Δημηνάκης Κώστας

Λήμνος

Τόπος γέννησης: Καλλιόπη, Λήμνος

Χρόνος γέννησης: 1933

Ιδιότητα: Ο Κώστας Δημηνάκης έπαιζε επαγγελματικά κλαρίνο, από το 1955 έως το 1975.

Γονείς: Ο πατέρας του ήταν αγρότης και κτηνοτρόφος.

Οικογενειακή κατάσταση: Έγγαμος με δύο κόρες.

Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα:
Επειδή η επαγγελματική ενασχόληση με τη μουσική δεν επαρκούσε για να καλύψει τις βιοποριστικές του ανάγκες, ο Κώστας Δημηνάκης ασχολήθηκε με τη βαμβακοκαλλιέργεια, από το 1955 και μετά:

[…] ε, νέος ήμουνα είχα ασχοληθεί και με τη βαμβακοκαλλιέργεια […]. Αυτά πρέπει ν’ αρχίσανε, ήρθα το ’55, ξεκίνησαν το ’54, ’53, τότε άρχισαν. Το ’55, ’56, ’57, άρχισαν μαζικά […]. Μέχρι τότε όλα ήταν με το χέρι, αλλά είχαμε ωραία ποιότητα με μακριές ίνες το μπαμπάκι εδώ κι ήταν περιζήτητο. Αλλά έφυγε έπειτα ο κόσμος στο εξωτερικό, Αθήνα, Αυστράλια, σιγά-σιγά τα εγκαταλείψανε, δεν έβγαινε και τόσο πολύ, κουραστικό […]. Δεν ήταν για την αρρώστια [του βαμβακιού], ήταν ότι είχε βαμβάκια πάνω, κάτω στην Πελοπόννησο […]. Όλα μηχανοκαλλιέργεια είναι εκεί, πηγαίνει τρακτέρ, το οργώνει, το σπέρνει με το σπορέα, το σκαλίζει, ρίχνει φάρμακο δε βγαίνουν χόρτα, λίγο το σκαλίζει πάλι με το τρακτέρ, έπειτα με πυραύλους, ποτίζουνε, το αφήνει λίμπερτο, να το πω λημνιά, ελεύθερο το νερό, έπειτα πηγαίνει και το μαζεύει με την κομπίνα [θεριστική μηχανή] και δε βάζει το χέρι του καθόλου. Αλλά εμείς ξεκινούσαμε απ’ την αρχή με τα βόδια να το οργώσουμε, να το βάλουμε με τα χέρια έτσι, να το σκαλίσουμε με το χέρι, να φτιάξουμε τα αυλάκια με το χέρι, να το ποτίσουμε, να του δώσεις πέντε έξι νερά, νερά δεν έχει η Λήμνος πολλά, λίγα νερά, μαρτυρική τυραννία σε μεγάλο βαθμό […]. Εγώ νοίκιαζα χωράφια. Δυστυχώς νοίκιαζα, ακριβά τα ενοίκια […]. Τα περισσότερα χωράφια ήταν ζευγάρια, τα ’χαν […] Αιγυπτιώτες [δηλαδή Λημνιοί που είχαν μεταναστεύσει στην Αίγυπτο].

 

Όταν σταμάτησε να παίζει επαγγελματικά κλαρίνο, από το 1975 και μετά, ο Κώστας Δημηνάκης αφιερώθηκε σε αγροτικές εργασίες, κυρίως στη μελισσοκομία, αλλά και στην ελαιοκαλλιέργεια:

Με καθυστέρηση τα κάναμε όλα, λέγαμε ελιές δεν γίνονται εδώ στη Λήμνο, αυτή την έννοια είχαμε, παρόλο ότι ο Όμηρος αναφέρει ότι το νησί ήτανε σκεπασμένο από ελιά πριν 2.500 χρόνια. Εμείς πιστεύαμε, επί ημερών μου δηλαδή, ότι ελιές δεν γίνονται στη Λήμνο κι όμως στη Λήμνο γίνονται ελιές και τώρα θα φτιαχτεί ελαιοτριβείο. Με τον αδερφό μου βάλαμε μαζί ελιές, εκείνος στη Μυτιλήνη, εγώ εδώ, οι δικές μου απόδωσαν περισσότερο, πιο νωρίτερα και περισσότερα. Η αμάθεια ήτανε εκείνη που μας έκανε αυτά τα πράγματα, να μη βάλουμε δέντρα. Τώρα δυστυχώς το πράγμα αγρίεψε διότι έφυγε ο κόσμος πια, νιάτα δεν μένουν, νέοι δεν μένουν, τι ελιές να βάλουνε, τι δέντρα να βάλουνε αφού δεν έχει κανέναν. Δε μένει νέος μέσα στο χωριό, γάμος δε γίνεται, βαφτίσια δε γίνεται, μόνο κηδείες γίνονται….

 

Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο:

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εμφύλιο, οι οικονομικο – κοινωνικές ανακατατάξεις που είχαν άμεσο αντίκτυπο στην αγροτική δομή της οικονομίας της Λήμνου, οδήγησαν πολλούς νέους στη μετανάστευση, είτε στην Ελλάδα, είτε στο εξωτερικό. Έτσι και ο Κώστας Δημηνάκης, σε ηλικία 16 ετών, το 1949, πήγε στην περιφέρεια της Καβάλας κοντά σε ένα θείο του που είχε ήδη μεταναστεύσει εκεί:

Ε, ναι, δούλευα, δώδεκα ώρες, μπαξέδες […]. Δούλευαν κι άλλοι χωριανοί. Ο κόσμος φεύγανε […] όταν ήταν Οθωμανικό πηγαίνανε εκεί πέρα στη Μικρά Ασία, έπειτα όταν έκλεισε η Μικρά Ασία, πηγαίνανε στη Μακεδονία, όταν ήρθαν οι πρόσφυγες το ’22 πηγαίνανε στη Μακεδονία στα καπνά, φτιάχνανε κάποιους δρόμους, έπειτα τα οχυρά του Μεταξά, στο Ρούπελ, πώς λεγόταν εκεί πέρα […]. Όλοι μεταναστεύανε από τη Λήμνο διότι ήταν φτωχό το νησί, όλοι νέοι και μετά γυρίζαν […]. Ναι νέοι, δεκαπέντε, δεκατεσσάρων και δεκαοχτώ χρονώ έφευγαν να πάνε Μικρά Ασία, το ίδιο συνέβαινε κι εδώ πέρα […]. Αλλά ήταν και μεγαλύτεροι, μερικοί οι οποίοι δεν είχαν κτήματα πηγαίνανε στη Μικρά Ασία, πηγαίνανε στη Μακεδονία, δουλεύανε καμιά φορά το καλοκαίρι σε δρόμους, καπνά το περισσότερο, και γυρνούσαν και περνούσαν το χειμώνα τους στη Λήμνο. Φτωχό μέρος […]. Εγώ στο μπαχτσέ που πήγα είχα ένα θείο και ο θείος μου με πήρε και μ’ έβαλε […]. Μέναμε στους μπαξέδες, είχε σπίτια, έρημα σπίτια, καθιστά. Ε, δουλεύαμε στα περιβόλια, στο μπαξέ δηλαδή, ντομάτες, αγγούρια, σύμφωνα με την περίοδο, τότε ήταν οι ντομάτες και τα αγγούρια. Όλο το χρόνο, εκεί μέναμε….

Στην Καβάλα ο Κώστας Δημηνάκης παρέμεινε συνολικά δύο χρόνια. Το 1950, με τις συστάσεις του Αρχιμουσικού της Μπάντας του Δήμου, κατάφερε να εξασφαλίσει μία θέση στην περισυλλογή των σκουπιδιών, ως υπάλληλος του Δήμου Καβάλας. Η εργασία αυτή ήταν λιγότερο κοπιαστική και πιο προσοδοφόρα από την εργασία στους μπαξέδες.

Το 1960-61, αμέσως μετά το γάμο του, μετανάστευσε στη Μύκονο για να εργαστεί στα μεταλλεία:

Δεν μπορούσες να επιβιώσεις με σκέτος μουσικός, γιατί δεν είχε πολύ δουλειά, ένα γάμο, ένα πανηγύρι. Ε, καμιά φορά ήτανε μια παρέα δυο – τρία άτομα, τέσσερα – πέντε – δέκα, γουστάρανε να παίξουνε μουσική, σου λέγανε έλα εδώ πέρα να παίξουμε. Κι αυτό εδώ πέρα το έκανα και στη Μύκονο […]. Πρέπει να ήταν το 1960-1961. Το 1960 μόλις παντρεύτηκα, πήρα την γυναίκα μου και την πήγα εκεί. Η Μύκονος είναι ένας βράχος, μια κατάρα δηλαδή, πιο καταραμένο νησί δεν μπορεί να υπάρχει, μ’ έριξε η μοίρα μου αφού παντρεύτηκα, δεν είχα τίποτα, πήγα στη Μύκονο στα μεταλλεία, έχει μεταλλεία εκεί πέρα, αλλά πήρα και το όργανο μαζί μου, πήρα το κλαρίνο γιατί έπαιζα και ακορντεόν, μετά απ’ το κλαρίνο χρειάστηκε και ακορντεόν και πήρα ακορντεόν και πήρα και κλαρίνο […]. Ε, δουλειά στα μεταλλεία, τότε δεν υπήρχαν τότε τα αυτά, τα μαγνητόφωνα, ούτε τίποτα, και μας φωνάζανε και παίζανε στο καφενείο κάθε βράδυ Σαββατοκύριακα […].

 

Το 1968-69, ο Κώστας Δημηνάκης μετανάστευσε για δύο χρόνια στη Γερμανία:

Στη Γερμανία πήγα δυο χρόνια. Πήγα στη Γερμανία εκεί πέρα να πάρω ένα αμάξι, αλλά τότε δεν ήτανε εύκολο […]. Αυτά τα οποία είναι τέσσερις κινήσεις, τραβάνε, επειδή το ’θελα, τύπου τρακτέρ, το ’χουμε εδώ πέρα, αυτοκίνητο είναι για να μεταφέρω τα μελίσσια από το ένα μέρος στο άλλο και πήγα κάνα – δυο χρόνια. Στη χούντα μέσα πήγα, το 1968, 1969. Στα τούβλα δούλευα, στις πέτρες. Σε εργοστάσιο, τούβλα που φτιάχνανε, πυρότουβλα.

 

Προσωπική και οικογειακή πορεία:

Το 1951, παρουσιάστηκε ως εθελοντής, με ειδικότητα μουσικού, στην Αεροπορία για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία:

Ε, είδα πως πρέπει να πάω στρατιώτης, λέγω να πάω εθελοντής, να πάω στη μουσική. Λέγω να πάω και στο Ωδείο, να πάω και στο Ωδείο […]. Σε ποια μουσική να πάω; Παίρνανε τότε εθελονταί η αεροπορία, ΕΒΑ, λεγόταν, Ελληνική Βασιλική Αεροπορία. Λέω θα πάω εκεί – ζητούσαν εθελονταί – δηλώνω ότι είμαι μουσικός, πράγματι, φεύγω από το Δήμο, πάω βασική εκπαίδευση, μας βγάζουνε να πάμε για τη μουσική κατευθείαν […]. Στον Άραξο, στον Άραξο ήταν η βασική εκπαίδευση. Τέλος πάντων κάναμε δυο μήνες τη βασική εκπαίδευση […]. Πήγα στο Παλαιό Φάληρο, στον Ιππόδρομο, ακριβώς δίπλα ήταν, οι μουσικοί ήταν πα’ στη γωνία του Ιπποδρόμου, στη θάλασσα κοντά τότε […]. Πήγαμε εκεί πέρα, με κρατήσανε εμένα γιατί ήξερα μουσική, τότε δεν υπήρχαν μουσικοί, μέσα από τον Εμφύλιο, μέσα από την Κατοχή, ποιος θα πάει μουσικός; Και αμέσως με κράτησαν. Μόλις πήγα, λέω κατευθείαν Ωδείο την ίδια χρονιά. Όποιος ήθελε πήγαινε στο Ωδείο δωρεάν διότι ήμασταν στρατιώτες. Ε, πήγα εκεί πέρα κάπου τρία χρόνια. Στο Ωδείο Αθηνών, κάπου τρία χρόνια, ήθελα ακόμα έναν χρόνο για να βγω αρχιμουσικός, αλλά σαν απολύθηκα, δεν είχε δουλειά τότε, δεν ήταν όπως σήμερα, έψαξα να βρω δουλειά για να συνεχίσω να γίνω αρχιμουσικός, ένα χρόνο ήθελα ο καημένος, δε μπόρεσα, αναγκάστηκα κι έφυγα κι ήρθα στη Λήμνο….

 

Γενικές γραμματικές γνώσεις, επίπεδο εκπαίδευσης, τυπικές & άτυπες μορφές εκπαίδευσης:

Ο Κώστας Δημηνάκης κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο κάτω από αντίξοες συνθήκες, για τις οποίες αναφέρει χαρακτηριστικά:

Δυστυχώς δεν έχω, έξι μήνες έχω πάει σχολείο, αλλά το έχω βγάλει το δημοτικό όμως […]. Πήγαινα ένα μήνα και με περνούσαν οι δασκάλοι, ναι ήταν επί Γερμανίας τότες, δεν ήταν δύσκολα τα πράγματα και ήμουν πολύ καλός […]. Ένα μήνα σχολείο πήγαινα [το έτος], γιατί μ’ έπαιρνε ο πατέρας μου και μ’ έβαζε στα πρόβατα ή στο άροτρο, ένα μήνα μ’ άφηνε, έπειτα καμιά φορά παρατούσα τα πρόβατα και πήγαινα σχολειό, μ’ έλεγε το βράδυ δεν ξαναπάς κοπρόσκυλο, δεν ξαναπάς […]. Περνούσε καμιά βδομάδα ξεχνούσα το ξύλο, ξαναπήγαινα, να ξανά πάλι ξύλο, σχολειό, ε; Να το σχολειό! Ε, ήτανε δύσκολα χρόνια, υπήρχανε όμως και γονείς οι οποίοι βλέπανε μακριά […], ε, θυσιαζότανε για το παιδί εκεί πέρα, λέγανε “άσ’ το να πάει σχολειό να βγάλει το δημοτικό”.

 

Μουσική παιδεία:

Στην Καβάλα ο Κώστα Δημηνάκης, επειδή τα ημερομίσθια στους μπαξέδες ήταν πολύ χαμηλά, αποφάσισε να μάθει μουσική και να γίνει επαγγελματίας μουσικός. Κατέληξε να γνωριστεί με τον Αρχιμουσικό της Μπάντας του Δήμου, ο οποίος τον δέχτηκε ως μαθητή του και ξεκίνησε να του μαθαίνει θεωρία μουσικής:

[…] Εκεί […] μας έδιναν 3 φράγκα μεροκάματο, αυτό ήταν το ’49, 3 φράγκα μεροκάματο, άκουσον-άκουσον, 90 δραχμές το μήνα! […]. Πήγε ένας φίλος μας, Μπέκος λέγεται […], λέει εκείνος εκεί κάτω είναι μουσικός, Κυριάκος λέγεται, και όποιος θέλει, να πάει να του δείξει […]. Τ’ άκουσα εγώ, πάω εκεί πέρα, του λέω “τι κάνεις μάστορα;”, λέει “πουλάκια πιάνω”, “τι δουλειά κάνεις;”, “να λέει, μουσικός είμαι”. Λέω “μάστορα εδώ μας τυραννούνε […], αλλά τι να κάνουμε, πώς να φύγουμε από εδώ, ήθελα να βρω κι εγώ μια δουλειά, μπορείς λέγω μουσική να με μάθεις;” Λέει “μπορώ”. Μου λέει, “ Άκου να δεις […], μετά από δυο μέρες, έλα αύριο -μεθαύριο στο σπίτι μου εκεί πέρα, να σε στείλω κάπου να μάθεις μουσική. Εγώ λέει δε σου μαθαίνω”, γιατί ήταν και παρα[ι]τημένος. Πράγματι, πηγαίνω εκεί πέρα, Κυριάκο τον λέγαν τον μάστορα, μου λέγει “Αύριο θα πας στη μουσική του Δήμου κάτω κι εκεί πέρα θα βρεις έναν, Άγγελος Δημάκης λεγότανε, ο οποίος έπαιζε κλαρίνο…”. Λέγει “θα πας εκεί πέρα κι αυτός θα σου παρουσιάσει τον αρχιμουσικό και θα πας να γραφτείς για να συνεχίσεις να μαθαίνεις από Ωδείο τη μουσική”. Μπάντα ήταν, μπάντα του Δήμου Καβάλας. Ο δε Δήμος είχε αρχιμουσικό, γιατί ήδη τότες δεν ήταν πολλοί αρχιμουσικοί […], είχε έναν αξιωματικό, διότι η Καβάλα έχει ένα στρατόπεδο από πίσω και είχε ο Δήμος προσλάβει ένα αξιωματικό Υπηρεσίας, Αρχιμουσικό. Κι αυτός είχε συμπέσει να τον λένε Άγγελο […]. Τέλος πάντων πήγα κάτω, τώρα εγώ από τα πρόβατα ήμουν, πήγα μέσα είδα όργανα, ήθελα όμως μια κάμερα να ήταν να με πάρει, τι στυλ κρατούσα, πώς ήμουν, σκέψου τώρα να παρατήσω τα πρόβατα να πάω εκεί! Τέλος πάντων πήγα, τον βρήκα τον Άγγελο, με ένα σημείωμα, το διάβασε, με παρουσίασε στον αρχιμουσικό, του λέγει “τούτος εδώ πέρα θέλει να μάθει μουσική”, λέγει “εντάξει, να ’ρθει, λέει ποια μέρα μπορείς;” […] Πήγα, πήγαινα, αλλά πήγαινα αργά, γιατί πάντα αργά κάνανε τις πρόβες […]. Ε μου λέει θα έρθεις και θα κάνεις μαθήματα, συχνά είχαμε θεωρία, ε, ξεκινάγαμε θεωρία […]. Ήταν καλός μουσικός, θεωρία, θεωρία εννοεί σολφέζ, κλίμακες. “Θα μάθεις σολφέζ κι αφού μάθεις σολφέζ εύκολα έπειτα μπαίνεις στο όργανο. Είναι σα να διαβάζεις, να μαθαίνεις γράμματα και να διαβάζεις, όποιο βιβλίο να σου βάλω τώρα θα το διαβάσεις, έπειτα εσύ τώρα ξεκίνησες, χωρίς να ξέρεις να διαβάζεις” […]. Δούλευα, δώδεκα ώρες. Ε ναι, μπαξέδες, έπαιρνα ένα τετράδιο που είχα για τη μουσική, έτρεχα πήγαινα εκεί κάτω, σκοτωνόμουνα, μετά από τέτοια τυραννία στους μπαξέδες πήγαινα και λέγανε οι χωριανοί μου “είναι τρελός αυτός” […]. Ναι, πήγα εκεί πέρα, μου λέει θα παίζεις, θα έρχεσαι να μάθουμε τη θεωρία πρώτα. Πράγματι πήγαινα ο ταλαίπωρος τη νύχτα, ε, έπαιρνα το μάθημα, αλλά επειδή είχα πολύ μεράκι ήθελα κάτι να μάθω […], και πήγαινα κι ήμουν ο καλύτερος μαθητής […]. “Tώρα είναι η ώρα να πάρεις όργανο”. “Να πάρω όργανο εντάξει”. “Tι όργανο θέλεις;” Λέω εγώ “ένα όργανο…”. Με δίνει ένα κοντραμπάσο. Τι να κάνω εγώ τώρα; Να του πω δε θέλω κοντραμπάσο, θα πάω εγώ τώρα στο χωριό μου κοντραμπάσο, να παίζω να χορεύουνε; Κλαρίνο ήθελα, δεν είπα τίποτα, το είχα τόσο καιρό, ξεθάρρεψα καμιά φορά, του λέω, “Κυρ Άγγελε, του λέω, εγώ θέλω να πάω στο χωριό μου να παίζω κλαρίνο, να παίρνω κανένα φράγκo […]. Λέει “Τι όργανο;” Κλαρίνο! “Ναι, κλαρίνο λέει, αλλά έχεις κλαρίνο;” Εγώ δεν έχω. Λέει “έχω εγώ ένα, να στο πουλήσω”. Και να με δώσει ένα κλαρίνο Λα […]. Τα Λα είναι αυτά τα ταξίμια που κάναμε. Με το δίνει το Λα, αλλά αυτό είναι άχρηστο, ούτε σε πανηγύρια είναι […]. Τα Σι Μπεμόλ είναι για μεγάλες ορχήστρες, το Ντο είναι! Μικρό είναι το Ντο […]. Το παίρνω, τι ήξερα εγώ; Τέλος πάντων πήγα εκεί πέρα σ’ έναν, το έκοψα για να το κάνω πιο μικρό, αλλά ήταν φάλτσο, δε μπορούσε να ’ρθει, έπρεπε να γεννηθεί από την αρχή. Τέλος πάντων αφού το πήρα, έκατσα, άρχισα κι έπαιζα έπειτα από τα άλλα, πήρα τα Σι Μπεμόλ εκεί [στην Καβάλα].

 

Μουσική εξειδίκευση (τραγούδι, ή/και όργανα):

Ο Κώστας Δημηνάκης έπαιζε επαγγελματικά κλαρίνο στη Λήμνο από το 1955 έως το 1970-1975. Για την μουσική του πορεία στο νησί περιγράφει:

Μόλις ήρθα από το αυτό – το ’52 παρουσιάστηκα φαντάρος, ε το ’55, ’56, εκεί ήρθα στη Λήμνο – με ζήτησαν να πάω και στη Μύρινα, στη μπάντα του Δήμου να διευθύνω, αλλά δεν έβγαινε, πενταροδεκάρες δίνανε, δεν ήταν τίποτα. Έπειτα δεν ήταν όπως είναι σήμερα να έχεις τα [μεταφορικά] μέσα, δεν είχα κανένα μέσο, άμα έχεις τ’ αυτοκίνητο, κάνεις μια ώρα δυο φορές τη βδομάδα […]. Ήρθα στη Λήμνο εδώ πέρα, έφτιαξα ορχήστρα δικιά μου, έφτιαξα σχολή δικιά μου, μέχρι 40-45 μαθητές είχα στο Κοντοπούλι εδώ πέρα, στο σχολείο, τους μάθαινα μουσικούς, εδώ στο χωριό είχα, όλα τα σπίτια τα είχα γεμάτα μουσικούς, κλαρίνα, ακόρντεον, και μέχρι τη Μάντρα κάτω, στο Βουνοχώρι, μέχρι εκεί κάτω είχα, μέχρι τη θάλασσα εκεί κάτω προς το Κέρος. Ε, δεξιά από το Κέρος, εκεί είχε κάτι μάντρες, τις έβαζα μέσα και τις έκανα μάθημα, είχα φτιάξει δική μου ορχήστρα, δούλεψα κάμποσα χρόνια, δούλεψα σε γάμους, σε πανηγύρια….

 

Στο διάστημα 1955-57 συνεργάστηκε με μουσικούς της ευρύτερης περιφέρειάς του. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με νεότερους μουσικούς, τους οποίους είχε διδάξει ο ίδιος θεωρία μουσικής, αλλά και πρακτική:

Παίζαμε μαζί με το Χαραλαμπίδη το Γρηγόρη, με το Στέλιο το Μαστρογιάννη βιολί […]. Σαντούρι έπαιζε ο Γρηγόρης κι έπειτα το παράτησε το σαντούρι κι έπαιζε μπουζούκι, λύρα έπαιζα με κάποιον Παναγιώτη, από την Παναγιά, που τον παίρναμε γιατί ήταν καλός λυράρης […]. Ε, κανένα δυο χρόνια πρέπει να ψευτοέπαιζα μ’ αυτούς, έπειτα έβγαλα δικούς μου, τους οποίους όπως ήθελα εγώ τους έκανα, γιατί […] όλοι οι πρώτοι ήταν πρακτικοί, τους άλλους τους έβγαζα με τη μουσική. Να βγάζουν πρίμα βίστα, δεν μπορούσαν να βγάλουν φυσικά δικά τους κομμάτια, αλλά διάβαζαν μουσική όλοι! Κλαρίνα, ακόρντεον, μπουζούκια, βιολιά, όλους, όλη την κομπανία, όλα που χρειάζονται η κάθε κομπανία! […] Στο Κοντοπούλι είχα ανοίξει μια σχολή, 40 άτομα […]. Τους είχα απομονωμένους εκεί, μέρα-νύχτα, δυο μήνες, θα διαβάζεις δηλαδή αυτά που τους έδειχνα εγώ σε δυο μήνες, στο Ωδείο έπρεπε να τα μάθει σε 3-4 χρόνια. Παρτιτούρα, βέβαια, πρώτα με σολφέζ, έπειτα για να μπουν στα κομμάτια τους αργούσα κάνα-δυο μήνες, ενάμισι μήνα, τους έβαζα έπειτα στα κομμάτια, με μέθοδο, για να μάθεις μουσική πρέπει να διαβάσεις μέθοδο και σολφέζ […].

Τα «παραδοσιακά» κομμάτια τα είχε γράψει ο ίδιος σε παρτιτούρα για να μπορεί να τα διδάξει στους μαθητές του με νότες. Για την καταγραφή αυτή αναφέρει:

Τα έγραψα εγώ έπειτα, όταν ήρθα εδώ πέρα. Αυτά δεν ήταν γραμμένα, πού να τα βρουν γραμμένα τότε; Τα έχω όλα τα κομμάτια εκεί και τα φυλάω, έλεγα μήπως κανένα παιδί μάθαινε να βρίσκονται […]. Τα έχω γραμμένα όλα εκεί πέρα, ζεϊμπέκικα, συρτά, καλαματιανά. Ναι, αυτά τα έγραψα μόλις ήρθα εδώ πέρα εγώ, τα μάθαινα από πρακτικούς, τα μάθαινα αμέσως και έπιανα και τα έγραφα. Τα έγραψα και σε μουσική, γιατί στο μαθητή, πώς θα του μάθεις μουσική, πρέπει να τον βάλεις κάτω ας πούμε, να τον πεις αυτό εδώ είναι ζεϊμπέκικο. Όταν παίζεις με μουσική και όταν χορεύει ο άλλος πρέπει να έχεις φοβερό χρόνο, γιατί μια νότα να κάνεις λάθος ο άλλος χάνει το βήμα!

Ε, υπήρξαν και καλοί υπήρξαν και μεγάλοι […]. Είχα μαθητές από την Ατσική, Προπούλ’, Σκαντάλη, Καλλιόπη, Κοντουπούλ’ […]. Να! ένας στην Παναγιά εδώ πέρα, Χρήστος λέγεται, ξεχνάω το επώνυμο, πολύ μεγάλος, πήγε στη Γερμανία, στη Γερμανία κει πέρα δούλευε σε εργοστάσιο, αλλά έπαιζε ακόρντεον τόσο καλό ώστε τον παίρνανε σε γάμους, σε βαφτίσια, μετά πήγε σε κέντρο κι όσα έβγαζε από το μεροκάματο έβγαζε δέκα φορές περισσότερο και πλούτισε. […] Και να σου πω την ιστορία του αγοριού αυτού; Κάποιος μου είπε ότι υπάρχει ένα παιδάκι που τραγουδάει τόσο πολύ ωραία, ε και τότες ξέρεις, νέος άμα είσαι βράζει το αίμα σου, και λέω “κρίμα να χαθεί το ταλαίπωρο”, […] “κρίμα να χαθούν τα ταλέντα”. Πάω το βρίσκω, του λέω “εσύ τραγουδάς;” “Τραγουδάω”. Του λέω “τι τραγούδι ξέρεις;” “Το τάδε”. “Για τραγούδησε”. Το άκουσα, χάζεψα, μια φωνή φοβερή, του λέγω “έλα εδώ ρε, έλα στη σχολή που έχω εκεί πέρα να σου μάθω μουσική!” Λέγει, “θείε, δεν έχω παράδες να πληρώνω”. “E, άντε έλα λέω θα τα κανονίσουμε”. Ήρθε, τον έμαθα μουσική, λέω “τι όργανο θες”, λέει “ακόρντεον”, δεν είχε ακόρντεον αυτό, είχα ένα ακόρντεον εγώ, του λέω “θα σου δώσω εγώ το ακόρντεον”, λέγει “έλα στη μάνα μου επάνω να τα συμβιβάσετε, να δούμε τι θα σε δίνω”. Ε, πάω στην Πλάκα επάνω, λέγει “παιδάκι μου θα κάνεις ένα καλό, μάθε του μουσική και ακόρντεον και εγώ θα σε πληρώσω, πόσα θέλεις;” Είπε έναν αριθμό, λέω κι εγώ, στο τέλος τα βρήκαμε. Σαν τον έβγαλα, τον έμαθα καλά μουσική, τον έπαιρνα μαζί μου, πολύ καλός, πολύ ωραίος, ε, ήρθε ο καιρός για να πάρουμε το αυτό, τις παράδες. Ε, πάω επάνω για να με πληρώσει, λέει “παιδάκι μου δεν έχουμε φράγκα”. Ε, καλά λέω εγώ “τι θα κάνουμε;” Λέει “θα σου δώσουμε ρακή”. Ε, λέω άντε […].

 

Στο μουσικό συγκρότημα του Κώστα Δημηνάκη συμμετείχαν συχνά οι μαθητές του:

[…] στην αρχή για να μάθεις μπορεί ένα κομμάτι να το βγάλεις, αλλά άμα σε παρουσιάσουν να χορέψεις [δηλ. να παίξεις σε χορό], όσο και καλά να το ξέρεις, θα το μπερδέψεις 100%. Έπρεπε να πας σε ένα που ξέρει καλό όργανο, να παίζεις μαζί του, να ακολουθάς που λένε. Μόνος σου ούτε ένα βήμα δεν πρόκειται να κάνεις, ούτε μια βόλτα δεν θα έφερνε κανείς. Τους έπαιρνα […] κανένα 2 μήνες, τους μάθαινα μουσική, 2 μήνες τους έβγαζα, αλλά κανένα 5-6 μήνες τους είχα μαζί μου, έως ότου να τακτοποιηθούν καλά, και όταν τακτοποιούνταν τους έβγαζα μερτικό. Εκπαιδευόμενοι ήταν, […] ένα χαρτζιλίκι του έδωνες, αλλά σε μαθημένους [ώριμους επαγγελματίες] είναι εξίσου [τα μερίδια των αμοιβών], και την τελευταία δεκάρα πρέπει να τη μοιράζεσαι […].

 

Στο διάστημα της μουσικής του πορείας στη Λήμνο, όπως αναφέρει ο ίδιος, δεν είχαν διαδοθεί οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις, ούτε μουσικά όργανα όπως το μπουζούκι και τα ντραμς, γι’ αυτό και στο μουσικό του συγκρότημα δεν συμπεριλαμβάνονταν συνήθως αντίστοιχοι οργανοπαίχτες. Ωστόσο συνεργάστηκε με τον Τρύφωνα Κατή ή «Σκορδαλιά», που έπαιζε μπουζούκι:

Ο Σκορδαλιάς πολύ καλός, στο Μούδρο είναι, έχω παίξει πολλές φορές μαζί του […], καλό μπουζούκι ήτανε, πρακτικός είναι. Τα μπουζούκια, από ημερών μου, από το ’60 άρχισαν να μπαίνουν […]. Με το κλαρίνο πρέπει να τους κανονίζεις να ακούγονται όλοι, δεν πρέπει να τους σκεπάζεις, δεν έχει καμία έννοια να ακούγεται μόνο ένα όργανο, πρέπει να κανονίζεις τον ήχο να ακούγονται όλοι. Ε ναι, φυσάς λιγότερο και ακούγονται και οι άλλοι. Και το σαντούρι και όλα τα όργανα μπορείς να τα κάνεις να μην ακούγονται πολύ, δεν έπεται επειδή είναι λύρα και κλαρίνο, πρέπει να ακούγεται και η λύρα. Μπορεί να παίζεις κλαρίνο και να μην ακούγεται, να ακούγεται η λύρα ή το βιολί, όπως θέλεις. Ε, τώρα άμα είσαι σωστός πρέπει να αφήσεις όλα τα όργανα να βγουν προς τα έξω, γιατί πρέπει μελωδικά να πάνε πακέτο όλα, γιατί άμα […] βάλω ας πούμε μια βεντούζα [σύνδεση με ενισχυτή] σε μία λύρα και τα άλλα δεν έχουν βεντούζες, δεν θα ακούγεται τίποτα, μόνο η λύρα. Ε ναι να ακούγονται όλα ωραία, κάναμε τις πρόβες μας, και κάναμε κοινή πρόβα, ώστε να ξέρεις ότι δεν θα ακούγεσαι μόνο εσύ. Ντραμς δεν είχαμε καθόλου. Εγώ τα εγκατέλειψα ουσιαστικά όταν βγήκαν τα ντραμς. Όσο έπαιζα εγώ σχεδόν δεν είχαν εμφανιστεί γκρανκάσα, ταμπούρλα […].

 

Στο μουσικό συγκρότημα [αν και] δεν υπήρχε επαγγελματίας τραγουδιστής, ωστόσο οι περισσότεροι οργανοπαίκτες μπορούσαν να τραγουδήσουν:

Πάντοτε είχαν λόγια τα τραγούδια. […]. Ε, υπήρχαν και άλλα, όπως χασαποσέρβικα, αυτά δεν είχαν λόγια, αλλά συρτά, καλαματιανά, ζεϊμπέκικα, όλα αυτά είχαν λόγια. Σχεδόν όλοι τραγουδούσαν, το κλαρίνο μόνο δεν τραγουδούσε, γιατί φυσάς. Όλοι μαζί, όσοι είχαμε καλή φωνή, δηλαδή είμαστε 5 – 6 άτομα, τα 2 – 3 κάναμε [τραγουδούσαμε] όλοι μαζί, για να ακούγεται κανένα κομμάτι. Γιατί ένα άτομο χωρίς μικρόφωνα, γινόταν και χάβρα εκεί, που να ακούσεις τι γινότανε!

 

Σταθερές μουσικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε/συμμετέχει:

Ο Κώστας Δημηνάκης έπαιζε μουσική σε γλέντια σε καφενεία, σε πανηγύρια και σε γάμους, κυρίως στην ανατολική και βόρεια Λήμνο:

[…] ήταν ζωντανά τα πανηγύρια τότε, όλα τα πανηγύρια ήτανε ζωντανά, της Παναγιάς έπρεπε να πάμε όπως γίνεται και τώρα, στην Παναγιά! Κάθε καφενείο είχε την κομπανία του, ήταν τέσσερα καφενεία, τέσσερις κομπανίες έπρεπε να έχουν […]. Στην Παναγιά, απάνω ψηλά που είχαν κάνει ένα φαγάδικο πηγαίναμε το Σαββατοκύριακο και παίζαμε, αλλού τώρα δεν θυμάμαι. Σε πανηγύρια σε όλα με παίρναν, Πλάκα, Παναγιά, Άγιο Χαράλαμπο, απάνω στην εκκλησία. Πανηγύρια και στις μάντρες γινόταν καμιά φορά, από το Κοντοπούλι όπως ανεβαίνεις πάνω στα αριστερά έχει έναν οικισμό, παίζαμε, εδώ κάτω στο Βουνοχώρι είχε καμιά δεκαριά μάντρες, της Αγίας Κυριακής, πηγαίναμε και παίζαμε […], από την Καλλιόπη έχει πανηγύρι, όλος ο κόσμος έπρεπε να πάει για να διασκεδάσει.

 

Ειδικότερα για τα γαμήλια έθιμα, ο Κώστας Δημηνάκης αναφέρει:

Η διαδικασία των γάμων ήταν ως εξής: την Παρασκευή πηγαίναμε τα ρούχα, παίρναμε την προίκα του γαμπρού την Παρασκευή και την πηγαίναμε στης νύφης το σπίτι, με όργανα. Με ό,τι είχε, αν είχε παπουτσέλια, άλλος δεν είχε. Η δε νύφη έπρεπε να ανοίξει το σπίτι και να πάει όλο το χωριό για να δει την προίκα στολισμένη, βλάρια [χράμια], παντελόνια για το γαμπρό, υφαντά, στρωμένο το κρεβάτι και έπρεπε να περάσει όλο το χωριό. Δε ρίχναν λεφτά, δυστυχώς δε ρίχναν. Βλέπανε και εκτιμούσαν ότι τούτη η νύφη είναι μερακλού, είχε φτιάξει πολλή προίκα διότι είχε τάδε, τάδε, τα μετρούσαν οι γυναίκες όλα. Παίρναμε και εμείς του γαμπρού τα ρούχα με τα όργανα και τα πηγαίναμε εκεί και στήναμε χορό την Παρασκευή. Όλη η οικογένεια, οι φίλοι, έπαιρναν τον γαμπρό και τον πήγαιναν στο σπίτι και όταν πηγαίναν τα ρούχα εκεί στήνανε χορό μέχρι το πρωί χορεύαν, την Παρασκευή […]. Το Σάββατο σταματούσαν τα πάντα, το Σάββατο σφάζανε τα σφαχτά για το γάμο της Κυριακής, ήταν μάλλον της νύφης, αν έβαζε ο γαμπρός κανένα χεράκι. Σφάζανε κανένα πρόβατο, αρνί, κατσίκι, όχι γουρούνι. Αν ήταν κανένας πλούσιος γάμος, καμιά μοναχοκόρη, κανένας τσορμπατζής [προύχοντας], έσφαζε κανένα μοσχάρι, άμα είχε πολύ παραλίκι. Οι άλλοι ήταν κανένα αρνί, καμιά προβατίνα. Και τα ετοιμάζαν για την Κυριακή, την Κυριακή το πρωί ανάβαν τους φούρνους και κατά την ώρα 12 περνούσαν πολλοί συγγενείς, οι κοντινοί συγγενείς, και τους έκαναν ένα ημι – τραπέζι. Τρώγαν και ερχόταν η ώρα για το γάμο. Πάλι το ίδιο βιολί, θα πηγαίναμε στο σπίτι εμείς τα όργανα θα παίρναμε τον γαμπρό […]. Την Κυριακή, την ώρα που ντύνανε τον γαμπρό ήτανε και ο κουρέας μαζί. Τον ξούριζε την ώρα που παίζαμε εμείς, ξούριζε τον γαμπρό και εκείνη την ώρα παίζαμε εμείς […]. Πολλές φορές αν ήταν από το Κοντοπούλι ο γαμπρός πηγαίναμε περπατητά και τον φέρναμε παίζοντας, και τον πηγαίναμε στο σπίτι της νύφης, η νύφη ήταν απάνω και παίζαμε εμείς εκεί και η νύφη έβγαινε, την παίρναμε και την πηγαίναμε στην εκκλησία. Μόλις φτάναμε στην εκκλησία, αμέσως σταματούσαν τα όργανα, τους παίρναμε και φεύγαμε. Έπειτα εμείς πηγαίναμε στο καφενείο που ήταν να γίνει η διασκέδαση […]. Η νύφη και ο γαμπρός πηγαίνανε στο καφενείο και τους χαιρετούσανε, όλο το χωριό ήταν καλεσμένο, όλο το χωριό πήγαινε. Όλοι συγγενείς ήταν στο χωριό, όλους τους καλούσαν. Όλο το χωριό ήταν καλεσμένο, και τώρα έτσι είναι, αλλά τότε έπρεπε να τους καλέσεις με τσουρέκι […], και στο γάμο είχαν φλάμπουρο. Ήταν ένα κόκκινο μαντίλι. Την ώρα που παίρνανε τον γαμπρό το άρπαζαν και το χόρευε όλη νύχτα. Ναι, αυτός που το έκλεβε. Ναι, το μαντίλι το χόρευε. Εν τω μεταξύ το βγάζανε και στον αθλητισμό. Την ημέρα του γάμου, ακριβώς δεν θυμάμαι, μάλλον το απόγευμα πρέπει να ήταν, προτού να γίνει η στέψη, το βάζανε σε αθλητισμό ή στην πάλη ή στο λιθάρι ή στο πήδημα, και λέγανε ότι το μαντίλι αυτό θα το βάλουνε στο πήδημα, στο τριπλούν, όποιος το πάει πιο μακριά αυτός θα πάρει το μαντίλι και όλη νύχτα το χόρευε γιατί ήταν πρωταθλητής […]. Αυτό ήταν το φλάμπουρο. Το ίδιο ήταν και στα άλογα, το δίνανε τότε, τώρα βέβαια έχει αλλάξει [….]. Έχει δυο γαμπρίκιοι, ένα μαρς το οποίο δεν είναι γαμπρίκιο […]. Ο γαμπρίκιος είναι διαφορετικός, ο παλιός, αλλά έπειτα βάζανε το μαρς, διότι το μαρς έχει βήμα και μας άρεσε και ήτανε πιο εύκολο.

 

  • Ηγετικές προσωπικότητες – ρόλοι στο πεδίο της μουσικής επιτέλεσης:

Στο μουσικό συγκρότημα ο Κώστας Δημηνάκης, ως πιο έμπειρος μουσικός, κρατούσε το χρόνο [επειδή δεν είχαν κρουστά], ενώ είχε και την ευθύνη για τη σειρά των χορών στα πανηγύρια και στα γλέντια:

Δεν είχαμε τουμπελέκι, ούτε ντραμς ούτε τίποτα. Πρέπει να ήταν ένα όργανο να κρατάει το χρόνο. Ε, δεν γινόταν τόσο εύκολα, όταν ένας είναι καλός κρατάει και τους υπόλοιπους, τον βλέπεις και πας καλά. Με τη ματιά που θα του ρίξεις αισθάνεται ο άλλος […]. Ε, υπήρχαν και τα σινιάλα, πότε θα σταματήσουμε, αν πρέπει να χορέψει η παρέα αυτή, γιατί τότε ήταν με τη σειρά. Εγώ την κράταγα τη σειρά, ο μεγαλύτερος, ήταν 10 – 20 τραπέζια με τη σειρά και σε έλεγε “θέλω να χορέψω”, “εντάξει σε έβαλα στη σειρά”, αλλά δεν υπήρχε σειρά, υπήρχε το πονηρό. Ξέραμε εμείς ποιες παρέες πληρώνουνε καλά, ε, καμιά φορά χόρευε η δικιά σου παρέα μπροστά, σταματούσαμε. Για να φτάσεις όλα τα τραπέζια μια φορά, ήθελες μιάμιση – δύο ώρες. Αυτός που χόρεψε πρώτος μετά από καμιά μισή ώρα πάλι σηκωνόταν. Λέει ο ένας δεν έχεις σειρά […]. Έπεφτε ξύλο φοβερό, πάντα γινόταν με τη σειρά γιατί τότες πίνανε ρακή, δεν πίνανε μπύρα όπως τώρα. Το ρακή είναι σκληρό και αμέσως νταν θα σου τη δώσει. Έχει πέσει ξύλο πόσες φορές! […].

Αμοιβή:

Στα πανηγύρια και στα γλέντια οι μουσικοί αμείβονταν από όσους επιθυμούσαν να χορέψουν:

Στην αρχή ξεκινήσαμε με κέρματα, στη σειρά σηκωνότανε απάνω, ήθελε να κάνει ένα χορό και στην αρχή ξεκινούσαν ως εξής οι Λημνιοί: κάνανε 1-2 ζεϊμπέκικα, μετά κάνανε 1-2 συρτά, καλαματιανά, έπειτα κάνανε κανένα ευρωπαϊκό να μαγκώσουν τις μικρούλες να τις αγκαλιάσουν, κανένα βαλσάκι, ταγκό επί το πλείστον και το ‘σιχτίρ πιλάφ’ [ο τελευταίος χορός] ήταν το χασαποσέρβικο. Η παρέα σηκωνόταν, δεν επιτρεπόταν να σηκωθεί άλλος. Οι γυναίκες δεν σηκωνόταν στο ζεϊμπέκικο, σηκωνόταν στο συρτό, στα βαλσάκια και στο χασαποσέρβικο υπήρχαν κάποιες γυναίκες που σηκωνότανε […]. Τώρα η πληρωμή πως γινότανε: το πρώτο που θα κάνανε δεν τον πληρώνανε, αλλά εμείς δεν το αφήναμε και πολύ ώρα το πρώτο, θα το σταματούσαμε, θα ερχόταν ένας από την παρέα και θα πλήρωνε. Ε, πόσα ήτανε, κανένα δεκάρι, τα έβαζε εδώ πέρα, είχαμε συνήθως μια θήκη, του κλαρίνου, του βιολιού, και τα έριχνε μέσα, στον κουμπαρά. Αφού τελείωνε το ζεϊμπέκικο τους σταματούσαμε, παραγγελία, “θέλουμε να βάλεις το συρτό”, τακ να πληρώσεις. Τους σταματούσαμε γιατί ήταν και άλλος, θα μας βάλεις το άλλο συρτό, πλήρωνε, το βάζαμε, το σταματούσαμε, ήταν άλλος που δεν είχε πληρώσει, “θα μας βάλεις και ένα ταγκό”, το σταματούσαμε, ήταν ο άλλος ο πέμπτος. Από την ίδια παρέα πάντα, “θα μας βάλεις ένα χασαποσέρβικο” και τον βάζαμε. Μερικοί όμως δεν πληρώναν, τι κάναμε όμως εμείς; Πλήρωνε πάντα αυτός που βρισκόταν κοντά στα όργανα. Τι να κάνει, ήταν τα όργανα εδώ πέρα, περνούσε από εδώ, σταματούσαμε εδώ εμείς, κανονίζαμε να σταματήσει κοντά μας. Τι να κάνει, να φύγει τώρα ίσα πέρα να πάει άλλος να πληρώσει; Τον παγιδεύαμε […]. Εν τω μεταξύ υπήρχαν κάτι παρέες που δίναν σημερινά ένα πεντοχίλιαρο στο χορό. Υπήρχαν παρέες που δίναν κανένα χιλιάρικο, δεν τις προτιμούσαμε αυτές […]. Και διαλέγαμε τους “γαλακτερούς” […].

 

Κρίσεις για άλλους μουσικούς:

Ο Κώστας Δημηνάκης αναφέρεται ενδεικτικά στους μουσικούς:

  • Για τον Τρύφωνα Κατή ή ‘Σκορδαλιά’ [μπουζούκι] από το Μούδρο:

Ο Σκορδαλιάς πολύ καλός, στο Μούδρο είναι, έχω παίξει πολλές φορές μαζί του […], καλό μπουζούκι ήτανε, πρακτικός είναι.

 

  • Για τον Χρήστο [ακορντεόν] από Παναγιά:

Να! ένας στην Παναγιά εδώ πέρα, Χρήστος λέγεται, ξεχνάω το επώνυμο, πολύ μεγάλος, πήγε στη Γερμανία, στη Γερμανία κει πέρα δούλευε σε εργοστάσιο, αλλά έπαιζε ακόρντεον τόσο καλό ώστε τον παίρνανε σε γάμους, σε βαφτίσια, μετά πήγε σε κέντρο κι όσα έβγαζε από το μεροκάματο έβγαζε δέκα φορές περισσότερο και πλούτισε. […].

 

Ακροατές – γλεντιστές:

Για την συμμετοχή των γλεντιστών αναφέρει:

Στην αρχή ξεκινήσαμε με κέρματα, στη σειρά σηκωνότανε απάνω, ήθελε να κάνει ένα χορό και στην αρχή ξεκινούσαν ως εξής οι Λημνιοί: κάνανε 1-2 ζεϊμπέκικα, μετά κάνανε 1-2 συρτά, καλαματιανά, έπειτα κάνανε κανένα ευρωπαϊκό να μαγκώσουν τις μικρούλες να τις αγκαλιάσουν, κανένα βαλσάκι, ταγκό επί το πλείστον και το ‘σιχτίρ πιλάφ’ [ο τελευταίος χορός] ήταν το χασαποσέρβικο. Η παρέα σηκωνόταν, δεν επιτρεπόταν να σηκωθεί άλλος. Οι γυναίκες δεν σηκωνόταν στο ζεϊμπέκικο, σηκωνόταν στο συρτό, στα βαλσάκια και στο χασαποσέρβικο υπήρχαν κάποιες γυναίκες που σηκωνότανε […].

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο