. να μάθ’ κορνέτα, για να συμπληρώσουν το όργανο που δεν είχαν. Ήταν νέος λοιπόν, έμαθε στη Σμύρνη. Πρώτα έμαθε έτσ’, πρακτικά. Είχι δασκάλ’ τέτοιοι, που μαθαίναν και πρακτικά και με νότες. Βέβαια, γνωρίζαν νότες οι άνθρωποι, αλλά είχι μερικοί που δεν είχαν ντ’ πολυτέλεια να μάθιν νότις, γιατί ήθιλι αρκετή δουλειά για να γίν’ αυτό. Λοιπόν, έμαθε πρώτα έτσ’ κουρνέτα και έπαιζε έτσ’ με τους δικούς του ανθρώπους. Αλλά για να μάθ’ του ρεπερτόριο, έπρεπε κάποιος να πάει στη Σμύρνη. Δεν είχι εδώ ούτι χαρτιά, ούτι τίπουτα, ούτι ραδιόφωνα, είχι κάτι γραμμόφωνα που σπανίζαν. Μάλλον θα έπρεπε λοιπόν να πάει κάποιος στη Σμύρνη να μάθ’ κάποια τραγούδια να τα μιταδώσ’ εδώ. Λοιπόν πήγι στη Σμύρνη έμαθε 4-5 τραγούδια, όταν ερχόταν, ερχόταν με βάρκα τότι, όταν λοιπόν ήρθει ξέχασι τα μισά! Με τ’ αυτί. Πήγι λοιπόν ένα διάστημα κάπου έξι μήνις, ξαναδούλιψι στου μιταλείου, έμαθι κι νότις, και πήγινι τα έπαιρνε τα κομμάτια γραμμένα, και ερχόταν εδώ και τα έπαιζε. Λοιπόν, εκείνος, έπαιζε με κάτι μουσικούς εδώ ή κάτι Αγιά Παρασκευώτες, μαζί. Ήταν κάποιος ‘Κατεργάρης’, που λέγαν ότι έπαιζε καλό κλαρίνο, λέγαν ότι ήταν πρόσφυγας. Ένας άλλος λέγινταν, Λευτερέλ’, ντου λέγαν. Ο παππούς μου ντουν έλιγι ‘του Λευτερέλ’’, κι έπιζι βιουλί, καλός στου όργανό του. Ήταν μια καλή κουμπανία, και πολλές φορές μάλιστα πηγαίναν και κάναν και δουλειές απέναντι, στη Μικρά Ασία. Πολλές φορές γινόταν αυτό, από δω ήταν μια ώρα για να πας απέναντι […].

[…] Η εποχή εκεί 1909, 1910, 1912, αυτές ήταν οι χρονολογίες, ο πατέρας μ’ [τότε] ήταν μικρός [….]. Οπότε που λες, ο παππούς μ’, έμαθι τρουμπέτα, έπιζει, κι επειδή ήταν ανήσυχος τύπος κι εργατικός, όταν έκανι οικουγένεια, 30 χρονών, μεταναστεύαν τότι στην Αμερική. Είχι κι έναν αδιρφό, Κουσταντή τουν έλιγι ικείνους, κι έπιζει κι κείνους ιμφώνιου. Του ιμφώνιου ήταν ένα όργανου που τώρα του έχιν στς’ μπάντις. Γιατί η μουσική της Λέσβου, δεν ήταν ούτι λαούτα, ούτι ξέρου ιγώ. Εδώ ήταν πνευστά όργανα τύπου μπάντας, και μέσα είχαν το βιουλί, σαντούρ’, για ορισμένα κουμμάτια που έπρεπε να ξεκουραστούν οι άλλ’ που φυσούσαν. Βιολί, κλαρίνο, σαντούρ’, ήταν αυτοί που τραβούσαν πιο πουλύ του […], κι οι άλλ’ ήταν οι βοηθητικοί ας πούμι. Και έπαιζε μια κουμπανία από έξ’ άτομα. Είχαν κι του νταούλ’ εκείνου μι του […]. Άλλ’ είχαν νταούλ’, άλλ’ δεν είχαν. Όταν έφυγι η παππούς μ’ στην Αμερική, έπιζι σε ορισμένις δουλειές. Στους αρραβώνες που ήταν και άλλ’ Έλληνες, κι έκανι κι μια άλλ’ δουλειά την οποία δε τη θυμάμαι. 40 χρονών είχε αφήσ’ ντν’ οικουγένειά τ’, την άφ’σε 5-10 χρόνια, ύστιρα γύρσει πίσου. Ο πατέρας μ’ ήταν φλέβα μουσικών, ήθιλι και κείνος να μάθ’ βιουλί. Είχι δε μάθ’ ο παππούς μ’ κι τα ανήψια του, της αδερφής του τα παιδιά. Λεγόταν Γεώργιος Βαρελτζής ο ένας, Γιαννακός, αυτός που ζει, ο άλλος πέθανε, και βάλαν τον πατέρα μου τότε να μάθει κι αυτός βιολί, για να φτιάξουν μια ορχήστρα. Α, ο παππούς δε, αντιδρούσε, ήταν αντίθετος, δεν ήθελε ο πατέρας μ’ να μάθ’ βιολί, διότι ήξερε τα δεινά του επαγγέλματος κι ήθελε να κάν’ μια άλλ’ δουλειά. Είχε ένα μπακάλικο, και ήθελε να τον βάλει μέσα, τότε το μπακάλικο θεωρούνταν επίσημη εργασία, αξιοπρεπή, ενώ τσ’ μουσικοί τσ’ είχαν στη τρίτ’ κατηγορία, μές τα χωριά. Η αιτία ήταν ότι οι πληρωμές γινόταν με μπαχτσίσ’, πληρώναν και χορεύαν και το θεωρούσαν έτσ’ ζητιανιό. Δε του ήθιλι αυτό η παππούς μ’, παρότι του είχι κάν’, ήταν προοδευτικός άνθρωπος. Μετά δε τα έβλεπε καλά τα πράγματα δεν ήθιλι να του κάν’. Εκείνος λοιπόν, επαναστατικά, σκώθκι έφγι στ’ Μυτιλήν’, τι ήθιλι να κάν’ κι ου παππούς μ’; Τ’ πλήρουνι σπίτ’, στ’ Μυτιλήν’, κι έμαθι βιολί σε κάποιον Κλεάνθη Μυρογιάννη. Ο οποίος Κλεάνθης Μυρογιάννης είχε έρθει από την Πόλη, ήταν Πολίτης, πρόσφυγας και έπαιζε βιολί, ήταν κορυφή. Με νότις κι ξέρου ιγώ μάθαινε βιολί. Και ο παππούς μ’ όταν ήρθε εδώ απ’ την Αμερική το έκοψε, δε ξανάπαιξε ποτέ. Κι ήρθι μιτά ο πατέρας μ’ κι μι τα ξαδέρφια του κάναν την κομπανία. Από κει, το επάγγελμα αυτό είχι πουλλές [….], μαλώνανε, φεύγαν απ’ τη μια [….].

 

Μουσική παιδεία:

Ο Μιχάλης Κυριακόγλου έχει θεωρητικές γνώσεις μουσικής τις οποίες απέκτησε από τον πατέρα του και παίζει βιολί, κιθάρα, ακορντεόν & αρμόνιο:

Ιγώ, ι αδιρφός μ’, ι πατέρας μ’ διάβαζι καλά. Μουσική ήξιρι καλή ι πατέρας μ’. Διαβάζει καλά. Δηλαδή σε μια-δυο-τρις φουρές του μάθινι του τραγούδ’… Ε, άμα είχαμι κάποιον ξένο του το μεταδίδαμε, εμείς οι τρεις του μαθαίναμι. Τώρα χρησιμοποιούμε και τους δίσκους, απ’ του δίσκου του ακούμι κι γράφουμι τις νότις. Εχω αρκετά γραμμένα, κι έχω και γραμμένα, κάτι καρσιλαμάδες παραδοσιακοί. Πέρσ’ με τη χορωδία που παίξαμι, αναγκάστκα εκ των πραγμάτων, επειδή είχαμε έναν στρατιωτικό που έπιζι κλαρίνου, να γράψου ορισμένα τραγούδια. Κι θέλου να κάνου ένα άλμπουμ που να έχ’ ορισμένα παραδοσιακά Λεσβιακά, να τα αφήσου στα πιδιά.

 

Επίσης, διδάσκει μουσική σε νεότερους:

Στην Κάπη έκανα παλιά. Στου Μανταμάδου έχω βγάλ’ αρκετούς. Μόνο βιολί δεν έχου βγάλ’, χρειάζεται να μάθ’ ένας βιουλί.[…]. Ε, μερικοί του κάναν επάγγελμα, είτι του κάναν, είτι του παρατήσαν κι θέλιν τώρα να του ξαναπιάσουν. Όπως έναν μαθητή μου τουν Άκη, που αν περάσ’ στου Πανεπιστήμιου εκεί θα ξαναασχοληθεί όπωσδήποτε, γιατί μπορεί να σταθεί, έχ’ τα εφόδια.

 

Μουσική μαθητεία:

Σύμφωνα με τον Μ. Κυριακόγλου:

Όταν έφτασα ιγώ κάπως στν’ ηλικία, έπιζι βιουλί ικείνους (ο πατέρας του), είχι κι ένα ακκορντεόν, τον Γιάννη τον Κουτζαμάν’. Σμίξαν ακορντεόν και βιολί να κάνουν μια κομπανία. Κι ένα παιδί κουρνέτα από την Κλειού, Γιάννης Στεφάνου λεγόταν, αυτός τώρα είνι σ’ ένα νησί στ’ Σαλαμίνα. Χρειαζόταν και μια κιθάρα, ιγώ έμαθα κιθάρα στα 11 μου τα χρόνια, μι φουρτώσαν με την κιθάρα, να μάθου, ήθιλα κι γω, μ’ άρισι. Από μικρός έφτιαχνα αυτοσχέδια όργανα, μι τα τέλια, μι τα ξέρου ιγώ. Μι βάζαν κι έπιζα μι ντ’ κιθάρα, ακοπανιμέντα. Παίζαμι σι κάτ’ δουλίτσες εδώ γύρω στα χωριά, σε κάτ’ πανηγυράκια, σε κάτι αρρραβώνες, από 11 χρονων, αφού η κιθάρα ήταν πιο μεγάλ’ από μένα. Μετά από ‘κει, κάπου παραξηγηθήκαν μι ντου Κουτζαμάν’ εκεί πέρα, έφγι η Κουτζαμάνς’, μι βάζ’ στου ακκορντεόν. Εγώ είχα κιθάρα, αλλά μ’ άριζει του βιουλί! Κι μιλέταγα, ήθιλα να μάθου βιουλί, δεν ήθιλα να μάθω ακκορντεόν. Οχ’ δεν ήθιλα, αλλά ο στόχος ήταν να μάθω βιολί. Κι μι βάζ’ στ’ ακκορντεόν, κάπου 15 χρουνού έμαθα ακκορντεόν. Κι είχα και καλή […], τότις τα ακκορντεόν ήταν λίγα κι ιγώ μιλέτ ‘σα κι σε 8-9 μήνες βγήκα έξω κι έπαιξα κι τότι μι θαυμάζαν μάλιστα οι μουσικοί της εποχής εκείνης, που ήμνα μικρός κι […]. Τότι λέγαν σντου πατέρα μ’ καλά λόγια να πούμι. Κι από τότε πήραμε τα μπρός σαν μουσικοί και μεις.

 

Για το πώς έμαθε να παίζει βιολί ανέφερε:

Από τον πατέρα μου έμαθα τα πρώτα βήματα. Πρώτα απ’ τ’ ακκορντεόν, έπαιζα κάτ’ μικρά κομματάκια και φιλοδοξούσα να μάθω και βιολί. Μετά κόπηκε αυτή η δουλειά, του βιουλί κόπηκε με τ’ ακορντεόν, γιατί είχα επαγγελματικές υποχρεώσεις, έπρεπε να μελετάω ακκορντεόν. Και ξέρ’ς εδώ οι ώρες μελέτης είναι πολυτέλεια. Ο πατέρας μ’ την ώρα που έπρεπε να μελετήσω έλεγε: ‘Έλα εδώ και θα πάμε στο περιβόλ’ να φυτέψουμε ντομάτες’. Και τώρα ακόμα οι ώρες μελέτης είνι λίγις, απορώ πως παίζουμι, θέλ’ πουλύ δουλειά. Διότι του βιουλί θέλ’ πουλύ δουλειά. Όταν ι αδερφός μ’ έμαθι ακκορντεόν, γι’ αυτό τον έμαθα κιόλας, για να μάθω βιολί. Έπαιζα κι ακκορντεόν μαζί με το βιολί, το ίδιο. Αλλά και πάλι μετά βγαίν’ του μπουζούκ’, κι γω αναγκάστηκα να παίζου αρμόνιου, πάλι του παράτ’σα του βιουλί. Αλλά τώρα εξηγήθκα. Λέγου: «Θα παίζου βιουλί κι ό,τ’ θέλτι πάτι κι βρούτι». Ακκορντεόν παίζου καμιά ώρα ας πούμι στν’ αρχή, που λέμι τραγούδια κι ξέρου γω, για συνοδεία. Στα άλλα που παίζουμι, τα χουρευτικά δε παίζου, γιατί δε μπουρώ να παίξου.

 

Μουσική εξειδίκευση (τραγούδι, ή/και όργανα):

 

Για την οικογενειακή τους κομπανία με την προσωνυμία «Μενελάηδες» ή «Καπιώτες», στην οποία άρχισε να παίζει μαζί με τον πατέρα του ανέφερε ότι:

Βγήκαμι έξω από δω και μεις, από Κάπη, Μανταμάδο, και γυρίσαμε ολόκληρο το νησί. Έπαιζα ιγώ βιουλί, έπαιζε και ο πατέρας μου τρομπόν’, βγάλαμι κι τουν αδιρφό μ’ τότι ακκορντεόν […]. Άλλοτε έπαιζα εγώ ακκορντεόν, ή αρμόνιο, ο αδερφός μ’ το μπουζούκ’ ή ντράμς ή ακορντεόν, βιουλί ι πατέρας μ’, ο πατέρας μου έπαιζε δυο όργανα, βιουλί κι τρουμπόν’. Κι όταν θέλαμι πάλι, παίζαμι σι κανένα χουρό, είτε Ευρωπαϊκά, είτε τανγκό, βάλς, έπαιζα βιουλί ιγώ κι ακορντεόν ι αδερφός μ’. Κάναμι μια αλλαγή, κι αυτό ήταν που εκείνα τα χρόνια είχι πέρασ’, για μας, ενώ οι άλλ’ παίζαν, απ’ ντν’ αρχή παίζαν ένα χασαποσέρβικο κι αρχίζαν ζεϊμπέκικα κι αρχίζαν κι κλαίγαν ας πούμι συνέχεια, τα κλαψιάρικα αυτά. Κι αυτό μας κράτσει κάπου 20 χρόνια στη πρώτη γραμμή […]. Και γυρίσαμε όλο το νησί […].

[…] Παράλληλα ήταν κι οι Αγιασώτες εκείνη την εποχή, που είχαν τον Χαρίλαο τον Ρόδανο, κι αυτός έπαιζε κι απ’ τα δύο. Είχαν κι αυτοί ένα μπουζουκάκ’, Ζαφειρίου [Κώστας] λεγόταν. Κι ο Χαρίλαος έπαιζε τα Ευρωπαϊκά. Και τότε λέγαν ή τ’ς Αγιασώτες θα πάρουμε ή τους Καπιώτες τότε, όταν ήταν μια καλή δουλειά. Ε, ύστερα κι αυτό σιγά-σιγά έφυγε κι απόμ’νε του λαϊκό συγκρότημα. Εμείς τώρα σπάνια να παίξουμι τανγκό κι βάλς, σι κανέ γάμου […]. Ένα διάστημα είχαμι πουλύ λιγουστέψ’, ήμασταν τρεις-τέσσερ’ς κουμπανίες πας ντ’ Λέσβου, τώρα πληθύναν. Αλλά εάν διασκέδαζι ι κόσμους αλά Ελληνικά δε φτάναν ούτι για πιπέρ’.

 

Για τους μουσικούς της εποχής του παππού του [Μιχάλη Κυριακόγλου ή «Τρόμπατζη»] ανέφερε ότι:

Από του παππού μου τα χρόνια θυμάμαι που έλεγε δυο-τρις μουσικούς. Οι άλλ’ ποιοί ήταν δε τους θυμάμαι. Ηταν του κλαρίνου, αυτό φαίντι ότι του έκανε και εντύπωση. Από τους ‘Σταμπουλήδις’ που λέμι ο ‘Κατεργάρ’ς’. Ήταν κι ένας Λευτέρς’, που ήταν απ’ τ’ Σκαμιά η καταγουγή τ’, βιουλί, ο αδερφός του έπαιζε εμφώνιο, Κουσταντής. Ο γαμπρός του έπιζι σαντούρ’, ο οποίος λέγινταν Μιχάλης Βαρελτζής […], δεν είχαν νταβούλι, είχαν του εμφώνιου. Κομπανιάρ’ζε του εμφώνιου, του σαντούρ’ και του εμφώνιου κάναν τα ακοπανιμέντα. Κι ο σαντουργέρ’ς ήταν πάρα πολύ καλός όπως λέει. Τουν ήλιγι ‘ι Μχαήλους’, έτσ’ τουν ήλιγι ι παππούς μ’. Μιχάλη τον λέγαν και κείνον, “ι Μχαήλους η γαμπρός μ’, έπιζι πουλύ καλό σαντόυρ’’, έλιγι. Αυτούς δε τους θυμάμαι καθόλ’ ιγώ, τους έχω ακούσ’ μόνο απ’ τουν παππού μ’. Ήταν μια καλή κουμπανία, και πολλές φορές μάλιστα πηγαίναν και κάναν και δουλειές απέναντι, στη Μικρά Ασία. Πολλές φορές γινόταν αυτό, από δω ήταν μια ώρα για να πας απέναντι. Η εποχή, εκεί. ‘9, ‘10, ’12 [1909, 1910, 1912]. Αυτές ήταν οι χρονολογίες.

 

Σύμφωνα με τον Μ. Κυριακόγλου υπήρχαν πολλές καλές κομπανίες στις οποίες συμμετείχαν αξιόλογοι μουσικοί:

Θυμάμαι ιγώ από τον καιρό που άρχισα σα μουσικός και άρχισα να ψάχνω. Εδώ υπήρχε μια κουμπανία που λέγινταν ‘Μουμτζήδις’, Παπαδόπουλοι. Τσ’ έχου τσι φουτουγραφία, κι τσ’ έχω δώσ’ κάτω. Ήταν εξαιρετικοί μουσικοί! Ήταν κλαρίνου, βιουλί, ο πατέρας τους έπαιζε λαούτο, του οποίο εκείνα τα χρόνια, επειδή ήταν μοντέρν’ εκείν’, το βγάλανε το λαούτο, και κάναν ένα αυτοσχέδιο, ήταν και μαραγκοί, που το λέγαν ‘μαντόλα’. Είχι του ίδιου κούρδισμα μι του λαούτου, μι ντ’ διαφορά ότι το είχαν φτιάξ’ όπως είνι του πάντσο, για να θεωρείται μοντέρνο. Κανονικά έπρεπε να το είχαν κιθάρα, αλλά κιθάρες δεν υπήρχαν τότε. Ο πρώτος που εμφανίστηκε κιθάρα, ήμ’να ιγώ κι κάποιους απ’ ντου Μανταμάδου, Ιωάννης Βουγιούκας λεγόταν. Ο [Στρατής] Γιαννής έχ’ μάθ’ [κιθάρα] κατόπιν αυτού. Αυτοί οι ‘Μουμτζήδις’, και σαντούρι, ήταν τέσσερα άτομα, και παίρναν και κατά καιρούς και καμιά κορνέτα μαζί τους. Ήταν δε πουλύ καλοί και στα σαρκιά που λέμε, τα Τούρκικα, παίζανε και Ευρωπαϊκά, και όλα τα παραδοσιακά. Ήταν πολύ καλοί μουσικοί, Μικρασιάτες ήταν αυτοί. Ήταν και τέλειοι μαραγκοί, καλλιτέχνες, ξυλογλύπτες. Φτιάξανε και όργανα, γεννημένοι καλλιτέχνες. Πλην όμως οι άνθρωποι δυστυχούσαν εδώ μες τα χωριά, γιατί όπως ξέρεις εδώ μες τα χωριά αυτές οι δουλειές δεν εκτιμούνται. Ήταν αυτή μια κομπανία […].

[…] Ήταν και η άλλ’ η κομπανία με τα ανήψια του παππού μου. Αυτό που λέω, ήταν όταν τέλειωσε ο παππούς μου από μουσικός. Ο οποίος έπαιζε τρομπόν’, ο Γιώργος ο Βαρελτζής. Ο Γιαννακός ο Βαρελτζής έπαιζε σαντούρι. Είχι κάτι κλαρίνα, ένας Παπαντής λεγόταν, κλαρίνο. Αυτός που λέτι του καφιτζή που δεν ακούει, και είχι κι αυτός έναν ανηψιό που έπιζι κουρνέτα, κι είχαν αυτό του σχήμα, τρομπόνι, κορνέτα, κλαρίνο, σαντούρι, βιολί ο πατέρας μου και αυτοί είχαν και νταούλ’ κάποιον ‘Πασά’ [Χαράλαμπος Γεωργαλάς]. Παράλληλα αυτή την εποχή υπήρχε και στο Μανταμάδο κομπανία, οι Κουτζανίδηδες. Ο Σίμος Κουτζανίδης έπιζι κουρνέτα, ο Φώτης έπιζει τρουμπόν’. Ο Στράτος ο Βουγιούκας έπιζι βιουλί, αυτός ο Θεόφραστος του Γιάννου ο γιός έπιζι κλαρίνου, και νομίζω ότι έπιζι μαζί τους ένας γέρους τον οποίον δε τον θυμάμαι. Το ίδιο σχήμα είχαν και στη Γέρα, και στο Πλωμάρ’. Αυτές θεωρούνταν κομπανίες τότις, που πηγαίναν στα πανηγύρια τότι κι παίζαν, μ’ αυτό το σχήμα. Παίζαν τους καρσιλαμάδις τότι και τα άλλα, κι όταν κανείς μερακλής ήθελε να ακούσει ελαφρά μουσική, χαμηλών τόνων, έπιζι του σαντούρ’, του βιουλί, του κλαρίνου κι παίζανε κάτι τ’ς εποχής, τα ελαφρά που λέμι. Οι άλλ’, τ’σ καρσιλαμάδις, τα συρτά και τα ζεϊμπέκικα, τα χορευτικά, παίζανε. Άκ’γις έναν όγκο από όργανα. Νομίζεις ότι του μπουζούκ’ έπιζι ζεϊμπέκικα; Το κλαρίνου έπιζι κι του βιουλί, τα μπουζούκια εκείνη την εποχή δε φαινόταν. Ίσα για το κέφι τους παίζαν, κανένας ερασιτέχνης, Αυτό βάσταξε μέχρι του ‘55 και ’60 […].

[…] Είχι μια κουμπανία στη Φίλια, είχι στου Σκουτάρου άλλες δύο, αρκετές κουμπανίες πα’ σντ’ Λέσβου. 12 κομπανίες τέτοιες είχε, οι οποίες ερχόταν κάθε χρόνου στις 15 [μέρες μετά το] του Πάσχα στο Μανταμάδο, στα καφινεία κι παίζαν. Αλλες δουλεύαν, άλλες δε δουλεύαν. Και δεν μπορούσες να πας με λιγότερα όργανα. Αυτοί, οι ‘Μουμτζήδις’ που σ’ λέω, θεωρούνταν ελαφρά ορχήστρα. Και τους παίρναν στου Μόλβου, σε κάτι χορούς, κάτι διασκεδάσεις, που ήταν ανεβασμένο επίπεδο. Και αυτοί όμως πολλές φορές αναγκαζόταν να πάρουν όργανα να παν’ σε τέτοια πανηγύρια, γιατί παίζαν κάπου κοντά οι μουσικές και δε μπορούσαν να παίξιν. Μέχρι το ‘60 γινόταν αυτή η δουλειά, οπότε παρουσιαστήκαν τα μπουζούκια. […].

[…] Και εδώ απ’ ντουν Μανταμάδου ήταν καλά πιδιά, που σ’ λέγου. Οι Κουτζανίδηδες, ου Χαλβατζής, και κάτ’ άλλους παλιούς που γνώρσα. Αυτούς που γνώρσα, γιατί έχ’ ανθρώπους που δε τους γνωρίζω και δε μπορώ να πω τίποτα. Παραδείγματος χάριν, τσ’ Φιλιανοί [η ‘Φιλιανή’ μουσική-κομπανία] τσ’ έβλεπα από μακρυά κι δε ξέρου τίπουτα γι’ αυτούς, ήταν καλή μουσική […]. Ξέρω ντουν Μαρμαρέλ’ που έπιζι Σαξόφωνο, έναν άλλον, Σταύρου ντου λέγαν που έπιζι κλαρίνου, κι τώρα είνι σντ’ν Αθήνα. Ι Μιχαλόπουλους έπιζι κουρνέτα, ένα σαντούρ’ είχι που δε του γνουρίζου […]. Δε τσ’ έκανα παρέα, τσ’ έβλεπα από μακριά. Ντουν κιρό που βγήκαν τα μπουζούκια αυτοί σταματήσαν, ήταν πνευστά όργανα αυτοί. Κι η δύναμή τους ήταν τα πνευστά τα όργανα, ήταν σαξόφωνο, κορνέτα, κλαρίνου, βιουλί, σαντούρ’. Έναν άλλουν, κι αυτόν ντουν έβλεπα σντ’ Μυτιλήν’, είχι μια κόρ’ παντρεμέν’, Στέφανου ντου λέγαν, κι αυτός εξαφανήστκι. Είχι κι αυτός σαν ντου πατέρα μ’ πάθ’ αμνησία […].

[…] Είχι δυο αδέρφια ‘Αρμένδις’[…], ζούνε. Ο ένας κάν’ κι ντουν ρουλουγά σντ’ Μυτιλήν’, κι έπιζι καλό ακορντεόν. Κι ου άλλους, ο Παύλος παίζει καλό βιολί, τα έχ’ παρατήσ’ όμως τώρα, κι ακκορντεόν έπιζι. Ο ένας είνι Παύλος κι ο άλλος […], ένα παράξενο τέτοιο Αρμένκο όνομα. Του κιρό που πήγαμι στου Μόλβου να παίξουμι σι μια χουρουεσπερίδα ιμείς, ήταν Απόκριις κι είδαμι σι δυο καφινεία κι παίζαν αυτοί οι δυο οι μουσικοί. Ο ένας στο ένα καφινείου κι ου άλλους στου άλλου. ‘Γιατί πιδιά δε πηγαίντι οι δυο σας να παίξτι;’ ‘Θα πάμι στου ένα του καφινείου να πάρουμι λιφτά’. Δηλ. για λόγους οικονομικούς, πήραν ο καθένας από ένα ακκορντεόν κι πιάσαν από ένα καφινείου! Ενώ μπορούσαν να κάνιν ένα βιουλί κι ένα ακκορντεόν, ένα σύνολο, να είνι πιο καλοί, κι πήγαν αυτοί για λόγους οικονομικούς, ο ένας στο ένα του καφινείου κι ο άλλος στο άλλο, αδέρφια τώρα. Τους ρωτήσαμι, ‘μήπως έχτι παραξηγηθεί’; ‘Όχ’’, λεν, ‘μαζί παίζουμι’. Αυτοί, ήταν Απόκριις κι ένα καφινείου θα πάρ’ να πούμι 50 άτουμα, του άλλου του καφινείου άλλα 50, κι θα πάρουμι κι από κει [….]. Η Πέτρα είχι κάτ’ μουσικούς αλλά δεν έφτιαχνι κουμπανία. Τώρα είνι ανάμεικτοι Σκουταριώτες-Μουλβιάτες-Πετριγιανοί, κανέ-δυο σχήματα.

 

Για τον μουσικό Παναγιώτη Γανώση ανέφερε:

Μι πήρι απ’ ντ’ Καλλουνή ένας φίλους κι λέει ‘κατέβα μια μέρα να πιούμι κανένα ουζάκι’. Λέω: ‘θα κατέβω γιατί θέλω να δω και ντουν Παναγιώτ’ ντου Γανώση’. Μ’ λέει ‘ντου προυλαβαίν’ς, δε ντου προυλαβαίν’ς’. Ου Γανώσης κι αυτός έχ’ έναν αδερφό που παίζ’ σαντούρι. Έχ’ κι έναν παπά που έπαιζε ακορντεόν, αυτός γύριζε και στα πανηγύρια, ο Δημητράκ’ς. Αλλά έχουμε συναντηθεί στα πανηγύρια. Είμαστι μια ηλικία μ’ αυτόν.

Και για τον Ποσειδώνα Δίβαρι-Καραβά:

Ναι, τον είχα ακούσ’ τουν Ποσειδώνα, τουν γνώρσι ο Εύανδρος, αυτός που λέμι. Όταν παίζαν στην Αθήνα στον ‘Κήπο του Αλλάχ’, έπιζι ο Τσιτσάνης, ήταν λαϊκό σχήμα. Έπιζι αυτός ντράμς, ο Εύανδρος και ο Ποσειδώνας έπιζι βιολί. Κι έλεγε ο Εύανδρος ότι ήταν πολύ καλό βιολί, κι έχ’ έναν γιο που είνι στν’ Αυστραλία. Ο ένας είναι πολύ καλός, ο Γιάννης. Αυτός λέει, ό,τι γάμος και να γίνει καλή δουλειά, θα τον φωνάξουν να παίξει! Παίζ’, αρχίζ’ τσάμικα, καλαματιανά, συρτά, όλο το ρεπερτόριο. Διαβάζ’ κι παίρν’ κι δουλειές αποκοπή. Τον είδα αυτόν που ήταν στην Αυστραλία, ένα καλοκαίρι έπιζι μι ντουν ‘Πινταγιάλα’.

 

Για την κομπανία των «Σταμπουλήδων» ή «Κατεργάρηδων» και των «Γεωργαλάδων» ή «Πασάδων», ανέφερε:

Οι ‘Σταμπουλήδες’ ήταν αυτός ο ‘Κατεργάρ’ς’ [Ευστράτιος Σταμπουλής ή ‘Κατεργάρης’, κλαρίνο]. Ήταν όνομα, παρατσούκλ’, δε ξέρω τι ήταν, πάντως οι ‘Σταμπουλήδες’ από κει βγήκαν, από αυτόν τον οργανοπαίχτ’. Ήταν παιδιά του, εγγόνια του, τα οποία τα παρατήσαν τώρα, δεν είνι μουσικοί. Ένας έπιζει τρουμπόν’, Σαράντους λεγόταν […]. Η Αγία Παρασκευή ήταν καλό χωριό για τους μουσικούς, πηγαίναν εκεί ειδών-ειδών μουσικοί από ξένα χωριά, και καθόταν εκεί. Εκεί οι μουσικάντδις ευημερούσαν εκείνη την εποχή, είχι ανθρώπους που ξοδεύαν. Είχι κάτ’ Αμερικάν’, ξέρου ιγώ, κι απού δω είχι μια κουμπανία, κι πηγαίναν στην Αγία Παρασκευή και καθόταν επί 10-15 χρόνια […].

[…] Λεγόταν ‘Πασάς’ Χαράλαμπος ‘Πασάς’, το παρατσούκλι ήταν ‘Πασάς’, λεγόταν Γεωργαλάς, αυτός ήταν Μικρασιάτς’ και έπαιζε νταούλι. Κι είχι πάρ’ από δω κάποιον, που ζει ακόμα. Γιαννακός Βαρελτζής λέγεται, είνι ξάδερφος του πατέρα μου. Και κει πηγαίναν στην Αγία Παρασκευή, καθόταν εκεί μόνιμα. Είχαν νοικιάσ’ σπίτ’ και μετά πάλι γυρίσαν πίσω στο χωριό, μεταπολεμικά.

 

Για το νταούλι, ο Μ. Κυριακόγλου παρατήρησε ότι:

Κι σντου Κουλουμντάδου είχι έναν κι έπιζι, κι νταούλ’ κι ζουρνά . Δεν πιάναν αυτά στην Κάπη, η Κάπη ήταν κουσμουπουλίτικου μέρους! Του βλέπαν ειρουνικά. Όπως και στου Μόλβου δε πηγαίναν αυτοί οι μουσικοί. Γιατί δε πηγαίναν; Γιατί αυτοί ήταν μαθμέν’[…]. Κι δε τσ’ κάναν κι γούστου ορισμέν’ μουσικάντις, γιατί η Μόλβους είχι αυτά τα ιδιώματα.

 

Ο Μ. Κυριακόγλου μίλησε και για τη συνεργασία του με διάφορες τραγουδίστριες [«ντιζέζ»], που έρχονταν στη Λέσβο για να τραγουδήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μετά από συμφωνία που έκλειναν με τα καφενεία ή τα κέντρα διασκέδασης:

Έχω φωτογραφίες με τραγουδίστριες πουλλές, αρχόταν απντν’ Αθήνα. Είχι τέσσερς’ καλές κουπέλις που είχαν παρτιτούρις, νότις, όχ’ σαν τις άλλες που ήταν τσουκαρία. Έχου τέτοιις ιστουρίις που μπορώ να λέγου δυο μήνις. Κι τούτους ι Γιαννακός που έχουμι εδώ πέρα, αυτός που έπιζι στν’ Αγιά Παρασκιυή […]. Η Αγιά Παρασκιυή για ένα διάστημα είχι «Ντιζέζ», 3-4, κάθι βράδ’. Είχι καταντήσ’ […], η Αγιά Παρασκιυή, ούτι δούλιυι κανένας, τρώγαν τα λιφτά τους συνέχεια, καθαρίζαν πιριουσίις. Τις κλείναν [τις πραγουδίστριες] για έναν μήνα, πότι [για περισσότερο]. Εμείς παίζαμι πάλι με τον ίδιο τρόπο, ποιος θα σηκωθεί να χορέψ’[…]. Η τραγουδίστρια έπαιρνε λεφτά [..]. Είχι τότις για ένα διάστημα κάτ’ παρτιτούρις μι τραγούδια που γραφόταν, τσ’ Μαριάννας Χατζοπούλου, μια τραγουδίστρια, νησιώτ‘σα, μια τυφλή, καλή τραγουδίστρια. Τα τραγούδια αυτά τα γράφαν και τα τραγουδούσαν τότι οι γυναίκες, ήταν ένα είδος ελαφρού τραγουδιού. Ήταν και του Γούναρη τότις […]. Φέρναν τραγουδίστριις συνέχεια, χουρεύτριις ήθιλις, τότις χορεύαν κάτι ‘Μάμπο’. Μια φορά παίζαμι στην Αγιά Παρασκιυή, ακκορντεόν κι ένα ντραμς. Αυτός ο Γιαννακός ο Βαρελτζής, αυτός ήταν γυναικάς. Λοιπόν, έπιζι ντραμς, κι η κουπέλα χόριυι ένα ‘Μάμπο’. Λοιπόν, γδυνόταν, τότις που να γδυθεί γυναίκα, φόραγε ένα μαγιό με κάτ’ φτερά, κλειστά τα παράθυρα, ερχόταν οι γυναίκες και βάζαν το κεφάλι τους απ’ τη σχισμάδα του χαρτιού να δουν. Κατά τις 12.00 τα μεσάνυχτα. Αλλά είχι γυναίκις που φλάγαν να ‘ρθουν εκεί να δουν ντ’ γυναίκα που χόριυι. Σβήναν και τα φώτα, χόριυι ‘μάμπου’. Την πρώτ’ βραδυά που […], είχα ένα φουτάκ’ λοιπόν, τόσου μικρό, για να βλέπου ντ’ παρτιτούρα, ιγώ του διάβαζα του ‘μάμπου’. Καμιά φουρά πάμι να αρχίσουμι, αυτός ι Γιαννακός, σ’κώντι όρθιους κι γω αρχίζου να παίζου κι αυτός κάνταν ικεί, βάζουν λοιπόν ντ’ φουνή οι θαμώνες, ‘βρε τι κάνς’ εκεί πέρα’![…]. Και στο Μανταμάδο φέρναν, φέρναν ντου χ’μώνα, αυτό του καφινείου που είνι στη πλατεία απάνου, δεν είνι καφινείου τώρα, π’λα είδη οικοδομών. Φέρναν κι καλές τραγουδίστριις, γιατί αυτοί οι μουσικοί, ο Βουγιούκας αυτός, ήταν καλός μουσικός και διάλεγε κάτ’ κουπέλις αξιόλουγις. Μι πατριτούρις, κι αλλάζαν φουστάνια, κάναν παρουσίις, δηλαδή τύφλα νά ‘χει η Αθήνα τότις, αυτές πληρωνόταν καλά. Τις πήραν μιτά κι κάναν κι ένα τουρνέ στη […]. Είχαν ένα καλό βιουλί, μια καλή κιθάρα, ένα ακορντεόν, κι έναν ακκορντεονίστα που δουλεύ’ στον Καναδά σαν μουσικός, κι ένα ντραμς, κι οικουνουμίσαν καλά λιφτά. Πήγαν Μόλβου, πήγαν Αγιά Παρασκιυή […]. Αυτοί ό,τι παίρναν του μοιράζνταν. Καταφέραν ντ’ κουπέλα αυτή να βάλ’ κι του μιρουκάματου τσ’ κάτου, γιατί αυτή πληρώνταν κανουνικά απ’ ντου καφιτζή. Λέγαν θα μας δώγς’ ένα πιντακουσάρ’ ντ’ βραδυά, κι τα παίρναν μιτά κι τα βάζαν κάτου, μαζί μι τα τυχιρά κι τα μοιραζόταν, κι ήταν πουλύ καλά.[…]. Ναι, μιτά έφγι ι ένας στν’ Αυστραλία […].

[…] Μιτά φύγαν οι γυναίκες από δω, δεν ερχόταν καμιά. Μες ντ’ δικτατορία, γιατί πουλλές από αυτές είχαν ‘λερωμένα’ τα μητρώα τους μι τα κόμματα κι ήταν δύσκουλου να μιτακινηθούν, κοπήκαν τελείως, μονάχα σντ’ Μυτιλήν’ πηγαίναν […]. Μιτά δεν πηγαίναν και οι γυναίκις. Που να παν γυναίκες μες του καφινείου μι γυναίκα; Δε πηγαίναν. Ε, τώρα πηγαίν’. Να ξιγυμνουθεί γυναίκα να χουρέψ’ κι νά ‘νι κι γυναίκις; Εδώ φουνάζαν οι γυναίκις: ‘Ξιγυμνώθκι κι θα ξιλουγιάσ’ τσ’ άντρις μας’, του θεωρούσαν […]. Μάλιστα αυτοί, τσ’ άντρις που πηγαίναν μέσα, μπουρεί του βράδ’ να τσ’ παραντώναν απ’ έξου. Ούτι ιγώ πήγα στα κέντρα διασκεδάσεως, να με δουν τώρα ιμένα να πηγαίνου στα κέντρα αυτά που είχι γυναίκις κι ξέρου ιγώ, θα ερχόταν να το πουν στη γυναίκα μ’. Μερικοί είχι που πηγαίναν κι μιτά μαλώναν μι τσ’ γυναίκες τους. Αλλά ένας άνθρουπους που έκανι, πους ήταν ας πούμι σουβαρός, δε πήγινι στα κέντρα αυτά, ήταν υποτιμιτικό να πάει εκεί.

 

Για την τραγουδίστρια Ούλα Μπάμπα ανέφερε:

Την είχα ακούσ’ ότι είχι έρθ’. Ήταν καλή τραγουδίστρια, η Ούλα Μπάμπα πρέπ’ να ήρθι κι δω. Την έχω δει σε φωτογραφία μαζί με τον Εύανδρο [Παπαδόπουλο].

 

Για την κοινωνική θέση των γυναικών κατά το παρελθόν, σε σχέση με τη μουσική, ο Μ. Κυριακόγλου υπογράμμισε ότι:

Άμα γινόταν τραγουδίστρια καμιά εδώ, θα λέγαν τραγουδίστρια ίσον πόρνη. Όπως ήταν, στα νησιά που είνι η Λεγάκη κι αυτές […], αυτές ήταν τότις τραγουδίστριις, αλλά ήταν εντός οικογενειακού περιβάλλοντος κι σουβαρά. Αλλά εδώ πέρας, οι άντρες μόλις βλέπιν μια γυναίκα, ο αντικειμενικός σκοπός ήταν να ντ’ βάλιν χέρ’, που να κουβαλήγς’ γυναίκα! Αυτή ντ’ κουπέλα, ντ’ Ντόλα, που σ’ λέγου, που είχαν οι Μανταμαδιώτις, ήταν […]. Δεν ήταν ας πούμι […], Ντόλα κι Καίτη, δυο αδερφάδις. Αυτή ήταν καλή κουπέλα, δεν είχι τέτοια πράγματα. Δε πηγαίναν αυτοί όμως όπ’ νά ‘νι, στου κάθι καφινείου. Πηγαίναν στου Μόλβου, πηγαίναν εκεί που ήταν ου κόσμους.

 

Συγκρότημα – κομπανία:

Μουσικό συγκρότημα των Κυριακόγλου ή “Μενελάηδες” ή “Καπιώτες”

 

 

Σταθερές μουσικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε/συμμετέχει:

Κατά τη διάρκεια της πολύχρονης επαγγελματικής του ενασχόλησης με τη μουσική, συμμετείχε σε διάφορα μουσικά δρώμενα, όπως σε προγραμματισμένα ή αυτοσχέδια γλέντια, σε αρραβώνες, σε γάμους, σε βαφτίσια, σε γιορτές, σε πανηγύρια κ.α.:

[στις Λέσχες], λοιπόν, ήταν μι τσ’ γυναίκες τους και διασκεδάζαν ωραία, ήταν οι εύποροι ας πούμε. Οι άλλ’ τσ’ κουρουϊδεύαν, δε τσ’ γουστάραν πουλύ τότι. Ιμένα μ’ αρέσν’, γιατί δεν κάνουν φασαρία οι άνθρωποι, η ησυχία μ’ αρέσ’. Δε μπουρεί ένας μουσικός να παίζ’ υπό την πίεση του χρόνου κι του […]. Εμείς παίζαμι, αυτοί χουρεύαν, καθίζαν κάτου, του ίδιου γίνταν κι σντν’ Αγία Παρασκευή. Παίζαμι κι στου Πλουμάρ’, στην Καλλονή, στου Μόλβου, όλα τα κιφαλουχώρια ιμείς τα παίρναμι. Δεν υπήρχε περίπτωση να σκεφτεί κανείς ότι θα πήγινει μουσική σντ’ Λέσχ’ του Πλουμαριού, στην Αγιά Παρασκιυή, στου Μόλβου. Ή θα είμασταν ιμείς ή οι Αγιασώτις. Έπιζει ο πατέρας μ’ τρουμπόν’, ιγώ βιουλί. Ου πατέρας μ’ έπιζι ουραίου τρουμπόν’, έπιζι στρουτά, του δεχόταν δηλαδή ι κόσμους, του θέλανι, ακκορντεόν, κι ντράμς.

Έχει παίξει επίσης και εκτός Ελλάδας, στο Βέλγιο, σε εκδήλωση με τη χορωδία του Δήμου Μυτιλήνης.

Επίσης, συμμετείχε σταθερά σε αυτοσχέδια γλέντια σε καφενεία της Κάπης και του Μανταμάδου:

Παλιά σχεδόν η δουλειά έτσ’ έβγινι. Κι αυτό ήταν ένα είδος καλό, σε φώναζι μια παρέα, έρχονταν στο κέφ’ δέκα άτομα εκεί και διασκεδάζαν, πολλές φορές φέρναν και τις γυναίκες τους. Αρχίζαν τη μέρα, φέρναν και τις γυναίκες τους το βράδυ και γινόταν μια διασκέδαση. Δεν υπήρχαν παρεξηγήσεις, ήταν παρέα. Αλλά πληρώνανε σωστά, Δηλαδή έβγαζι του μιρουκάματου ο μουσικός.[…].

 

Άλλη περιστάσεις κατά τις οποίες έπαιζε μουσική, ήταν:

[Στις καντάδες] Ακορντεόν κι βιουλί. Α, ήταν κι ένας απ’ αυτούς τους ‘Πασάδες’, ου Δούκας, αυτός που είνι σντν’ Αυστραλία. Κι έπιρνι αυτός του ακορντεόν κι γω του βιουλί κι πηγαίναμι. Ιδιωτικά, εκεί που θέλαμι, δε θέλαμι να πηγαίνουμι επί πληρουμί γιατί τα πράγματα γυρίζαν αλλιώς, ιμείς πηγαίναμι για τουν εαυτό μας. Κι μια φουρά είχαμι μιταδώσ’ ένα ψεύτικο αστείο, ότι πήγαμι κάπου να κάνουμι καντάδα κι μας κατιβάσαν ένα πινταράκ’ μι ντου σπάγκου, απ’ του παράθυρου. Του είπαμι ιμείς ψέμματα κι έπιασι, ότι πήγαν οι τάδε κι κάναν καντάδα. Κι ποιά είνι αυτήν που […], κι ντ’ ψάχναν να ντ’ βρουν για να ντ’ κακουλουγήσιν […]. Αυτό που κάναν τα παλιά τα χρόνια ήταν ότι κάναν βόλτα ντ’ μουσική [τους μουσικούς]. [Σκοπούς] είχε κάποιους, ‘Τα ξύλα’, π.χ. έναν άλλον ‘Αυγερινό’, που έχ’ γράψ’ μέσα στο C.D. για τη Λέσβο […]. Αυτά ήταν Τούρκικα, δηλαδή Βυζαντινά, αυτά παίζαμι κι κάτι Καλαματιανά, σαν ντ’ ‘Πεισματάρα’ που λέμι […]. Γυρίζαν μες του δρόμου μι τα γαρύφαλα στ’ αυτιά, αυτοί που ξμηρουνώνταν, κι κάναν μια βόλτα να τσ’ δει κι ου κόσμους. Οι φαντάρ’ άμα φεύγαν παίζαν όργανα, του αποχωρισμού ‘Θα φύγω κι έχε γειά’, είχι κι ένα τραγούδ’ που ίλιγι ‘Φεύγω μανούλα μου γλυκειά’. Παίρναν ντ’ σημαία κι κλαίγαν οι γυναίκις που φεύγαν τα μουρέλια [παιδιά] ντουν, αυτά όμους σταματήσαν.

 

Τέλος, έπαιζαν μουσική και στις κηδείες νέων [κυρίως] ανθρώπων:

Παίζαμι ένα κουμμάτ’ του Μπετόβεν που απαιτούσε φυσερά όργανα. Ήταν πολύ ωραίο, συνταρακτικό. Μιτά οι Αγιασώτες παίξαν αυτό που είνι Μικρασιάτκου, στο έργο ‘η δασκάλα με τα χρυσά μάτια’, αυτό που παίζαν […]. Στην Κλειού, στο Μανταμάδο, μέχρι που ήταν ο πατέρας μ’ μι του τρουμπόν’ γίνταν αυτή η δλειά. Τώρα που δε παίζ’, μι του ακκορντεόν κι τα βιουλέλια δε γίντι, γιατί θυμίζ’ καντάδα, ήθιλι τέτοια όργανα. Ενώ οι Αγιασώτες είχαν κλαρίνα, άσε που θέλ’ τρουμπόν’ μέσα, τρουμπόν’ κι κουρνέτα. Άμα άκ’γις τέτοια υπόθεση ανατρίχιαζει του πιτσί σ’, κι γω δε ξέρου τι γίνουσνα! Αμα γινόταν κάτι τέτοιου, του χουριό είχι να σνέρτ’ [συνέλθει] πόσες μέρες. Οι παλιοί αυτοί σι τέτοια πράγματα ήταν μαστόρια, αυτοί οι Βαρελτζήδις κι οι Μουμτζήδις.. Απ’ το σπίτ’ σντν’ εκκλησία κι απντν’ εκκλησία στου νικρουταφείου, μπροστά, μπρός πηγαίναν τα εξαπτέρυγα και πίσω πήγαινε η μουσική.

 

Σύμφωνα με τον Μ. Κυριακόγλου, ορισμένες φορές αναπτύσσονταν έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των κομπανιών:

Οι κόντρες γινόταν, δεν ήταν μι καλή έννοια, ήταν άλλου πάλι κακό! Κι πάλι φταίγαν οι μουσικοί. Είχαν τα χουνιά τους ι ένας πα’ σντουν άλλουν, για να μπιρδέβιν ντου σκουπό τους. Κι μιρικοί, σα ντου Μανώλ’ ντου Παντιλλέλ’ αυτόν που έπιζι ντ’ κουρνέτα τ’, κι κατέβαζι ούλου δέκατα έκτα, κι τσ’ άλλ’ τσ’ εξουδετέρουνι. Φεύγαν οι άλλ’, ήταν ένα κακό. Ου πατέρας μ’ άμα έπιζι κι ήταν απέναντι άλλ’ μουσικοί, ήταν πάντα γυρζμένους έτσ’, πουτέ δεν έστησε χουνί απέναντι από άλλο μουσικό. Όπου πάω άμα πουν Μενέλαος […], ποτέ δεν πείραξε κανέναν. Ναι, γιατί ιμείς βγαίναμι παραέξω, πι Παπαδόπουλ’ ήταν κι αυτοί σαν ντου παππού μ’. Άμα τσ’ φουνάζαν παρά όξου ρωτάγαν: ‘Ποιός είνι;’. ‘Είναι αυτοί κι αυτοί’, άμα ακούγαν ένα όνομα που δεν τους άρεσε, λέγαν δεν μπορούμι. Κατιβάζαν χίλιις δικαιολογίες. Αυτός ο ένας, μπορεί να χαλάσ’ όλ’ ντ’ παρέα. Υπήρχι ας πούμι κάποιους, ονόματα δε λέγου, που μια φουρά πήρι έναν Τραντάφλου απντ’ Μυτιλήν’, κι ντου πήρι ντουν άθρουπου, ντουν ήβρι αδύναμου, κι ντου πήρι στου χουράφ’ κι έπιζι αυτός μουσική κι ο άλλος άρμιγι τσ’ προυβατίνις τ’. Κι του έλιγι κουράστκα κι δεν ντου άφνι. Ξμηρουμένους ι άλλους τώρα ε; Λοιπόν πας εσύ; Υπήρχαν τέτοια πράγματα. Δε λέγου ότι όλ’ ήταν τέτοιοι.[…].

[…] Τώρα οι νεαροί πηγαίνιν στα «ντίσκο», κι ξέρου ιγώ. Αντίθετα με την Αθήνα που άρχισε να διασκεδάζ’ αλά παλιά. Βλέπ’ς στην Πλάκα [Αθηναϊκή συνοικία] και διασκεδάζουν μέρα, αυτό θυμίζ’ χουριό, γιατί στα χουριά διασκεδάζαν μέρα. Είχι μια παρέα ας πούμι που μια Κυριακή πήγινι στου καφινείου να πιεί δυο ούζα κι διασκιδάζαν ή είχι πανηγύρια που άρχιζαν μέρα. Εδώ κι παλιά, του Αγιού Γιωργιού τη μέρα παίζαν όργανα. Θυμάμι μια φουρά που παίζαμι τ’ Αγιού Γιωργιού τη μέρα στον ‘Κρίνο’ [καφενείο], το πρωί, και κάποιος Μακρής ήταν μεθυσμένος, δεν ήταν μεθύστακας, ήταν καλός άνθρωπος. Πως τά ‘κανε λοιπόν, ήταν μόδα τότι κι οι γυναίκις φουρούσαν κάτ’ ταγιέρ μαύρα κι μπλέ. Νόμιζεις πους ήταν τσ’ αεροπορίας ή στρατιωτίνες. Κι ήρθει μια παρέα απ’ τη Κλειού, τ’ Ζαχαριάδη, κι πως τα κάν’ η […], και κρατούσι ένα δίσκου μι μπύρις κι τα κάν’ όλα λίμπα. Όλο μπύρα τα φορέματα, και σηκωθήκαν και φύγαν μετά. Αυτός ζήτ’σι συγνώμη αλλά […].

 

Σημαντικοί σταθμοί και γεγονότα στην επαγγελματική του ζωή ως μουσικός:

 

Αναγνωρίζει ως σημαντική στιγμή της επαγγελματικής ενασχόλησης με τη μουσική την πρώτη φορά που έπαιξε με την κομπανία του πατέρα του:

Έχου βγει σαν ακκορντεόν, στις ‘15 της Λαμπρής, κι από κει του αναγνουρίζου σα καριέρα μουσικού. Ναι, γιατί κιθάρα που έπαιζα πιο μπρουστά, ήμνα μικρός […]. Από τότι θεωρούσα ότι άρχισα να ασχολούμαι σοβαρά μι ντ’ μουσική. Στις ‘15 του Πάσχα. Ε, κι αυτό που ήταν, ήρθαν όλ’ οι μουσικάντις που ήταν τόσις μουσικές, απντν’ Αγιάσου, οι κουριφές τότις, αυτοί που ήταν αρχηγοί, κι είδαν λέει έναν νεαρό[…]. Τα ακουρντιόν ήταν ένα στου Μανταμάδου, για δυο, δε ξέρου, κι είπαν σντου πατέρα μ’ τα καλύτιρα λόγια, αυτό θυμάμαι.[…]. Τότι ήταν κάτ’, είχι κι τα καλά τ’, σι πρόσιχι ι κόσμους, ενώ τώρα έχ’ χουρτάσ’ του μάτ’ τ’ να βλέπ’ τηλιουράσεις. Τότι ήταν συγκινητικό, όταν έπιζις ένα όργανου κι του έπιζις κι καλά, είχι κι ανθρώπ’ κι σι θαυμάζαν, κι κουπιλιές […].

 

Από πού προμηθευόταν/προμηθεύεται μουσικά όργανα:

Ο Μ. Κυριακόγλου αναφέρθηκε σε ένα όργανο που έπαιζε ο παππούς του και το οποίο δε χρησιμοποιείται σήμερα:

Κι έπιζι κι ‘αρμόνικα’. Ένα είδους αρμόνιου που έχ’ κάτ’ φυσούνις, ήταν αρμόνιου καθιστό κι είχι φυσιρά απού κάτου. Όπως αυτοί που φυσάν κι κάνιν τσ’ κασμάδις σντου Μανταμάδου, τέτοιου πράγμα.[…]. Είνι ουρισμένα πράγματα που τα χάσαμι κι έπριπι να υπήρχαν γιατί αυτά είνι κειμήλια […].

 

Για τα όργανα που χρησιμοποιούσαν παλιά οι κομπανίες αλλά και για τις αλλαγές που έχουν επέλθει, ανέφερε:

[…] η μουσική της Λέσβου δεν ήταν ούτι λαούτα, ούτι ξέρου ιγώ. Εδώ ήταν πνευστά όργανα τύπου μπάντας, και μέσα είχαν το βιουλί, σαντούρ’, για ορισμένα κουμμάτια που έπρεπε να ξεκουραστούν οι άλλ’ που φυσούσαν. Βιολί, κλαρίνο, σαντούρ’, ήταν αυτοί που τραβούσαν πιο πουλύ του […], κι οι άλλ’ ήταν οι βοηθητικοί ας πούμι.[…]. Παίζαν [οι κομπανίες] τους καρσιλαμάδις τότι και τα άλλα, κι όταν κανείς μερακλής ήθελε να ακούσει ελαφρά μουσική, χαμηλών τόνων, έπιζι του σαντούρ’, του βιουλί, του κλαρίνου κι παίζανε κάτι τς’ εποχής, τα ελαφρά που λέμι. Οι άλλ’, τσ’ καρσιλαμάδις, τα συρτά και τα ζεϊμπέκικα, τα χορευτικά, παίζανε […]. Άκ’γις έναν όγκο από όργανα […]. Νομίζεις ότι του μπουζούκ’ έπιζι ζεϊμπέκικα; Το κλαρίνου έπιζι κι του βιουλί. Τα μπουζούκια εκείνη την εποχή δε φαινόταν. Ίσα για το κέφι τους παίζαν, κανένας ερασιτέχνης. Αυτό βάσταξε μέχρι του ‘55 και ’60, μέχρι το ‘60 γινόταν αυτή η δουλειά. Οπότε παρουσιαστήκαν τα μπουζούκια, τα μπουζούκια κάναν εντύπωσ’ στη νεολαία, και άρχισαν σιγά-σιγά να βάζιν μπουζουκάκ’ μες την ορχήστρα. Και το ακκορντεόν, το ακκορντεόν ήταν πιο νωρίς και ήταν κι αυτό που ήταν σε καυγά με το σαντούρι. Μέχρι εκείνον τον καιρό τα σαντούρια με τη συστολή και τη διαστολή που γινόταν, με τη ζέστη και το κρύο, αλλάζαν ντουζέν’ που λεν, αλλάζαν ακόρντο, κι αναγκάζαν τα όργανα να […], τραβούσαν λιγάκ’. Είχαν ανάλογους μηχανισμούς κι ακολουθούσαν το σαντούρι. Όταν ήρθε το ακορντεόν δε μπορούσε να κουρντιστεί, είνι ακούρντιστο. Έπρεπε να φύγ’ ένας απ’ τα δυο. Τώρα βέβαια συμβιώνουν, γιατί υπάρχιν σαντούρια που κρατούν ακόρντο. Πάντως συμβιώνουν αλλά οχ’ κι πουλύ, πρέπ’ να είνι καμιά συναυλία, κάτι προγραμματισμένο. Εκείνα τα χρόνια παίζαν μες τουν ήλιου, δε μπουρεί να γίν’ αυτό. Κι σι ορισμένις κουμπανίις φύγαν τα σαντούρια κι μείναν τα ακκορντεόν, οι σαντουριέρδις ήταν σντ’ καραντίνα. Και μάλιστα τους λέγαν: ‘Μπας και φέρνετε καμιά κομπανία με σαντούρια’; Άρχισαν δηλαδή μια αρνητική αυτή. Παρότι το σαντουράκ’ είνι όμουρφου. Όταν ήρθε το μπουζούκι, ακορντεόν, μπουζούκι, κιθάρα και ντραμς, τα πνευστά τελειώσανε. Κανέ κλαρίνο πήγαινε να αυτό και δε το θέλανε. ‘Α, δε βαριέσαι. Εμείς κάνουμε τη δουλειά μας’. Άρχισε του τραγούδ’. Ενώ πρώτα τα πνευστά παίζαν τσ’ καρσιλαμάδις κι του τραγούδ’ δεν ακουγόταν, αν τραγουδούσε κανένας, άρχισε τώρα το μεγάφωνο, το μπουζούκ’ κι του τραγούδ’. Πήραν δηλαδή τη θέση οι μπουζουκτσήδες και οι τραγουδιστές. Και χαλάσαν και όλ’ ντ’ παράδος’. Διότι οι καρσιλαμάδις είχαν μέσα ορισμένες […], λεγόταν, τρεις-τέσσερ’ς, μουσικά ακούσματα ας πούμι μέσα, τσ’ ουποίοι οι μάγκις, οι τραγουδιστές για να λιγουστέψιν του κείμινου πιο μπροστά, ο σκοπός για λόγους οικουνουμικούς, κόψαν από μέσα και ράψαν στα δικά τους μέτρα, και παίξαν τα’σ σύγχρουνις αυτές […].

 

Ο Μ. Κυριακόγλου για τα όργανα που κατά καιρούς είχε, ανέφερε:

Είχε βιουλί ο πατέρας μου, το οποίο δε λέει πολλά πράγματα, το ‘χω μονάχα για ενθύμιο. Είχα βρει ένα από κάποιον μουσικό, το πήρα και το έφτιαξα, το ‘χω στο ‘Μαγαζί’ [Το χώρο που μελετάει – Το πρώην μπακάλικο του παππού του]. Αγόρασα ένα απ’ τη Θεσσαλονίκη του οποίου έπαθι κι αυτό κάτ’. Του ξαναέφτιαξα αλλά δεν […]. Κι είνι κι αυτό που πήρα απ’ του Βέλγιου, αυτό του βιουλί, πήγα στου Βέλγιου κι λέγου τι να αγουράσου; Λέγου ας αγουράσου ένα βιουλί. Ε, όχ’ ότι είχι πουλύ πιο […], αλλά για να αγουράγσ’ ένα καλό θέλ’ ένα εκκατομύριο. Είχι ένα μαγαζί που στα ξένα έγραφι: ‘Το σπίτι του βιολιού’, αυτός είχι μέσα μεταχειρισμένα, έφτιαχνι ο ίδιος, καμιά φορά μπερδεύτηκαν, είχα πάει στο Βέλγιο με τη χορωδία τσ’ Μυτιλήν’ς. Μπερδεύτηκα αυτό, μ’ ένα άλλο βιολί, μ’ άρεσε αυτό κι νόμισα […]. Τούτου του πήρα 150.000 δρχ., μι δολάρια του πήρα. Κι αυτό μπέρδεψα τους αριθμούς και νόμιζα πως κάν’ 100.000 δρχ. Λέου τ’ αδιρφού μ’, αυτός ξέρ’ κάτ’ λίγα Εγγλέζικα, λέγου ιγώ θέλου αυτό κι σς είνι πιο φτηνό. Λοιπόν αυτός μι κοίταξι καλά, ήταν ένας λιπτός, μάλλον ήταν Ισπανός, με μια ουρίτσα, ένα νόστιμο παιδί. Με κοίταξε καλά κι γράφ’ αντί 100.000, 1.000.000! Αλλά ήταν πολύ ωραίο πράγμα! Το δοκίμαζε ένας που έπαιζε κλασσικό βιολί. Με ρώτησε αυτός: ‘Του βιουλί γιατί πράμα του θες; Τι θες να παίξ’σ’’. Λέου ιγώ είμι νησιώτσ’ κι θέλου να παίζου νησιώτικα […]’ Μου λέει θα πάρς’ αυτό του βιουλί. Είχι κάτ’ άλλα τα οποία ήταν για κλασσική μουσική, αυτό όμως που είχα δει το ακριβό, έκανι κι τσι δυο τσ’ δουλειές. Δεν είχα όμως ένα εκκατομύριο για να το αγοράσω και έτσ’ πήρα αυτό.

 

Τοπικές δράσεις:

Ο Μ. Κυριακόγλου έχει παίξει σε πλατείες, σε σπίτια, σε καφενεία, σε εξοχικά κέντρα, σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, σε χώρους εκδηλώσεων, σε λέσχες, σε εξωκλήσια, ενώ επισκέφτηκε όλα σχεδόν τα χωριά της Λέσβου:

Και εδώ μας φωνάζαν, και στο Μανταμάδο πολλές φορές, στη Σκαμιά, στη Κλειού. Αυτό τώρα που συζητάμε είναι το ‘50 με ’60, ύστερα κόπηκε αυτό. Στη Στύψη πηγαίναμε πολύ, στο Υψηλομέτωπο δεν έχω πάει πολύ, στη Στύψη όμως έχω δ’λέψ’ πουλύ. Ήταν τέτοιο το χωριό που ό,τι καλή δουλειά και να γινόταν πηγαίναμε, δηλαδή είχε και καλούς πελάτες. Παρότι ήταν αγρότες οι άνθρωποι, είχε καλούς πελάτες. Στη Στύψη και την Αγία Παρασκευή όλες τις καλές δουλειές, αρραβώνες, Αυστραλέζοι και […], πηγαίναμε εμείς, ήτανε καλή πελατεία. Αυτό γινόταν μέχρι το ’80, τώρα τα πράγματα χαλάσαν, αλλάξαν τα πράγματα […].

[…] Οι Μολβιάτες είνι γλιντζέδις, αλλά διαλέγαν μουσικές. Και σε γάμους πηγαίναμε και στα ‘Δελφίνια’ έχουμι παίξει στου Μόλβου. Πανηγύρ’ δε κάνειν στου Μόλυβου, δεν είνι πανηγυρτζήδις οι Μουλβιάτις, είνι του χορού και τσ’ διασκεδάσεως […]. Κάναν πανηγύρ’ μία φουρά, κάναν στο πανηγύρ’ της Θεοκτίστης, Δηλαδή μουνάχα του βόδ’ που σφάξαν, δε πήγι κανείς στα καφινεία να γίν’ πανηγύρ’. Αυτό του κάναν για τσ’ τουρίστις να παν να φαν ‘κισκέκ’. Ενώ εδώ γίντι μιγάλου πανηγύρ’ τσ’ Παναγίας.

 

Για τα πανηγύρια έχει αναφέρει:

Κάθε χωριό έχ’ κι μια εκκλησία, και κάθε εκκλησία και ένα πανηγύρι. Εδώ στην Κάπη έχουμε την Παναγία 15 Αυγούστου, και του Αγίου Γεωργίου, που λόγω του Πασχα γίνεται κι ένα σχετικό […]. Στη Κλειού κάνουν τσ’ Αγιάς Τριάδας, πολλές φορές πηγαίναμε και στην Καλλονή, γιατί εδώ στη Κλειού, τα καφινεία παίρναν άλλοτε άλλους [μουσικούς], πηγαίναμι σντ’ Καλλονή. Στ’ Σκαμιά είνι τσ’ Σαμαρίτιδος σαν μεθαύριο, κάνιν και κει πανηγύρ’, την ίδια μέρα είναι και το πανηγύρ’ των Αγίων Ακινδύνων που γίντι στα Μυστεγνά, εκεί τώρα ανακατέψαν και τα άλογα μέσα, αυτό είνι ένα ακόμα […]. Στην Αγιά Παρασκευή πολλές φουρές επειδή ήταν χουριό που δλεύαμι πουλύ, λέγαν θα ρθείτι να κάνιτι κι του πανηγύρ’του Ταύρου, και δε μπορούσαμι να αρνηθούμι, γιατί ήταν ανακατεμέν’ οι Επιτροπές, οι παπάδες και δε μπορούσαμε να πούμε όχ’, παρότι δε του θέλαμι πουλύ γιατί ήταν κουραστική δουλειά, αλλά […]. Στη Σκαμιά έχουν και τ’ Αγιού Γιωργιού, εμείς όμως έχουμι του δικό μας εδώ και δε πηγαίνουμι. Στου Μανταμάδο στις 15 της Λαμπρής που λέμι, εκεί πηγαίναμι σντ’ ‘Τσαντίρα’, που είνι η λέσχη τώρα των Αξιωματικών, εκεί ήταν του στέκ’ μας, η πελατεία μας. Άμα είχε τέτοια ζέστη, ήταν πάρα πολύ όμορφα. Μιτά πήγαμι σ’ έναν που […], απτ’ Κουπριτέλ’ απάνου βγαίνοντας στη πλατεία, Και στου Κουπριτέλ’ [το καφενείο] παίξαμι. Τα πιο καλά στου Μανταμάδου είνι τ’ Κουπριτέλ’, η ‘Τσαντίρα’, κι αυτό που είνι στ’ γουνία απάνου, ακριβώς στη γωνία, βγαίνοντας απ’ του Κοπριτέλλη, στη βεράντα απάνω. Αυτά τα τρία τα καφινεία όποιους έπιζι ήταν σίγουρη η πελατεία, αφήναν λιφτά, τα άλλα ήταν άμα ταίριαζι. Τουν τιλιυταίου κιρό ιμείς παίζαμι σι ένα απ’ τα τρία αυτά κι δουλεύαμι. Από τότις που κλείσαν αυτά τα μαγαζιά παίξαμι κι στα άλλα, αλλά δεν […], δε γίντι. Ου Μανταμάδους έπαιρνε 10 ουρχίστρις! μέσα στα καφινεία. Κάτου είχι καφινείου, πιο πέρα είχι καφινείου, πιο πέρα άλλου, πουλλά καφινεία! Κι ήταν κι μικρά, η ‘Τσαντίρα’ ήταν μιγάλου.

 

Το πανηγύρι του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο διαρκούσε τρεις μέρες:

Παίζαμι Σάββατο βράδ’, ξημερωνόμαστε. Την Κυριακή του μισμέρ’ ξαναπιάναμι, του προυί ερχόμασταν κι κοιμόμασταν κανέ δυό τρεις ώρες κι μιτά του μισμέρ’ ξανακοιμόμασταν κι μιτά έπριπι να ξαναφύγουμι τα ξημερώματα, κι ντ’ Διυτέρα του βράδ’ που διασκεδάζαν οι Μανταμαδιώτις, αρχίζαμι λιγάκ’ αργά, κατά τσ’ 11 η ώρα, και έτσ’ πάλι ξμιρουνόμαστι, τρεις βραδυές είχι ξινύχτ’. Ήταν απ’ τα πανηγύρια που έπριπι να κάν’ς μια βδουμάδα ξάπλα, όπους είνι τσ’ Αγιάς Παρασκιυής του ‘Ταύρου’. Πρέπ’ να κάθισι έναν μήνα να ξεκουράζισι, να πας ικεί κι να σ’ βγάλ’ν του λάδ’, αλλά παίρν’ς κι λιφτά. Στη Θερμή ήταν του Αγίου Κωσταντίνου. Τώρα ιμείς σχεδόν καθούμιστι, του ένα μας ξυνίζ’, του άλλου μας βρουμεί, κι έτσ’ σχεδόν καθούμιστι. Υπάρχιν μερικοί άνθρωποι μέσα σι κάθε χουριό, που δεν είνι κακοί οι άνθρωποι, αλλά ο τρόπος που διασκεδάζουν δε μας αρέσ’, ελατώσαμι τσι δλειές εμείς. Εν τω μεταξύ βγήκαν κι κάτ’ καινούριοι που δέχονται τσ’ συνθήκες αυτές, κι έτσ’ αναγκαστήκαμε να […].

 

Έπαιζε μουσική και στους γάμους:

Και πηγαίν’ τη νύφ’ στην εκκλησία μι τα όργανα. Μιτά την παν στου καφινείου κι διασκιδάζιν μέχρι τσ’ τρις η ώρα κι φεύγουν στου σπίτι τους, δεν έχ’ αντίγαμου. Τον Σμυρνιό παίζαμε, και τους δυο τους παίζουμε. Έναν όταν πηγαίνουμε την νύφ’ στην εκκλησία και τον άλλον όταν κατιβαίνιν απντν’ εκκλησία, όταν επιστρέφει. Είνι Μυτιληνιός αυτός [ο σκοπός], αυτόν παίζουμι όταν επιστρέφουμι του παντριμένου του ζιυγάρ’. Εδώ πηγαίνιν ντ’ νύφ’, ενώ σι άλλα χωριά πηγαίνιν ντουν γαμπρό. Ο γαμπρός περιμέν’ ντ’ νύφ’ στην εκκλησία, έχ’ φύγ’ μπρουστά κι πιριμέν’ ντ’ νύφ’. Προχτές πήγαμι στα Πάμφιλα κι η νύφ’ φύλαγι ντου γαμπρό στην εκκλησία. Κι μεις παίζαμι στουν γαμπρό κι πηγαίναμι στην εκκλησία.

 

Αυτοαξιολόγηση:

Κάπου 15 χρουνού έμαθα ακορντεόν, κι είχα και καλή […], τότις τα ακορντεόν ήταν λίγα κι ιγώ μιλέτ ‘σα κι […]. Σε 8-9 μήνες βγήκα έξω κι έπαιξα κι τότι μι θαυμάζαν μάλιστα οι μουσικοί της εποχής εκείνης, που ήμνα μικρός κι τότι λέγαν σντου πατέρα μ’ καλά λόγια να πούμι. Κι από τότε πήραμε τα μπρός σαν μουσικοί και μεις.

 

Ρεπερτόριο:

Για το ρεπερτόριο των σκοπών και των τραγουδιών που έπαιζε με την κομπανία του ο Μ. Κυριακόγλου, ανέφερε:

Κι όταν θέλαμι πάλι, παίζαμι σι κανένα χουρό, είτε Ευρωπαϊκά, είτε τανγκό, βάλς, έπαιζα βιουλί ιγώ κι ακκορντεόν η αδερφός μ’, κάναμι μια αλλαγή. Κι αυτό ήταν που εκείνα τα χρόνια είχι πέρασ’, για μας, ενώ οι άλλ’ παίζαν απ’ ντν’ αρχή παίζαν ένα χασαποσέρβικο κι αρχίζαν ζεϊμπέκικα κι αρχίζαν κι κλαίγαν ας πούμι συνέχεια, τα κλαψιάρικα αυτά. Κι αυτό μας κράτσει κάπου 20 χρόνια στη πρώτη γραμμή […]. Εμείς τώρα σπάνια να παίξουμι τανγκό κι βάλς, σι κανέ γάμου […].Τώρα μπήκι του ρεμπέτικου στη θέση του. Στη Λέσβου δε μπήκι κι καλά του ρεμπέτικου, παρά έγινι ‘σκυλορεμπέτικο’. Ενώ αν παρακολουθήσεις απ’ την τηλεόραση το ρεμπέτικο όπως το παίζουν τα ‘Παιδιά απ’ την Πάτρα’, η ‘Αθηναϊκή Κομπανία’, του έχουν ας πούμι […]. Ενώ εδώ παίζουν ένα πρόγραμμα μεικτό, από αυτές τ’ς ‘γύφτου’ που λέμι, από κει απ’ την Αθήνα, ένα μεικτό πρόγραμμα του οποίου δε μ’ αρέσ’. Αλλά θα έπρεπε να υπάρχ’ ένα σχήμα, αν θα ήταν ρεμπέτικο, που να είναι γνήσιο ρεμπέτικο. Παίζιν ρόλο τα μέσα που τα μεταδίδουν, οι τοπικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί είναι κι ο θάνατος τσ’ παράδοσης τσ’ Μυτιλήνς’, του πήραν στραβά του πράγμα. Δηλαδή ό,τι είναι μόδα, αυτό είναι μόδα. Τώρα θα ξαναεπανέλθει να πούμι, θα του ψάξουν, αλλά θα πρέπει να βρεθούν κι οι μουσικοί για να τα φτιάξιν τα πράγματα αυτά, να υπάρχει εμ’ του μιράκ’, εμ’ του […]. Κι δυστυχώς, χωρίς να θέλου να κατηγουρήσου τα πιδιά, πρώτα απ’ όλα δεν ακούν τους παλιούς, λέγ’ ‘αυτά ζητάει ο κόσμος’. Ό,τι του σερβίρεις, αυτά παίρνει. Πολλές φορές και με τους δικούς μου τους λέω, ‘ρε παιδιά άντε να μάθουμε τίποτα να παίζουμε ένα οργανικό, από αυτά που παίζ’ ο Θεοδωράκ’ς, ο Χατζηδάκ’ς, να κάνουμι τρία-τέσσερα, μια σειρά που να είνι να ξιφεύγιν απ’ αυτή την κατάστασ’. Αλλά κι ποιος θα το ακούει μες την Κάπ’; Φεύγω κι γω στην μπάντα, τι να τους πω; […].

[…] Του πρόγραμμα έχ’ δυσκουλίις, πρέπ’ να μιλιτίγς’, να δεθείς, έχ’ δυσκουλίις. Ιμείς κάθι μέρα παίζαμι τότις, κάναμι προυγράμματα. Από δω θα αρχίσουμι, τι οργανικά θα βάλουμι, τι τραγούδια τσ’ επουχής θα βάλουμι, πως θα αρχίσουμι του πρόγραμμα, τανγκό-βάλς, έκανα προγράμματα. Τα έχω γραμμένα κι μαζί με τους άλλους τα μελετούσαμι, τώρα αυτά όλα ξιχαστήκαν. Ιγώ δε τα ξέχασα, γιατί τα έφτιαξα, οι άλλ’ όμως τα ξεχάσαν. Και πρέπ’ να μαθαίνς’ τραγούδια που τα ακούν απντ’ τηλιόρασ’. Πουλλές φουρές τα έχου μάθ’ κι δε προυλαβαίνου να τα παίξου, έχ’ πιράσ’ η μόδα τους. Ενώ έχ’ τραγούδια παλιά που τα παίζω από κείνα τα χρόνια και ακόμα τα παίζω, τα γυρεύιν δηλαδή κι τα χουρεύιν […].

[…] [Στις Λέσχες] στην αρχή, όταν πρόκειταν για τέτοιες δουλειές, απαγορευόταν τα λαϊκά μέσα, τελείως, σε τέτοιες δουλειές, ή του πουλύ-πουλύ να βάζαν μέσα κανένα αρχοντορεμπέτικου, εκείνης της εποχής: ‘Άρχισαν τα όργανα’, του Μαρούδα τα τραγούδια και τα λοιπά. Κάτι: ‘Γιατί στα μάτια με κοιτάς’, που ήταν […], απαγορευόταν δηλαδή αυτά τα κλαψιάρικα καλά-καλά. Ήθελαν τανγκό, βάλς, συρτό, καρσιλαμά, βάζαν μέσα. Πουλές φουρές βάζαν ζεϊμπέκικο, παλιό παραδοσιακό, όπως το ‘Αϊβαλιώτικο’ και τέτοια, έχ’ κι άλλα τέτοια. Κι τσ’ μικρές τσ’ ώρις κάτ’ τέτοια αρχοντορεμπέτικα. Τραγουδούσαμι ιμείς πια, είχαμι μικρόφουνα πια κι τραγουδούσαμι, ιγώ κι ι αδιρφός μ’. Όλο το ρεπερτόριο αυτό που παίζαμε το τραγουδούσαμε κιόλας, ‘Ήρθες σαν την Άνοιξη και μου ‘φερες αυτό που καρτερούσα’, όλα αυτά τα τραγουδούσαμε κιόλας. Άμα δεις στου ‘μαγαζί’, που μελετώ, όλα αυτά τα έχω σε παρτιτούρες, στα ράφια, κρατάω ορισμένα πράγματα. Έψαξα μια φορά να συμπληρώσω το ρεπερτόριο από τέτοια παλιά κι στου Μουναστηράκ’ τα δίνανε 1000 δραχμές το ένα φυλάδιο. Θέλω να πάω μια μέρα στην Καλλονή, υπάρχ’ κάποιους Γανώσης, αυτός έχ’ ρεπερτόριο τέτοιο. Λοιπόν πήγα να αγουράσου κι τα βρήκα ένα χλιάρκου. Ιγώ τότις τα αγόραζα 30 δραχμές, τα οποία ήταν πάρα πολύ καλά γραμμένα, σαν πρώτου κείμινου. Τώρα ο μόνος που σώζονται μερικά φυλλάδια είνι ο Γαϊτάνος, στη Στοά Αρσακίου. Χρησιμοποιούν δε κάτι άλμπουμ με πολλά τραγούδια μέσα τα οποία δεν είνι καθόλ’ καλά γραμμένα. Δηλαδή πολλές φορές αν δεν έχς’ ακούσ’ το δίσκο μπορείς να πέσεις και έξω. Φυλλάδια βγάλαν μέχρι τουν Λουίζου, τουν Κατσαρό, τουν Ζαμπέτα. Από κει και πέρα τώρα χρησιμοποιούν τα άλμπουμ, τα οποία τα γράφιν οι πιανίστες, δε ξέρου γιατί, αλλά πουλλές φουρές μέσα είνι κακουγραμμένα. Και θέλω να πάω στο Γανώση να φωτοτυπήσω κανένα, για να συμπληρώσω κανένα που τα ξέρω βέβαια, αλλά δεν έχω τα […].

[…] Κοίταξε. Ο καρσιλαμάς ήταν αυτός που έδινι ευθυμία. Κι τώρα ακόμα, άμα υπάρχιν άνθρωποι που χουρεύιν καρσιλαμά […], τον καρσιλαμά εδώ που τον λανσάρουν στα χορευτικά δε τουν χουρεύν’ καλά. Ο καρσιλαμάς χορεύεται ή δυο άτομα, ένας άντρας και μια γυναίκα αντικρυστά ή και τέσσερα, δυο γυναίκες και δυο άντρες, για λόγους παρέας ας πούμι. Ή κυκλικός που είνι του ‘Πιγκί’ που λέμι, παλιά του λέγαν ‘αλέμ χαβασί’, ήταν Τούρκικη λέξ’ που λέμι, όλ’ μαζί, τσι του χουρεύαν στου τέλους. Όταν χουρεύαν του ζιυγάρ’, συνίθως χορεύαν ζιυγάρια. Προπαντώς όταν γινόταν αρραβώνα, χόρευε ο γαμπρός και η νύφη, βάζαν και τα μαντήλια σταυρωτά, ο πεθερός και η πεθερά, για να φανεί ότι έγινε […]. Κι πουλλές φουρές κι δυο φίλοι μι τσ’ γυναίκις ντουν, πάλι με σταυρό μαντήλ’. Κι ιγώ του θέλου αυτό, γιατί ντρέπουμι να χουρέψου, αν θα χουρέψου καμιά φουρά. Να είνι κι άλλ’ μέσα για να μην αισθάνομαι κι άσχημα, του κάναν πουλλοί αυτό. Οι καρσιλαμάδις ήταν αυτοί που φέρναν ευθυμία, τα ζεϊμπέκικα τα χορεύαν τότις αυστηρά οι άντρες. Εδώ όμως στο χωριό μας δε χορεύανε ζεϊμπέκικο [οι γυναίκες]. Τώρα πια του πήραν έτσ’, κι του χουρεύν’ κι του μάγκικου. Γιατί δε του χουρεύαν του ζεϊμπέκικου οι παλιοί, όπως του χουρεύν’ τώρα, χουρεύαν αλλιώς, γονατίζαν κάτου, κάναν εφελίκια.[…]. Ή και του Αϊδίνικου εκείνου του […],. που λέγαν, ‘τσ’ καρέκλας’ τώρα […]. Είχι κι άλλα τέτοια, αυτό απ’ τη Μακεδονία του λεν του ‘Έντεκα’, τέτοιου τύπου το χορεύαν κι εδώ, αλλά εδώ το χορεύαν πιο κουνιστά, κι του χουρεύαν κι οι γυναίκες. Κι όταν χουρεύαν οι γυναίκις κι ο άντρας, πέρναγι να πούμι η αυτήν, χόρευε κι ο άντρας δυο ζεϊμπέκικα, να κάν’ του […], η γυναίκα ή του χτύπαγε παλαμάκια ή κάθιζι στου τραπέζ’. Μιτά χουρεύαν χασαποσέρβικο, γρήγορο δηλαδή, άμα έπιζις αυτό σήμαινε ότι τελειώνει ο χορός. Βάζαν κι κανέ καλαματιανό […].

[…] Οι συνθέτες, όλα αυτά τα Σμυρνέικα τραγούδια που λανσέρνουν τώρα, αυτά τα έχουμι ιμείς μες τα αυτιά μας. Κι τώρα τα πήραν κι τα κάνιν κι γίνιτι χαμός. Αυτά τα τραγούδια […], κάποτε ήταν δυο νεαρές κι λέει μια κουπιλίτσα: ‘Μήπως ξέρετε να μας παίξετε θα σπάσω κούπες’, ήταν στου Μόλ’βου. Κι λέει ένας νεαρός: ‘Α, που να του ξέριν αυτό!’. Δηλαδή ότι εκείνος του νόμ’σι ότι του τραγδούσι η Αρβανιτάκη και είνι τσ’ Αρβανιτάκης προνόμιου, ποιός ξέρ’ από που του είχι ξετρυπωμένου. Ενώ εμείς το ’λιγει, ι Μιλτιάδης του τραγουδούσι αυτό, κι του άκγα που του τραγουδούσι να πούμι. Αυτός που να ξέρ’ ότι του ήξιρα, κι δε του θμούμνα να του παίξου. Μ’ έκανι εντύπουσ’ που λέγ’ ‘Α, που να του ξέριν αυτοί’. Δηλαδή είνι γέρ’ μι λίγα λόγια για να ξέρν’ τσ’ Αρβανιτάκ’ του τραγούδ’, ενώ δεν είνι τσ’ Αρβανιτάκ’ του τραγούδ’. Πήραν δηλαδή τη δικιά μας τη μουσική από δω, απ’ τη Σμύρνη που είχαμι μιγάλ’ επικοινωνία, οι παλιοί οι μουσικάντις τα παίζαν. Παλιά είχα μάθ’ ορισμένα, είχα απορίψ’ κι ορισμένα, άκ’γα έτς’ που τα παίζαν οι άλλ’ κι λέγου ‘δε βαριέσαι, τώρα’. Εμείς μαθαίναμι τότις Μαρούδα, Γούναρη, που ήταν ελαφρύ, κι μαθαίναμι κι τα απαραίτητα, τσ’ καρσιλαμάδις κι τα ζεϊμπέκικα, δηλαδή σαν αγκαρία τα μαθαίναμι, μιτά ξαναβγήκαν πάλι στου αυτό, κι τώρα έρχουντι κι ζητάν οι νεαροί τσ’ καρσιλαμάδις. Στην Αγιά Παρασκευή δε μουνάχα, κρατούσαν πολύ ντ’ παράδοση κι ακόμα οι καρσιλαμάδες που μείνανε, ήταν η αιτία η Αγία Παρασκευή, τα γυρεύαν εκεί πέρα κι αναγκαζόμαστε να τα παίζουμι στου […]. Ιγώ μια φουρά δεν ήξιρα έναν καρσιλαμά ‘Δυό ψαράκια μελανούρια’, κι ήταν ένας χασάπς’ εκεί πέρα, ακόμα ντου βλέπου, έχ’ ένα χασαπιό σντ’ πλατεία, Γρηγόρς’ ντου λέν. Ήρθει λοιπόν κι ζήταγι ‘Δυο ψαράκια μελανούρια’, αρχίσαμι λοιπόν απ’ τσ’ έξ’ η ώρα μέχρι τσ’ εννιά η ώρα κι παίζαμι ‘Δυο ψαράκια μελανούρια’. Οπότι ιγώ του έμαθα νιρό! Δε του ήξιρα, του παίζαν οι άλλ’, σιγά-σιγά του έμαθα απ’ έξου. Κι αυτοί κρατήσαν έτσ’ ορισμένα, κι κάτ’ άλλοι παραδοσιακοί μουσικοί που παίζαν κλαρίνα, τα κρατήσανε, όπως κι εγώ κράτ’σα αυτά που μ’ αρέσαν αυτή την εποχή […].

 

Για την Ευρωπαϊκή μουσική κι τις αλλαγές στο ρεπερτόριο ανέφερε:

Μιτά λιγουστέψανε λιγάκ’ τσ’ καρσιλαμάδις κι βάλαν ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Να βλέπς’ στη Στύψη αυτούς τους μουστακαλίδες που βλέπς’ τώρα εσύ, και να χορεύιν τανγκό και βάλς και να τους πηγαίν’ καπνός. Ε, δεν ξέρω πως μαθαίναν τόσο γρήγορα, μέχρι ράσπα χορεύαν. Εγώ θυμάμαι τη γυναίκα μου να χορεύει, που ήταν μικρό κοριτσάκ’ ράσπα, σάμπα, ράσπα. Του βάλς κι του τανγκό φαίντι πους πιράσαν χουρουδιδάσκαλοι κι του διδάξαν, γιατί χορεύαν ωραία. Μετά, θυμάμαι από ιστορία παλιά ότι ήρθε ένας χοροδιδάσκαλος, και πηγαίναν οι κουπέλις ακρυφά κι μαθαίναν χουρό. Απαγορευόταν, να σε πάρ’ χαμπάρ’ ο πατέρας ότι πας κι σ’ αγκαλιάζ’ ο χοροδιδάσκαλος, κάηκες. Κι είχα μια γιαγιά, του παππού μ’ που έπιζι ντ’ κουρνέτα η γυναίκα, η οποία πήδαγι τη μάντρα κι έκανι […], μάθινι χουρό. Κι μάθαιναν κι έναν χουρό που ήταν του βάλς ‘μαζούρκα’ του λέγαν. Μιτά χουρεύαν καλαματιανό και το γυρίζαν στα Ευρωπαϊκά, βάλς, τανγκό, ρούμπα. Η ρούμπα επικράτησε πολύ εδώ πέρα, τη χορεύαν πάρα πολύ. Επειδή τότις ι μουντέρνους χουρός ήταν η ρούμπα, που άρχισα να παίζω ακορντεόν […]. Είχι καφινεία που δε πηγαίναν οι άλλ’, οι ας τους πούμι ‘αγρίκους’, από φυσικής πλευράς. Πηγαίναν οι καλές οι παρέες, που πήγαιναν […], γυναικόκοσμο, είχι κι άλλ’, που πηγαίναν έτσ’ μέσα στα καφινεία, κι χουρεύαν ζεϊμπέκικα, κλαψιάρικα. Τα πρώτα τραγούδια τα μουντέρνα που τα χουρεύαν ιδώ ήταν η σάμπα, η ράσπα και η ρούμπα. Μια φουρά στου πανηγύρ’ μας, χουρεύαν οι κουπιλίτσις οι μικρές, αυτό του τραγούδ’ που είχι βγάλ’ ο Μουζάκης ‘Αυτόν τον καινούριο χορό, στιγμή να σταθώ δε μπορώ’, αυτό επικράτ ‘σει, του παίζαν όλες σχεδόν οι μουσικές, η ράσπα ήταν Μεξικάνκου, σι έξ’ όγδοα ρυθμός ήταν. Αυτά τα χουρεύαν κάτι κουριτσάκια που τα είχαν μάθ’, κι οι πατεράδες τους που θέλαν να τα […], κι τα παραγγέλναν στη μουσική, ύστιρα τα χουρεύαν όμως κι οι μιγάλις. Στους χορούς που πηγαίναμι στου Πλουμάρ’, τα παίζαμι ιμείς κι τα χουρεύαν, και γυναίκες και άντρες. Την πρώτ’ δε ντ’ ‘γιάνγκα’, ντ’ παίξαμι ιμείς. Ντν’ είχι φέρ’ ένας Πλουμαρίτς’ φοιτητής σι έναν δίσκου.

 

Για τους σκοπούς και τα τραγούδια που παίζανε στους γάμους, ανέφερε:

Ναι, έχουν λόγια, στο ‘Σμυρνιό’ δεν τα ξέρου τα λόγια. Είχι Ελληνικά λόγια, τα τραγουδούσαν και τα ξέραν και οι γυναίκες, κυρίως την ώρα που στολίζαν τη νύφ’. Και το άλλο είναι Μυτιληνιό που λέει για τον γαμπρό και τον κουμπάρο, και λέει για όλα ας πούμε.[…], τετράστιχα, αυτό το συνιθίζουν ακόμα και το λεν. Το προηγούμενο όμως, το παλιό, το τραγουδούσαν κάτι παλιές γυναίκες, το οποίο έχει ξεχαστεί. Μόνο στα Παράκοιλα του λεν ακόμα, έχ’ μείν’ κι του τραγουδάν στα Παράκοιλα. Και μέσα λέει για μια Σμυρνιά, γιαυτό λέγεται και ‘Σμυρνιό’. Πηγαίναμε να παίξουμι σι κανέ γάμου […], ιγώ σντν’ αρχή δε τα ήθιλα κιόλας αυτά να τα μάθου, ‘Όχ’ καημένους’, ήλιγα τ’ πατέρα μ’, ‘τι μι μαθαίν’ς τώρα’, ‘Ε, αφού θα πάμι σι γάμου κι πρέπ’ να τα μάθουμι’, μ’ έλιγι αυτός. Ε, ήταν νεολαία βλέπ’ς κι τώρα τα ίδια […]. Μετά ναι, τα βλέπ’ς αλλιώς, τα αγαπήσαμι κι μεις, γιατί τότις ι κόσμους πήγινει σντν’ εκκλησία, έκανι πιδιά, έκανι οικουγένεια, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, ήταν κάτ’ το ιερό. Αν τα κρίνουμι κι μουσικώς, αν τα κάνουμι κι μια ανάλυσ’, βλέπουμι ότι έχουν μέσα μελωδίες σουστές κι ξέρου ιγώ, δεν είνι άρπα κόλλα που λέμι. Η δική μας η μουσική είνι σπουδή, οι δικοί μας οι καρσιλαμάδες και οι σκοποί είνι σπουδή, για έναν οργανουπαίχτ’, διότι έχ’ μέσα γυρίσματα. Τώρα μια εισαγωγή και ένα τετράστιχο να πούμι έχ’ μέσα τόσα γυρίσματα! Ήταν η έντεχνη λαϊκή μουσική της εποχής, κι από κει πέρα, ακόμα κι ι Θεοδωράκδις κι ι Χατζηδάκδις, από κει πέρα […]. Ήταν η Σμύρνη και η Πόλη, και οι δυο είχαν μουσικοί που πήραν την παράδοση και ήταν και μουσικοί που διαβάζαν παρτιτούρες και φτιάξαν κάτι ανάλογο, δεν είνι φτιαγμένου σα ντουν Ναξιώτ’ που φτιάχν’ ένα δίστιχου κι κουλλάει έναν σκουπό. Εκείνοι τα κανονίσαν με μουσικούς κανόνες, αυτοί, οι Σμυρνιοί, υποθέτω ότι βρήκαν τέτοια ακούσματα και τα φτιάξανε, υπήρχε και το άκουσμα, πήραν και από τη Βυζαντινή παράδοση. Βλέπου τώρα τσ’ Τούρκοι, εκεί είνι Ευρουπαϊκές παρτιτούρις, κι διαβάζουν μέσα, κι στν’ ουσία βγαίν’ Βυζαντινός ήχος, γιατί αυτοί ξέρουν. Τις παρτιτούρες τις στολίζουν από κάτω με διάφορα αυτά […], σύμβολα […], το ρυθμό ας πούμι, κι έχ’ από κάτω Βυζαντινά στοιχεία για να βγάζεις τον ήχο όπως θέλεις.

 

Για τους παλιούς μουσικούς που τραγουδούσαν και στα Τούρκικα, ανέφερε:

Βεβαίως, ξέραν. Έναν Παπαντή που σ’ λέγου, αυτός ήξιρι κι Τούρκικα κι λέγαν, κι οι Μουμτζήδις ξέραν. Όπως ακούς τώρα, άμα βάλς’ έναν Τούρκικο σταθμό, Βυζαντινά, καλής ποιότητος Τούρκικα τραγούδια. Κι παίζαν πουλλά, πάρα πουλλά, είχαν ρεπερτόριο μιγάλου, κι ου Παπαντής ήξιρι Τούρκικα. Σαρκιά τα λέγαν τότι, του σαρκί είνι κάτι μι ρυθμό, κανουνικά, έχει λόγια, με διαφορά ότι είναι σαν ψαλμωδία. Χρησιμοποιούσαν οι Τούρκ’ ένα είδος τρία τέταρτα, πουλύ του χρησιμοποιούσαν το ύφος αυτό, όπως ντ’ ‘Μανώλια’, κι κάτι άλλα αλέγκρα που τα λέγαν, σα χασαποσέρβικα, τα οποία είχαν ένα άλλο […]. Αυτοί αρχίζαν απ’ ένα αργό, βάζαν ένα πιο μέτριο μετά, δηλαδή αυτά ήταν συνδεδεμένα, όπως κάνουμι ιμείς ένα ποτ-πουρί, κι φρουντίζουμι να βάλουμι ένα πιο αργό κι μιτά ένα πιο γρήγουρου. Αυτοί τά ‘χαν συνδεδεμένα, από άλλους μουσικούς που τα είχαν ταξινομιμένα, κι τιλιευταία καταλήγιν σι ένα γρήγουρου, αλέγκρου, για να δώσιν ευθυμία. Αλλά του πρώτου του τραγούδ’ που αρχίζαν να παίξιν είχι ρουμαντική αυτή […]. Αυτά ακούγανι τότις, κι τα ακούγανι κι οι Έλληνες που ήρθαν απ’ την Ανατολή, όταν φύγαν οι Τούρκοι από δω πέρας, όλοι αυτοί οι Μικρασιάτες που ήρθαν, τα ακούγαν αυτά τα πράγματα, βάζαν τσ’ Μουμτζήδις κι τα παίζαν. Μια φουρά πήγαμι στ’ Σ’καμιά, είχι κι κεί πέρας ανατουλίτις, ξμηρουθήκαν, πηγαίναμι στα σπίτια τους κι λέγαν να τους παίξουμι του τάδι ‘σαρκί’. Αυτοί τα ξέραν κι τα ονόματά τους: ‘Του τάδε σαρκί παίξε μας Κουσταντή’, έτσ’ λέγαν ντου βιουλίστα. Ταξίμια εκεί πέρας κάναν […]. Τον Παπαδόπουλο ντου Μουμτζή, που έπιζι βιουλί κι κλαρίνου μαζί, κάναν ταξίμ’, πέφταν στου τραγούδ’μιτά κι λέγαν Τούρκικα λόγια μαζί. Μόνο ο πατέρας μ’ δεν ήξιρι Τούρκικα. Ο πατέρας μ’ δε τα […], δεν τα ήθιλι να τα μάθ’, κι μάλιστα θύμουνι κιόλας, ο πατέρας μ’ ήταν ‘Ευρωπαϊστας’. Αλλά παράλληλα κι οι Μουμτζήδις παίζαν τανγκό κι τα άλλα, τα βάλς, τα παίζαν. Ο παππούς μ’ έπιζι Τούρκικα […], είχι διαφορές μι ντου πατέρα τ’, ιδεολογικές διαφορές, ο πάππους μ’ ήταν μιρακλής κι παραδοσιακός, ου πατέρας μ’ ήταν ‘Ευρωπαϊστας’, δεν ήθιλι να ακούσ’[…]. Κι αυτοί τσ’ καρσιλαμάδις που έμαθι, τσ’ έμαθι θέλοντας και μη! Κι μιτά τσ’ έδξι κι σι μένα, γιατί χουρεύαν ιδώ η κόσμους τέτοια πράγματα.

 

Αμοιβή:

O Μ. Κυριακόγλου σχετικά με την αμοιβή των μουσικών τους τρόπους πληρωμής τους και τον καταμερισμό των χρημάτων μεταξύ τους, ανέφερε:

Ήταν απουκουπή, ας πούμι, παίζαμι απ’ τσ’ ιννιά μέχρι τρείς η ώρα, και παίρναμι τόσα […], τώρα σχεδόν οι γάμ’ όλ’ είνι μι αποκοπή. Ο γαμπρός τα κανονίζει, πληρώνει ένα μέρος, πουλλές φουρές έχ’ τσι μερικά λεφτά [‘χαρτούρα’] […]. Αυτό που μ’ ανάγκασι να θέλου να φύγου απ’ του πανηγύρ’, δε μ’ άρισει του πανηγύρ’ για τουν εξής λόγου: Υπήρχαν πανηγύρια που γινόταν ωραία, τύπου ας πούμι χορού, διασκέδασης, είχι κι πανηγύρια τα οποία ήταν βασανιστικά, σ’κώντιν απάνου δυο νεαροί και χουρεύουν, χορεύουν, χωρίς να […], βάλε κι αυτό, βάλι κι τ’ άλλου […]. Πληρώνουν [‘χαρτούρα’], αλλά τι να του κάνς’που πληρώνουν, του μπαχτσίσ’ είνι κακό αυτό, κακό για τη μουσική. Δηλαδή να σκώνισι κι να πιτάς ένα πιντουχίλιαρου, κι να λες ιγώ πληρώνου κι ιγώ κανου, κι δε ξέρου, είνι κακός σύμβουλους. Στο πανηγύρ’ πηγαίν’ ούλους ι κόσμους να χουρέψ’ κι να διασκιδάσ’, όταν εσύ λοιπόν σι μια πλατεία όπως του χωριού μας σηκωθείς απάνου […]. Είμι αγανακτησμένους από αυτά τα πράγματα, δε τα βλέπου μι καλό μάτ’, οι άλλ’ τα βλέπουν μι καλό ματ’, λένι: ‘Τσακώσαμι τουν άλλουν κι πήραμι 1000 δραχμές ξέρου ιγώ’, που του χλιάρκου εκείνη την εποχή ήταν να του πάρ’ όλ’ η κομπανία. Ιγώ δε του έκανα κι γιαυτό αναγκάζουμνα να ξεφύγου απ’ αυτήν ντ’ κατάστασ’ κι να πηγαίνου εκεί που ήθιλα να ξέρου τι θα παίξου κι τι θα πάρου, αλλά τώρα ξαναήρθε αυτή η κατάστασ’ μι άλ’ μουρφή […]. Πάλι ορισμέν’ άνθρωποι που θέλουν κάπου να ξεσπάσουν έρχονται και τα βάζουν με τους μουσικούς, ιγώ σε πληρώνω, ιγώ σι κάνου, τους λέω ρε παιδί καθίστι κάτου! Χουρεύιτι έναν-δυο-τρις-δέκα, καθίστι κάτου! Κι έρχιτι ι άλλους και μου φωνάζ’: ‘Ε, τι θα γίν’; Θα χουρέψου;’, δε του λεν σ’ αυτούς, σι σένα του λεν, κι έτσ’ αρχίζ’ η φασαρία. Πρέπ’ κάπουτι απ’ ντ’ μουσική να κουπεί του μπαχτσίσ’ αυτό, να παγαίνς’ σι ένα μαγαζί, να κάνς’ ένα πρόγραμμα […], αυτό θα κουπεί όταν φύγουμι ιμείς, δηλαδή οι μουσικάντις τσ’ δικής μας σειράς, οι νεαροί δε τα δέχονται αυτά, ιγώ δε τα θέλου καθόλ’. Οι άλλ’ μπουρεί να τα γουστάριν, αλλά ιγώ δε τα θέλου καθόλ’, δε μπουρεί να έρχιτι να μι δεσμεύ’ ι καθένας, πουλλές φουρές γυρεύ’ πράγματα που δε τα θέλου ιγώ κι αναγκάζουμι να τα παίξου, να μη τα θ’μάμι κιόλας κι να τσαλαπατώ φουνές. Κι λέει δε του ξέρς’ κι ξέρου ιγώ […], κι έτσ’ δε του θέλου αυτό το είδος του πανηγυριού. Ο κόσμος άρχισε να ανεβαίν’, να διασκεδάζ’ όμορφα, κι ιμείς τουλάχιστον τις πιο πολλές δουλειές που κάνουμε το χρόνο, δουλεύουμε έτσ’, μι αποκοπή. Μας λέγαν πόσα θέλτι να ‘ρθίτι να παίξτι […]

[…] μέχρι κι του ‘80 εκεί, μέχρι ντ’ μιταπουλίτιυσ’, τότι αρχίσαν να αγριεύουν τα πράγματα […], αλλά τώρα που αφήν’ μέχρι τσ’ αυγές τσι τσ’ δέκα η ώρα, προχτές παίζαμε στην Αγία Παρασκευή μέχρι τσ’ δέκα του μισμέρ’, ξημέρουσι κι δε μπορούσαμι να φύγουμι, κουραστήκαμι πια, δε σε αφήνουν, αγριεύουν. Τίπουτα δεν είναι να φας και καμιά […].

[…] Αυτό του κάν’ς σι ένα κέντρου μέσα, που είνι ο καθένας με την αξία του και ξέρου ιγώ. Συγκεντρωνόμασταν 4-5 άτομα να πάμε να παίξουμε, εκεί οι τύχες ήταν ενωμένες να πούμε, δε μπορείς να το κάνεις αυτό εδώ στα χωριά. Αλλού του κάνιν, στην Αθήνα δηλαδή καθένας συμφωνεί του μιρουκάματου τ’, γιατί πληρών’ ο [….]. Ενώ ιμείς είμαστι τέσσερα άτομα που παίρνιν εξ’ ίσου, μόνου αν παίρναν κανέναν αρχάριου του δίναν ένα μέρος [λιγότερα] εκεί πέρα, ιγώ δε του θεωρούσα τόσου καλό αυτό […]. Και μεις πουλλές φουρές τέτοιου είδους, παίρναμι λιφτά. Π.χ. μας φουνάζαν [ο καφετζής] στουν Πολυχνίτου, λέγαμι, είνι μακρυά. Δώσε μας τις μετακινήσεις μας και τα έξοδά μας για να ‘ρθούμε. Μεροκάματο όμως να μας δώσ’ όχ’.

 

Κρίσεις για άλλους μουσικούς:

Για τον μουσικό και γνωστό δάσκαλο της μουσικής Κλεάνθη Μυρογιάννη που διέμενε στη Μυτιλήνη, για τον μουσικό Χαράλαμπο Γιάννου, καθώς και για άλλους μουσικούς, ανέφερε:

Και ευρωπαϊκά, ό,τι είδους μουσική ήθελες έπαιζε, από ταξίμια, μέχρι Ευρωπαϊκά, ήταν πολύ τιχνίτς’ όπως λεν, δεν τουν έφταξα […]. Εκεί έμαθε ο πατέρας μου με ακόμα έναν Μανταμαδιώτ’ που λεγόταν Χαράλαμπος Γιάννου, είχι την ίδια ηλικία, μαθαίναν βιολί. Ο Χαράλαμπος ο Γιάννου έμινι στ’ Μυτιλήν’, βοηθός του Μυρογιάννη και προόδεψε πάρα πολύ αυτός, με τη διαφορά ότι έμεινι στν’ αφάνεια. Ήταν του καλύτερο βιολί τσ’ Μυτιλήνς’, κι άμα ρωτήγς’ τώρα λίγ’ τον θυμώνται, ο οποίος ήταν από τον Μανταμάδο, από οικογένεια μουσικών […]. Ο Μυρογιάνν’ς είνι κι συνθέτ’ς, κι αυτός δε ξέρου άμα είνι συγγενής μ’ αυτοί που είνι στν’ Αθήνα. Ο Γιώργος ο Μυρογιάνν’ς ήταν μιγάλους πιανίστας […]. Του βόρειου τμήμα, ιμείς, οι Μανταμαδιώτες και οι Καπιώτες μουσικοί, βοηθούσαμε ο ένας τον άλλον, γι’ αυτό τους αγαπώ τους Μανταμαδιώτες. Οι άλλ’ ήταν όλ’, σι βλέπαν δηλαδή […]. Όταν δεν είχαν αυτοί όργανα κατιβαίναμι ιμείς κι τους βοηθούσαμι. Πολλές φουρές κατέφκαμι μ’ αυτόν τον Θεόφραστου που λέμι, κι πήγα στου Μπαλτζίκ’[Ν. Κυδωνίες], δεν είχι όργανα, ακκορντεόν, κι πήγαμι πουλλές φουρές, δεν έλεγα ιγώ άσ’ τουν να μην πάει και να χάσ’ τη δουλειά, ενώ οι άλλ’ του κάναν, του ίδιου κάναν και στν’ Αθήνα […].

[…] Κάποιους από δω που πήγι στην Αθήνα, αυτός έφτασι σι μιγάλα σκαλιά, Εύανδρος Παπαδόπουλος λέγιτι, γιός των ‘Μουμτζήδων’, κι έχ’ φτάσ’ μέχρι Θεοδωράκ’, Χατζηδάκ’, Ξαρχάκου, κι άλλους, γιατί ήταν τότι του μόνου ντραμς που έπιζι λαϊκά, έπιζι ζιϊμπέκικα, καρσιλαμάδις κι χρειαζόταν τότις τέτοια πράγματα, κι ντου πήραν. Ο Μανώλης ου Χιώτ’ς […], κι έλιγι ότι από Μυτιληνιό δεν έχου δει βοήθεια, από όλους τους ξένους είδα, από Μυτιληνιό δεν είδα, που μπορούσε να βοηθήσ’, γιαυτό δεν έχουμι κι κανέναν στην Αθήνα, ψάξι να δεις. Ενώ οι Κρητικοί, πόσοι Κρητικοί δεν γίναν φίρμες, από τα πανηγύρια πήγαν κι γίναν φίρμις. Οι Ξυλούρηδες και οι Γαργανουράκηδες, αυτοί όλοι γυρίζαν στα πανηγύρια ή κάνου λάθους; Πανηγυρτζήδις ήταν σα κι μένα, σα κι ντουν άλλουν, ιμείς δεν έχουμι τίπουτα. Οι Ηπειρώτες πάλι, να ουρίστι, εκεί πέρα έχου μια πλακέτα που μ’ ντ’ δώσαν οι Ηπειρώτες, είμι απ’ τη Λέσβου κι μ’ δώσαν ντ’ πλακέτα οι Ηπειρώτες, οι Λέσβιοι μ’ δώσαν καμπόσις τύφλις. Όχ’ ότι […], δεν έχου παράπουνου απντ’ Λέσβου, γιατί γύρσα ούλα τα χουριά τσ’ κι πήρα λιφτά, αλλά ηθικά δεν στηρίξανε, να φτιάξουνε ένα καλό. Όχ’ μόνο δε το στηρίξαν, αλλά το σαμποτάραν κιόλας. Μόλις είδαν κάτ’ καλό, είπαν ‘θα αφήσουμε την Κάπ’ να πρωτοστατεί’; Η Κάπ’ δεν έχ’ τίπουτα του[…], είνι οι άνθρωποι που βρεθήκαν. Απντ’ Μυτιλήν’ έχου πικραθεί, γιατί δεν έχουν ευαισθητοποιηθεί οι άνθρωποι που πρέπ’, όχ’ ο λαός. Ο λαός έρχεται εκεί πέρα που πηγαίν’ς κι παίζεις, πότε σε αρέσ’ πότε δε σε αρέσ’, δε μπουρείς να πεις τίπουτα. Αλλά αυτοί που ξέρουν για τον κάθε μουσικό, θα πρέπ’ να φτιάξουν ένα σχήμα σαν ‘Εθνική Λέσβου’, ας πούμε. Να πηγαίνουν […], όπως οι άλλ’ που έρχονται απ’ τα ξένα μέρ’ κι αυτό […].

 

Για την κομπανία των «Παντελέληδων», καθώς και για άλλους μουσικούς, ανέφερε:

Είχι κι κει πέρα καλούς μουσικούς, Πλωμαρίτες, κι ήταν κι καλοί άνθρωποι, τα Παντηλέλλια. Οι καλοί άνθρωποι στ’ μουσικοί που να έχουν κι αυτή ντν’ ευαισθησία, ήταν τα Παντηλέλλια, και ο Διογένης ο Παντελέλλης. Ο Διογένης έπιζι κουρνέτα, ου άλλους που έπιζι τρουμπόν’, ήταν καλός άνθρουπους, κι ο Μανώλς’, ντου γνώρσα πουλύ λίγου, ήταν στην ηλικία τ’ πατέρα μ’, τσ’ άλλ’ τσ’ γνώρσα πιο πουλύ. Ου Γανώσης αυτός που είνι κι αυτός Πλουμαρίτης, γι’ αυτό κι υπουφέρ’, αυτόν μια ζουή φιλάσθενο ντουν έφταξα, τουν Παναγιώτ’ ντου Γανώση που είνι σντ’ Καλλουνή, είνι φιλάσθενος απ’ τσ’ ευαισθησίες τσ’ μουσικές που είχι, καρδιακός. Κι δοθήκαν πολλά απ’ αυτόν στη Λέσβο, και έχ’ βγάλ’ αξιόλογους μαθητές κι κανένας δεν ντουν θυμήθηκε ποτέ, να πει δυο κουβέντες για ντου Παναγιώτ’ ντου Γανώσ’! Του λέγου ιγώ κι του τονίζω, ήταν καλός δάσκαλους, καλός μουσικός, διάβαζι καλές νότις, καλός άνθρωπος κι κανείς δε βρέθηκε να πει μια καλή κουβέντα έτσ’ παραπάνου, ήταν ο πρώτος μουσικός που έγραφε. Τ’ έλεγες Παναγιώτ’ θέλω τον ‘Συρτό τον Αραβικό’, μπορείς να μ’ ντουν γράψ’ς; […].

[…] Και εδώ απ’ ντουν Μανταμάδου ήταν καλά πιδιά, που σ’ λέγου. Οι Κουτζανίδηδες, ου Χαλβατζής, και κάτ’ άλλους παλιούς που γνώρσα. Αυτούς που γνώρσα, γιατί έχ’ ανθρώπους που δε τους γνωρίζω και δε μπορώ να πω τίποτα. Παραδείγματος χάριν, τσ’ Φιλιανοί [η ‘Φιλιανή’ μουσική-κομπανία] τσ’ έβλεπα από μακρυά κι δε ξέρου τίπουτα γι’ αυτούς, ήταν καλή μουσική […]. Ξέρω ντουν Μαρμαρέλ’ που έπιζι Σαξόφωνο, έναν άλλον, Σταύρου ντου λέγαν που έπιζι κλαρίνου, κι τώρα είνι σντ’ν Αθήνα. Ι Μιχαλόπουλους έπιζι κουρνέτα, ένα σαντούρ’ είχι που δε του γνουρίζου […]. Δε τσ’ έκανα παρέα, τσ’ έβλεπα από μακριά. Ντουν κιρό που βγήκαν τα μπουζούκια αυτοί σταματήσαν, ήταν πνευστά όργανα αυτοί. Κι η δύναμή τους ήταν τα πνευστά τα όργανα, ήταν σαξόφωνο, κορνέτα, κλαρίνου, βιουλί, σαντούρ’. Έναν άλλουν, κι αυτόν ντουν έβλεπα σντ’ Μυτιλήν’, είχι μια κόρ’ παντρεμέν’, Στέφανου ντου λέγαν, κι αυτός εξαφανήστκι. Είχι κι αυτός σαν ντου πατέρα μ’ πάθ’ αμνησία […].

 

Για τον Ποσειδώνα Δίβαρι-Καραβά από το Παλαιοχώρι, ανέφερε:

Τουν Ποσειδώνα τουν γνώρσι ο Εύανδρος αυτός που λέμι, όταν παίζαν στην Αθήνα στον ‘Κήπο του Αλλάχ’, έπιζι ο Τσιτσάνης, ήταν λαϊκό σχήμα. Έπιζι αυτός ντράμς, ο Εύανδρος, και ο Ποσειδώνας έπιζι βιολί, κι έλεγε ο Εύανδρος ότι ήταν πολύ καλό βιολί. Κι έχ’ έναν γιο που είνι στν’ Αυστραλία.[…]. Έχ’ γραμμένα πουλλά τραγούδια ου Ποσειδώνας, μεταξύ αυτών, αυτό που λέει: ‘Φέρτε μια κούπα με κρασί’, ένα τραγούδ’ λαϊκό, του έχ’ βγάλ’ ο Ποσειδώνας, του τραγούδαγι η Πόλη Πάνου […]. Όπως πήρι ου Μουφλουζέλς’του ‘Ανεβαίνω σκαλοπάτια’. Κοίταξι για να σι πάρ’ τότι κάποιος, έπριπι να […], και σε υποστηρίζαν. Λέγαν θα δωγσ’ του τραγούδ’[…], ξέρ’ς αυτό του τραγούδ’, ‘ανεβαίνω σκαλοπάτια’, ι καρσιλαμάς τι πούλσι για ντου Καλδάρα; Ήταν μιγάλου σουξέ, ι Καλδάρας έκανι ντ’ τύχ’ τ’ από κει πέρα, κι ήταν ένας καρσιλαμάς δικός μας, που ντουν παίζαμι ιδώ πέρα.

 

Για την κομπανία των Παπαδόπουλων ή «Μουμτζήδων», που θεωρούσε πολύ καλούς μουσικούς ανέφερε:

Θυμάμαι ιγώ από τον καιρό που άρχισα σα μουσικός και άρχισα να ψάχνω. Εδώ υπήρχε μια κουμπανία που λέγινταν ‘Μουμτζήδις’, Παπαδόπουλοι. Τσ’ έχου τσι φουτουγραφία, κι τσ’ έχω δώσ’ κάτω. Ήταν εξαιρετικοί μουσικοί! Ήταν κλαρίνου, βιουλί, ο πατέρας τους έπαιζε λαούτο, του οποίο εκείνα τα χρόνια, επειδή ήταν μοντέρν’ εκείν’, το βγάλανε το λαούτο, και κάναν ένα αυτοσχέδιο, ήταν και μαραγκοί, που το λέγαν ‘μαντόλα’. Είχι του ίδιου κούρδισμα μι του λαούτου, μι ντ’ διαφορά ότι το είχαν φτιάξ’ όπως είνι του πάντσο, για να θεωρείται μοντέρνο. Αυτοί οι ‘Μουμτζήδις’, και σαντούρι, ήταν τέσσερα άτομα, και παίρναν και κατά καιρούς και καμιά κορνέτα μαζί τους. Ήταν δε πουλύ καλοί και στα σαρκιά που λέμε τα Τούρκικα, παίζανε και Ευρωπαϊκά και όλα τα παραδοσιακά. Ήταν πολύ καλοί μουσικοί, Μικρασιάτες ήταν αυτοί. Ηταν τέλειοι μαραγκοί, καλλιτέχνες, ξυλογλύπτες. Φτιάξανε και όργανα, γεννημένοι καλλιτέχνες.

 

Κοινωνική θέση των μουσικών:

 

Για την «άσχημη» αντιμετώπιση που είχαν ορισμένες φορές από το ακροατήριο οι μουσικοί, ο Μ. Κυριακόγλου ανέφερε:

Το παίξτε ρε κι αυτά, μι πειράζ’ κι μένα. Δε μπορώ μια ζουή να του χουνέψου αυτό του πράγμα, άλλ’ τα λεν, τσ’ βρίζουν κι γιλάν […].

[…] [ο παππούς μου] επ’ ουδενί λόγο δεν ήθελε ο πατέρας μ’ να μάθ’ βιολί, διότι ήξερε τα δεινά του επαγγέλματος, κι ήθελε να κάν’ μια άλλ’ δουλειά, είχε ένα μπακάλικο, και ήθελε να τον βάλει μέσα. Τότε το μπακάλικο θεωρούνταν επίσημη εργασία, αξιοπρεπή, ενώ τσ’ μουσικοί τσ’ είχαν στη τρίτ’ κατηγορία, μές τα χωριά. Η αιτία ήταν ότι οι πληρωμές γινόταν με μπαχτσίσ’, πληρώναν και χορεύαν και το θεωρούσαν έτσ’ ζητιανιό […], στη Λέσβο, νουμίζου, είνι τα χειρότερα χάλια. Πήγινι στα νησιά τα άλλα, βλεπς’ οι Παριανοί κι οι αυτοί διασκεδάζιν όμορφα, εδώ η διασκέδασ’ έχ’ γίν’ τσαμπουκάς, σ’κώντι ένας απάνου τσι λέει ιγώ πληρώνου κι ιγώ κάνου […]. Ποιος ρε είσι ισύ που πληρώνς’; Έβαλις τέσσερα πιντουχίλιαρα μες ντ’ τσέπ’ κι θα καθηλώγς’ του γλέντ’, κι θα μιτράς τσ’ δουξαριές μ’ πόσις θα παίξου, ότι δεν παίγ’ς μι ντ’ καρδιά σ’ κι μι του […]. Τι να παίξου; Αφού σι βλέπου κι σχένουμι ντουν εαυτό μ’, δε λέγου για ούλουν ντου κόσμου. Ουρισμέν’ είνι αυτοί που τα κάνιν, αλλά τα κάνιν επίτιδις, αυτό ακριβώς έβλιπι κι ου παππούς μ’, κι μ’ του φύτεψε κι σε μένα.

 

Ο Μ. Κυριακόγλου αναφέρθηκε στην απόφαση του παππού του να μην ξαναπαίξει μουσική, από τη στιγμή που γύρισε από την Αμερική:

Πεισματικά, δεν του έπιασι γιατί δεν είχι αξιουπρέπεια του επάγγελμα. Μ’ έλιγι ότι του επάγγελμα αυτό που έκανα, του μουσικού, κέρδισα πάρα πουλλά πράγματα, αλλά να το ‘κανα, όπως το έκανα σντν’ Αμερική […]. Ούτι για παρέα! […]. Το παίξτε ρε κι αυτά, όπως μι πειράζ’ κι μένα, δε μπορώ μια ζουή να του χουνέψου αυτό του πράγμα. Άλλ’ τα λεν, τσ’ βρίζουν κι γιλάν […]. [Ο παππούς μου] τουν πατέρα μ’ δεν ήθιλι να ντουν κάν’ μουσικό, ήθιλι ντν’ αξιουπρέπεια του επαγγέλματος, κι καλά έκανι. Αν ήταν όλ’ οι μουσικάντις σαν αυτόν κι σαν ιμένα, δεν θα υπήρχαν τούτα τα χάλια που είνι τώρα.

 

Επαφές – επιρροές από άλλες περιοχές του Βορείου Αιγαίου και τα Μικρασιατικά παράλια στα μουσικά δρώμενα:

 

Ο παππούς του Μιχάλη Κυριακόγλου έπαιζε μουσική και στα απέναντι παράλια της Μικράς Ασίας:

Και τουρνέ έκανι κι κεί έμαθι […]. Αφού πηγαίναν σι γάμ’, σι Τούρκικους γάμους παίζαν. Κι όταν έπιζι […]. Αυτοί οι Τούρκ’ είχαν έναν ζουρνά κι νταούλ’ κι παίζαν, κι κάναν κι γάμ’ μ’ αυτόν ντουν τρόπου. Κι όταν έπιζι του νταούλ αυτό, στα παράλια, ακούγινταν εδώ πέρας. Λέγαν τότι ειρουνικά: ‘Τούρτσκους γάμους γίντι’.

 

Επιρροές προσφύγων ή μεταναστών από άλλες περιοχές στα μουσικά δρώμενα:

Για τα «σαρκιά», ανέφερε:

Αυτά ακούγανι τότις, κι τα ακούγανι κι οι Έλληνες που ήρθαν απ’ την Ανατολή. Όταν φύγαν οι Τούρκοι από δω πέρας, όλοι αυτοί οι Μικρασιάτες που ήρθαν τα ακούγαν αυτά τα πράγματα. Βάζαν τσ’ Μουμτζήδις κι τα παίζαν. Μια φουρά πήγαμι στ’ Σκαμιά, είχι κι κεί πέρας ανατουλίτις, ξμηρουθήκαν. Πηγαίναμι στα σπίτια τους κι λέγαν να τους παίξουμι του τάδι ‘σαρκί’. Αυτοί τα ξέραν κι τα ονόματά τους. ‘Του τάδε σαρκί παίξε μας Κουσταντή’, έτσ’ λέγαν ντου βιουλίστα, ταξίμια εκεί πέρας κάναν […].

 

Εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση και μουσικός πολιτισμός:

 

Ο Μιχάλης Κυριακόγλου ανέφερε το παράδειγμα ενός συμπατριώτη του που η διαμονή του εκτός Λέσβου για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, επηρέασε τον τρόπο που έπαιζε μουσική:

Είχι εδώ στου Μανταμάδου, που είνι τώρα στην Αυστραλία ένας Βουγιούκας κι έπιζι βιουλί. Τα έπιζι πάρα πουλύ σουστά κι πάρα πουλύ ουραία, τον οποίο και θαύμαζα. Δηλαδή όλοι αυτοί που παίζαν δεν είχαν τίποτα να χάσουν, να ακούσουν αυτόν που έπιζι του βιουλί. Είχι πάει στρατιώτς’ του ’40, κι πήγι στη Μέσ’ Ανατουλή, εκεί βρήκι κάποιουν καλό βιουλίστα. Εκεί στη στρατιωτική μουσική, που κι αυτός πήγι για τουν πόλιμου. Μπουρεί να ήταν κι απ’ ντν’ ουρχίστρα του ‘Εθνικού ιδρύματος’, αυτός. Αυτός έμαθι όταν ήταν ικεί, κι όταν ήρθι εδώ, πάντρεψε αυτό το παίξιμο του μουντέρνου που είχι, μι τσ’ καρσιλαμάδις, χωρίς να χαλάσ’ τίπουτα, απλώς έδουσι ντουν αέρα, τη φινέτσα του καρσιλαμά, που είχι ντ’ λεβεντιά αυτή. Κι ιγώ αυτό του εκτιμούσα πάρα πουλύ, κι έχου πάρ’ κι πουλλά τέτοια κόλπα από αυτόν ντουν άνθρουπου, κι άμα ντουν έβλιπα πήγαινα στην άκρια κι […]. Ενώ ο πατέρας μ’ έπιζι μι ντουν αρχαίο τρόπο βιουλί, που παίζαν οι άλλ’, αυτός είχι κάτ’ απάνου τ’ του διαφουρετικό. Κι δυστυχώς δε γράψαμι τίπουτα από αυτόν ντουν άνθρουπου, δε ξέρου αν έχ’ χαθεί, εμένα μάλιστα μι έχ’ σι πουλύ […], ήμνα η συμπάθειά του κι λέει: ‘Θα ‘ρθω ένα καλοκαίρ’ να παίξουμι μαζί, θέλς’ να ρθώ;’ Λέγου ‘Αμάν κι πότι!’. Ήρθι μια χρουνιά κι έπιξι μαζί μου καμιά ώρα μες του καφινείου του στου Μανταμάδου, στου πανηγύρ’ τους ακόμα είχι καφινεία, από τότε δε ξανάρθε, στην Αυστραλία έχ’ γιους μουσικούς. Τώρα παίζ’, δε παίζ’, δε ξέρου, είνι γέρους. Αφού έχ’ πουλιμίσ’ στου πόλεμου του ’40, καταλαβαίνετε.

 

Πώς αξιολογεί ένα ακροατήριο τον/την τραγουδιστή/τρια/μουσικό:

 

Ο Μιχάλης Κυριακόγλου υπογράμμισε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ως μουσικός, κυρίως όσον αφορά τη συμπεριφορά του ακροατηρίου:

Δυσκουλίις να δουν τα μάτια σ’. Πρώτα-πρώτα είχι χουριά που τα είχα στη μαύρη λίστα, δε θέλου να αναφέρου γιατί δε κάν’, πήγα κι δε ξαναπήγα. Κάποτε πήγαμι σε ένα χουριό το οποίο είχι μουσικούς, γιαυτό δε θέλω να το αναφέρω, κι παίξαμι απού βραδίς, την άλλ’ μέρα του μεσιμέρι, σπέρν’ ένας μια είδηση από ένα καφινείου, λέει: ‘Είμαστι μια παρέα, θέλουμι να διασκεδάσουμι, να ρθείτε στου δ’κό μας του καφινείου να παίξιτι’. Ιγώ από άλλ’ εμπειρία που είχα, χρησιμοποιούσαν του εξής τέχνασμα: Φωνάζαν ντ’ μουσική και δεν την αφήναν να φύγ’, τσι είχις προστριβές μι ντουν άλλουν, δε σ’ αφήναν, μαζεύινταν τσι κόσμους εκεί. Μαγκώναμι κι δε μπορούσαμι να φύγουμι, αυτό του έκανι ένας απντν’ Αυστραλία κι του πήραμι μυρουδιά, ότι πήγινει να του κάν’ αυτό, οπότι δε πήγαμι. Λέμι, ιμείς ήρθαμι ιδώ σ’ ένα καφινείου, όταν θέλτι να διασκιδάστι μπορείτε να ‘ρθείτι στου καφινείου να διασκιδάστι, τέλειουσι αυτή η ιστουρία. Μόλις λοιπόν ανάψαν τα φώτα κι αρχίσαμι κι παίζαμι, άρχισει να χουρεύ’ ι κόσμους, βλέπουμι αυτή την παρέα κι έρχιτι πρους τα ιδώ, κουντά μας, πάει καθίζ’ σ’ ένα τραπέζ’. Ήρτει κάπου η ώρα δέκα, κι αυτοί άρχισαν κι κάναν καυγά αναμιταξύ τους, προβοκάτσια ας το πούμι. Καμιά φουρά ακούμι: ‘Οι μουσικάντις φταίν’. Σπάστι τα όργανα τους’. Ιμείς δε γνουρίζαμι κανέναν απ’ του χουριό που πήγαμι, μόνο τους μουσικούς γνώρζα από κει, αρχίσαν λοιπόν να έρχονται κατά πάνω μας, ήταν η πρώτ’ φουρά που φουβήθκα. Και σκεφτόμασταν τώρα πώς να αμυνθούμι, ιγώ, ι αδιρφός μ’, κι δυο πιδιά ξένα. Μόλις λοιπόν πλησιάζαν να ‘ρθούν, μπήγ’ μια φουνή ένας εξ’ ουρανού: ‘Μη πειράξ’ κανείς τους μουσικούς, γιατί κι ‘γω δε ξέρου τι θα πάθ’’. Οπότι […], ήταν ένας χουριανός μας ικεί, παντριμένους, του άκ’σει αυτό και κατέβηκε κάτω, ώσπου καθάρ’σι ο άνθρωπος και φύγαμι, και πολλά άλλα περιστατικά. Φασαρίες, καυγάδες με τέτοιου είδους δουλειές.[…]. Και με τις σειρές, και γινόταν πάντοτε φασαρία εις βάρος του μουσικού. Οπότε αν πας σε μια δουλειά και σε καλέσ’ ο άλλος και ξέρ’ς τί θα πάρεις και τί θα παίξεις, είσι σίγουρος και ωραίος. Και μπορείς να παίξεις και ό,τι θες, και να παίξεις καλά, ενώ έτσ’ ήταν πολύ άσχημα.

 

Φωτογραφίες

Βίντεο

Video Grid with Modal
Video 1
Video 2
Video 1
Video 2
Video 2

Ηχογραφήσεις

1. Του Κίτσου η μάνα Σκουτάρος | 1997 χορευτικό Παίζουν οι μουσικοί: Δημήτρης Κρανιδιώτης (σαντούρι), Γιώργος Κρανιδιώτης (ακορντεόν), Βασίλης Παντελίδης (κλαρίνο), Μιχάλης Κυριακόγλου (βιολί), Ευαγγελία Κυριακόγλου (τουμπελέκι). Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
2. Κασιδιάρης Σκουτάρος | 1997 ζεϊμπέκικος Παίζουν οι μουσικοί: Δημήτρης Κρανιδιώτης (σαντούρι), Γιώργος Κρανιδιώτης (ακορντεόν), Βασίλης Παντελίδης (κλαρίνο), Μιχάλης Κυριακόγλου (βιολί), Ευαγγελία Κυριακόγλου (τουμπελέκι). Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
3. Καρσιλαμάς «Τα ζάρια» Σκουτάρος | 1997 καρσιλαμάς Παίζουν οι μουσικοί: Δημήτρης Κρανιδιώτης (σαντούρι), Γιώργος Κρανιδιώτης (ακορντεόν), Βασίλης Παντελίδης (κλαρίνο), Μιχάλης Κυριακόγλου (βιολί), Ευαγγελία Κυριακόγλου (τουμπελέκι). Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
4. Απτάλικος καρσιλαμάς Σκουτάρος | 1997 απτάλικος καρσιλαμάς Παίζουν οι μουσικοί: Δημήτρης Κρανιδιώτης (σαντούρι), Γιώργος Κρανιδιώτης (ακορντεόν), Βασίλης Παντελίδης (κλαρίνο), Μιχάλης Κυριακόγλου (βιολί), Ευαγγελία Κυριακόγλου (τουμπελέκι). Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας
Μετάβαση στο περιεχόμενο