Αντώνας Απόστολος
ΛέσβοςΤόπος γέννησης: Μανταμάδος, Λέσβος
Χρόνος γέννησης: 1917
Ιδιότητα: Πρακτικός οργανοπαίχτης (νταβούλι) και τραγουδιστής.
Γονείς: Ο πατέρας του και η μητέρα του κατάγονταν από το Μανταμάδο.
Οικογενειακή κατάσταση: Παντρεμένος
Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα:
O Α. Αντώνας ήταν υπάλληλος της κοινότητας Μανταμάδου, υπεύθυνος για την περισυλλογή των απορριμμάτων, ενώ απασχολείται επίσης σε αγροτικές εργασίες, κυρίως στην ελαιοκαλλιέργεια στα δικά του κτήματα, καθώς και στην κτηνοτροφία:
Αγρότης είμαι. Ε, είχα και τα σκουπίδια του Μανταμάδου. Είχα ένα κάρο με το γάιδαρο και μάζευα και τα σκουπίδια να πούμε… Ελιές, ε, δ’κά μου χτήματα. Και πρόβατα, έχω ακόμα. Απ’ όλα κάνεις, δεν μπορείς εδώ μες στο χωριό και τον κασμά θα πάρ’ς και στο θέρος θα πας και ελιές θα μαζώξεις, δεν μπορείς να πούμε να ζεις έτσι…
Προσωπική και οικογενειακή πορεία:
Ο Α. Αντώνας παρουσιάστηκε στο στρατό το 1937 στη Μυτιλήνη και απολύθηκε το 1939, αμέσως μετά επιστρατεύτηκε και πάλι λόγω του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Το 1941, πέρασε μέσω της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή, όπου επιστρατεύτηκε εκ νέου, μέχρι και το τέλος του πολέμου:
Στρατό, τη Μικρά Ασία γύρισα, το 1941 [πέρασα στη Μέση Ανατολή]. Μέχρι Τομπρούκ, Μάσα-Μαντρούχα, μέχρι τέτοια, Σουντάν, Σουντάνια. [Σουδάν]. Από δω φύγαμε μέσω Τουρκίας, απ’ την Τουρκία Συρία, Λίβανο, Παλαιστίνη […]. Μας βάλαν και στα σύρματα, μας χτυπήσαν στη θάλασσα, τον καιρό που κάναμε ‘μεις φαντάροι στη Μέση Ανατολή […]. Με τους Εγγλέζους ήμασταν, αλλά αυτοί να πούμε θέλαν να μας πάνε Ιταλία, να πολεμήσουμε στο Ρίμινι, αλλά εμείς να πούμε δεν θέλαμε να πάμε, θέλαμε να μας φέρουν στην Ελλάδα, αφού στην Ελλάδα ήταν οι κατακτηταί έδγιω πέρα, γιατί να μας πάνε; Και μας βάλαν στα σύρματα […].
… [Έφυγα] το 1941, 13 Σεπτεμβρίου και πέρασα Τουρκία. Κι οι Τούρκοι το ξέραν. Άμαν έπεφτες πάνω σε καλοί ανθρώποι, ήταν κι αυτοί κόμματα-κόμματα. Ήταν και με τσ’ Εγγλέζοι και με τσ’ Γερμανοί. Και τώρα δεν βλέπεις τι γίνεται; Σαν εμάς έδγιω πέρα που ‘μαστε κόμματα, οι ίδιοι. Αν έπεφτες πα’ σε κάνα καλόν άνθρωπο που ‘ταν Αγγλόφιλος, τράβα για μέσα, άμα δεν […], τους στέλναν πίσω. Το 1945 γυρίσαμε […]. Κάτω ο στρατός ήταν πληρωτός, πληρωτός, δεν επήγαμε εμείς απ’ έδγιω να πάμε πάλι φαντάρ’. Εμείς φύγαμε απ’ έδγιω να γλυτώσουμε τους Γερμανοί, την πείνα, [βέβαια] φαντάροι ήμασταν τσι κάτω […].
[Το 1937 πήγα στο στρατό και] απολύθηκα το 1939. Το 1937 πήγα κληρωτός, έδγιω πέρα στη Μυτιλήνη. Απ’ τη Μυτιλήνη λοιπόν με πήγαν στη Μακεδονία [Θράκη], ανάμεσα Κομοτηνή με Αλεξανδρούπολη, ένα χωριό Κιρκάς λέγεται εκεί πέρα, Κιρκάς. Εκεί τελείωσε να πούμε η δουλειά. Μόλις ήρθαμε έδγιω πέρα να πούμε έγινε πάλι, δεν επέρασε κομμάτι καιρός, μας επιστρατεύσαν πάλι. Δεν ήταν ακόμα, λέγαν να πούμε, λέγαν, δεν ήτανε πόλεμος ακόμα, μας επιστρατεύσαν πάλι και μας πήγαν στη Λήμνο. Απ’ το ’37 μέχρι το ’45 συνέχεια ήμουν στρατιώτης, 8 χρόνια πέρασα, κατάλαβες τώρα ε; Και τώρα παν’ δυο χρόνια και κάνουν παράπονο, μη παραπονιόνται καθόλου, 8 χρόνια και με πόλεμο! Και με πόλεμο. Και στο Αλαμέϊν πολέμησα [Ελ Αλαμέϊν], έτσι ήτανε ο πόλεμος. Φύγαμε […] και πήγαμε να βρούμε πιο καλή ζωή. Περάσαμε στην Τουρκία, λέγαμε θα πάμε εργάτες, θα πάμε κάπου. Εμ ελέγαμε, εμ όμως κατευθείαν μας πήγαν στο στρατό. Μας ντύσαν στρατιώτες και μας λαχταρίζαν με την Ελλάδα […]. Στη Μέση Ανατολή πολεμήσαμε με τους Γερμανούς, στο Ελ Αλαμέϊν πολεμήσαμε με τους Γερμανούς […].
[…] Εγώ έφυγα κρυφά, απ’ τη θάλασσα από κάτω, από τον Άγιο Στέφανο [επίνειο του Μανταμάδου], ένα χιλιάρικο δώκαμε, κάθε άτομο ένα χιλιάρικο [στο βαρκάρη], ξένος ήταν [ο βαρκάρης]. Και μας πέταξε πα’ σ’ ένα νησί και λέγινταν Γαϊδαρονήσι. Τουρκικό ήνταν το νησί, αλλά μας είπαν να πούμε ότ’ είναι στεριά. Μόλις χάραζε λοιπόν έτσι-να, μας ήβγαλε πά’ στο νησί, λέγαν ότι είναι στεριά, δεν ελέγαν νησί. Άμαν εξημέρωσε μέρα λοιπόν κι ήβγαμε, ήρτε ακόμα μια βάρκα. Αλλά πιάνουμε τη βάρκα και τη σ’κώνουμε και τη βουλιάζουμε να μη μας βάλουν οι Τούρκοι και μας στείλουν πίσω. Άμαν εξημέρωσε καλά λοιπόν, βγαίνουμε απάνω στο νησί, στο λόφο, ήταν τ’ Αϊβαλί απ’ έδγιω, πόσο να σου πω, κάμποσος δρόμος θάλασσα κι όχι τ’ Αϊβαλί, το Μοσκονήσι. Καθόμαστε και λέγαμε ‘να ‘μαι Χάρε πάρε με!’. Μήδε ψωμί, μήδε φαγί, μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες. Είμαστε εφτά κι εφτά, 14 νομάτοι απά στο νησί, με τη βάρκα την άλλη που ‘ρθε, οι άλλοι ήνταν ξένοι [από άλλα χωριά της Λέσβου], Μυστεγνιώτες απ’ όλα […].
[…] Είχαμ’ έναν κι ήξερε το μπάνιο. Δεν ήταν πολύ και πέρασε απ’ έξω μεριά, φαίνονταν οι ανθρώποι. Αποφάσισε ένας νεαρός που λες λοιπόν και λέει: ‘Θα πέσω στη θάλασσα ή θα πνιγώ ή θα τέτοιο’. Και μόλις λοιπόν έπεσε στη θάλασσα, ήβγε από καρσί [απέναντι], μας κούνησε, αλλά δεν επρόλαβε να πούμε μηδέ να τέτοιο, χραπ τον πιάσανε οι τζανταρμάδες έδγιω πέρα. Και δεν επέρασε κομμάτι που λες λοιπόν και ήρθε μια βάρκα με την καταδίωξη αυτή και ήρθε γιαλό εκεί πέρα και μας έβαλε μέσα. Μας πήραν ναι, μας είπε ι Τούρκος ‘Γκιαούρ Γκιαουρντάν’, αλλά εμείς δεν ηξέραμε καθόλου, αλλά ένας ήξερε τα ελληνικά που ήταν απ’ την καταδίωξη και λέει ‘ξέρεις τι σας είπε τώρα;’ Ο δικός σου ο πατέρας σκότωσε τον δικό του’. Γκιαούρηδες είμαστε, άπιστοι είμαστε. Μας βάλαν στο καρακόλι που λες λοιπόν, μας είχαν εκεί πέρα, στο Αϊβαλί. Απέ κει λέει ένας ‘αύριο θα κριθεί: Ή πίσω θα σας στείλειν ή μπροστά θα παγαίνετε’. Και παγήκαμε μπροστά, και μας πήγαν στο Μπαλού-Χισέρ κι απ’ το Μπαλού-Χισέρ πιάσαμε τ’ Αφιόν-Καρά-Χισάρ κι αμ’ τ’ Αφιόν-Καρά-Χισάρ που λες λοιπόν ήμπαμε μέσα και πιάσαμε την Παλαιστίνη, Γιάφα, Τελ-Αβίβ. Οι Τούρκοι, υπεύθυνοι αστυνομικοί ας πούμε μας πηγαίνανε. Όλο το τρένο ίσαμε έδω-να πέρα ήταν Τούρκοι, βγαίναμε απ’ την Τουρκία, άμαν ήβγαμε ήτανε η Συρία […].
[…] ζητήσαμε πολιτικό άσυλο και στην Τουρκία, γιατί; Δεν απομείνανε; Άμαν ήθελες απόμενες. Να σε πάρουν σε μια δουλειά, να πιάσιν… Άμαν επήγαμε στην Παλαιστίνη να πούμε, ήταν οργανωμένος ο στρατός, η Ελλάδα είχε δυο Ταξιαρχίες καμωμένες, η 1η Ταξιαρχία και η 2α Ταξιαρχία. Εγώ δεν ήθελα να πάγω στρατιώτης, είχα τόσα χρόνια στρατιώτης. Πήγαμε στο Αλβανικό τον πόλεμο, μας πήγαν και στ’ Αλαμέϊν […]. Τότε που έφυγα αρραβωνιασμένος ήμουνα, 22-23 χρονών ήμουνα τότε.
Μουσική μαθητεία:
Ο Α. Αντώνας έμαθε να παίζει νταβούλι πρακτικά, στις αρχές της δεκαετίας του 1950:
Εγώ ήμουν να πούμε αγρότης, στο μεταξύ αυτό, μ’ άνοιξε λοιπόν ένας απ’ την κομπανία που είχαν μαζωμένη: Ήνταν ι Στράτος ι ‘Χαλβατζής’, αυτοί ήνταν να πούμε, ι Κωστής ‘τσ’ Ευρώπης’ [Κώστας Γεωργουλίδης ή ‘της Ευρώπης’], πολλοί να πούμε ήταν αυτοί και τον διώξαν αυτόν [εννοεί τον μουσικό Θεόφραστο Γαβριήλ ή ‘Γιάννο’]. Αυτό που λέμε, μαλώσαν, στο μεταξύ αυτόν που λες λοιπόν, τον διώξανε αυτόν που έπαιζε το βιολί και απόμεινε περιπλανώμενος δυστυχισμένος και έλεγε ‘τι θα κάνω;’. Αυτός λέγινταν ‘Γιάννος’, Θεόφραστος ‘Γιάννος’. Αυτός λοιπόν ο καημένος απόμεινε παραπονεμένος που τον διώξαν. Λοιπόν του λέγω ‘έλα ‘δγιω πέρα’, τον παίρνω λοιπόν εγώ, μουσικός αυτός ε; Εγώ είχα τα σκουπίδια στην Κοινότητα. Τον παίρνω και παγαίναμε στα ραδίκια, παγαίναμε και βγάζαμε ραδίκια. Μουσικός τώρα αυτός, παλιός μουσικός. Έπαιζε κλαρίνο, ωραίο κλαρίνο, ύστερα το πούλησε το κλαρίνο κι έπαιζε διολί. Εκάθονταν αυτός, λέει ‘τι θα κάνουμε, τι θα κάνουμε;’, λέω ‘Α ρε εγώ θα γίνω μουσικός, μη νοιάζεσαι!’ […].
[…] το κάνω το νταβούλι και αρχινάω τώρα ‘γω να κάνω πρόβες. Δεν ήξερα καθόλου και πήγαινα στον «Μουμτζή» [Τηλέμαχος Παπαδόπουλος από Κάπη] απάνω να πούμε. Ένας ξερός, αδύνατος, τι έπαιζε, κλαρίνο έπαιζε; Πάω λοιπόν που λες, έκανε το νταβούλι, το ξέσιαξε κάτι πράματα, τώρα ήθελε να μάθουμε και μουσικά. Καλός ήταν, δε με μάλωνε, δεν μ’ έλεγε να πούμε. έπιανε και τα χέρια μου. Τα χέρια μ’ έπιανε και μ’ έδειχνε, μια γροθιά, δυό γροθιές, μ’ έδειχνε (γ)ι άνθρωπος. Τον ξέραμε, κατεβαίνανε στον Μανταμάδο και παίζανε αυτοί παλιά, είμαστε μαζί, μια ηλικία και στον στρατό κάναμε μαζί.
Μουσική εξειδίκευση (τραγούδι, ή/και όργανα):
Ο Α. Αντώνας έπαιζε νταβούλι και συνεργαζόταν με τον Μανταμαδιώτη μουσικό Θεόφραστο Γαβριήλ ή «Γιάννο», που έπαιζε κλαρίνο και βιολί:
Δεν ήξερα τίποτα, τρία κομματέλια έκανα πρόβες αυτού πέρα, ε, έμαθα, σιγά-σιγά έμαθα, πήρε δρόμο λοιπόν, γυρίζαμε. Μας παίρναν και στους γάμοι, μας παίρναν και στους αρραβώνες, οι δυό μας! Μοναχοί μας παγαίναμε στα παναγύρια, μας παίρναν σε χωριά […].
Συμμετείχε επίσης και στην κομπανία με την οποία συνεργαζόταν παλιότερα ο Θεόφραστος Γαβριήλ ή «Γιάννος», όταν αυτός εντάχθηκε και πάλι σ’ αυτήν:
Στο μεταξύ αυτό όμως, οι άλλοι που τον είχαν διώξει αυτόν [τον Θεόφραστο Γαβριήλ ή ‘Γιάννο’], βλέπαν μας που φέρναμε παραδέλλια και κολλήσαν λοιπόν κι ήρθαν κι αυτοί μαζί μας. Ήνταν ένας Γεωργουλίδης ονομάζονταν, Κώστας Γεωργουλίδης, έπαιζε σαντούρ’. (Γ)ι άλλος έπαιζε τρομπόνι, ο Σίμος τ’ Κ’τζάν, τ’ Κ’τζάν’ λέγονταν [Κουτζανίδης]. Ήνταν κι οι άλλοι τώρα μαζί, ήμασταν σύγχρονη μουσική. Δεν είχε μεγάφωνα, έτσι απλώς τραγ’δούσα, δεν είχε τέτοια πράματα […].
Περιστασιακά [σε διάφορα πανηγύρια κυρίως] συνεργάστηκε και με την κομπανία των αδερφών Κουτζανίδη από το Μανταμάδο:
Χτυπούμε εμείς να πούμε τώρα και πάμε στην Αγιά Μαρίνα. Εδώ, Μανταμαδιώτισσα είναι η Αγιά Μαρίνα, είναι απά στο βουνό. Άμαν επήγαμε λοιπόν η εκκλησιά δεν είχε ακόμα τελειώσει, ναι. Πήγαμε μέσα στα περβόλια εκεί πέρα, είχαν καρπέτες στρωμένες,, είχαμε πάει μεις αποσπερού και πορπατάμε, τί ώρα ήταν; Κάνει λοιπόν εύτος [ο Σίμος Κουτζανίδης] με την τρόμπα βάρεσε εγερτήριο, η τρόμπα σα που ήταν στο στρατό και βαράει το πουρνό εγερτήριο, βαράει λοιπόν εγερτήριο που λες λοιπόν. Ι κόσμος εκεί πέρα στα περβόλια ο κόσμος λέει ‘τί γίνεται έδγιω πέρα;’. Που λες λοιπόν, απολύεται η εκκλησιά, σηκωνόμαστε που λες λοιπόν και πιάνουμε λοιπόν εκεί πέρα δουλειά. Είχαν και προβατίνα σφαμένη εκεί πέρα, φαγιά, φάγαμε καλά, γεμώσαμε την κοιλιά μας, πήραμε και παραδέλλια.
Ο Α. Αντώνας ανέφερε τους ακόλουθους μουσικούς:
- Θεόφραστος Γαβριήλ ή «Γιάννος» (γ. 1923), από τον Μανταμάδο, έπαιζε κλαρίνο και βιολί. Συνεργάστηκε με τον Α. Αντώνα στο νταβούλι, καθώς και με πολλούς Μανταμαδιώτες μουσικούς τις δεκαετίες 1940 -1950.
- Ευστράτιος Βουγιούκας ή «Χαλβατζής», από το Μανταμάδο. Έπαιζε βιολί και είχε κομπανία με τους αδερφούς του την περίοδο 1940-1950 στον Μανταμάδο:
Ε είχε και πιο καλή μουσική από μας, είχε ευρωπαία μουσική, με τζάζια [ντραμς], είχε με τέτοια, με βιολί, με τζαζ, με κλαρίνα. Ήνταν ι Χαλβατζής ο Στράτος να πούμε, αυτός ήτανε μουσικός. Έπαιζε αυτός ωραίο βιολί να πούμε […].
- Κώστας Γεωργουλίδης ή «της Ευρώπης», από τον Μανταμάδο. Έπαιζε σαντούρι και συνεργαζόταν με τους αδερφούς Φώτη και Σίμο Κουτζανίδη.
- Σίμος Κουτζανίδης, από το Μανταμάδο. Έπαιζε τρόμπα ή κορνέτα.
- Φώτης Κουτζανίδης, αδερφός του Σίμου. Έπαιζε τρομπόνι σε συνεργασία με τον αδερφό του, τον Κώστα Γεωργουλίδη ή «της Ευρώπης», σαντούρι και τον Θεόφραστο Γαβριήλ ή «Γιάννο», βιολί και κλαρίνο. Έπαιζε επίσης ντράμς και νταβούλι:
Ι Κ’τζάνης, ι Φωτής ι Κ’τζάνης ήταν κι αυτός μουσικός. Ύστερα να πούμε, άμα τα παράτησα εγώ, ήθελε να πάν’ σε κάνα παναγύρ’ – έπαιζε τζαζ αυτός – για να μη σ’κώνει το τζαζ και παγαίνει στον Άγιο Χαραλάμπη τη μια, την άλλη που παγαίναν στα πανηγύρια, το γύριζε το νταβούλι μ’ να πούμε και επειδής ήταν μικρό το ‘παιρνε να πούμε και πάγαινε στα παναγύρια και το ξαναήφερνε πάλι το νταβούλι. Και σώζεται ακόμα να πούμε το νταβούλι και κάθεται στο σπίτι.
- Τηλέμαχος Παπαδόπουλος ή «Μουμτζής». Μικρασιατικής καταγωγής, εγκατεστημένος στην Κάπη. Έπαιζε κλαρίνο και ήταν μέλος μεγάλης μουσικής οικογένειας. Δίδαξε νταβούλι στον Απόστολο Αντώνα τη δεκαετία του 1950:
Καλός ήταν [ως δάσκαλος]. Δεν με μάλωνε, δεν μ’ έλεγε να πούμε. Έπιανε και τα χέρια μου. Τα χέρια μ’ έπιανε και μ’ έδειχνε, μια γροθιά, δυό γροθιές, μ’ έδειχνε γη άνθρωπος. Τον ξέραμε, ναι, είμαστε μαζί μια ηλικία και στον στρατό κάναμε μαζί. Κατεβαίνανε στον Μανταμάδο και παίζανε αυτοί παλιά. Κι ο πάππος τ’ να πούμε έδγιω πέρα έπαιζε πολλές βολές, στη ‘Τσαντήρα’ [καφενείο] μέσα έδω-να πέρα έπαιζε ο άνθρωπος, ναι.
- Μενέλαος Κυριακόγλου, από την Κάπη. Έπαιζε βιολί και τρομπόνι, επικεφαλής της κομπανίας των Κυριακόγλου ή «Μενελάηδων» ή «οι Καπιώτες».
- Χαράλαμπος Βασιλαράς, από την Νάπη, έπαιζε νταούλι:
Χαραλάμπη, Βασιλαράς λέγεται. Με τον πατέρα τ’ έπαιζε, ο πατέρας τ’ έπαιζε ζουρνά κι εκείνος έπαιζε νταβούλι να πούμε. Αρχόταν, πριν να γίνειν οι μουσικές έδγιω πέρα, αρχόνταν αυτοί, πατέρας και γιος, ναι, προπολεμικώς. Στον Κουλουμδάδο [Νάπη] ζει αυτός. Ζει αυτός ο Χαραλάμπης, μια ηλικία είμαστε, στα ογδόντα θα ν’ είναι.
Ο Α. Αντώνας σταμάτησε την επαγγελματική του ενασχόληση με τη μουσική, στα τέλη της δεκαετίας του 1950 – αρχές της δεκαετίας του 1960:
Εδώ πέρα μεσ’ στο χωριό γίνονταν ένας γάμος και μένα με απορρίψαν να πούμε, δεν ηθέλαν η νύφη κι ο γαμπρός νταβούλι. Το νταβούλι είναι προπολεμικό στα πράματα να πούμε. Θέλαν να χορέψιν, αλλά δεν θέλαν νταβούλι να πούμε. Συρτό, καρσιλαμά, ζεϊμπέκικο, ό,τι ήταν, αλλά δεν το θέλαν το νταβούλι, μ’ απορρίψανε εμένα να πούμε. Ε, ύστερα αρπαχτούκαμε, καβγαδίσαμε με τσ’ άλλοι να πούμε. Με στέλνουν μένα να πάω να μάθω μουσικά να πούμε. Να γίνω σύγχρονος μουσικός. Να κάνω [μάθω να παίζω] τζαζ [ντραμς], αντίς για νταβούλι. Επειδής να πούμε το νταβούλι το προτιμούσαν να πούμε προτινό να πούμε […].
[…] Στο γάμο που λες λοιπόν που πήγαμε, λέγαν αυτοί: ‘Δεν θέλουμε νταβούλι’, έδγιω πέρα στον μαχαλά μέσα. Την αυγή όμως, εύτοι που ήνταν στον γάμο, θέλαν να βγούν βόλτα, ήταν παλιά τα χρόνια τούτο έθιμα να πούμε, να γυρίζουν μεσ’ στο χωριό, να παγαίνουν στο σπίτι το δ’κό σ’, τ’ αλλουνού να πούμε, να βγαίνειν με το δίσκο να τσερνούν να πούμε, ναι. Ήρθαν και με φωνάξαν. Αυτοίν που ήθελε να πούμε, που θέλαν το νταβούλι, ήρθαν και με φωνάξαν απ’ το σπίτι. Άμαν ήρθε η ώρα να κάνουμε μοιρασιά, δε με βάζαν μένα στον ρεφενέ που παίζαν τη νύχτα. Κατάλαβες; Δε με βάζαν στο ρεφενέ να πούμε για τη νύχτα. Διαλύσαμε, πάει ο καθένας στα σπίτια ντων, απόμεινα λοιπόν εγώ, να δούμε τι θα κάνουν να πούμε! Τους βλέπω λοιπόν αυτοί(ν) μ’ βγάλαν ένα μερδικό λίγο, ‘δεν σε βάζουμε λέει τη νύχτα’, ‘Δεν με βάζετε τη νύχτα;’. Ε, ύστερα αυτός λοιπόν που πήγαμε [ο Θεόφραστος Γαβριήλ ή ‘Γιάννος’], μόνιασε με τσ’ άλλοι και έδιωξε μένα, κατάλαβες; Ήθελε σύγχρονο να πούμε κι αυτός, ναι ήταν ευρωπαϊκιά μουσική να πούμε. Και το πήρα που λες λοιπόν και έφυγα στο σπίτι και πήγα και το ‘βαλα μεσ’ στην καλή την κάμαρη και κάθεται το νταβούλι τώρα και σώζεται και απόμεινε για ενθύμιο. Το γυρέψαν να το πουλήσουν, να τ’ αγοράσουν, δεν το ‘δωκα, τ’ αφήκα, ας κάθεται. Δεν εξαναέπαιξα […].
Σταθερές μουσικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε/συμμετέχει:
Ο Α. Αντώνας κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του ενασχόλησης με τη μουσική, συμμετείχε σε διάφορα μουσικά δρώμενα:
Ε, γυρίζαμε να πούμε [με τον Θεόφραστο Γαβριήλ ή «Γιάννο»] μπρος και πίσω στα πανηγύρια να πούμε, στον Άγιο Χαραλάμπη, στον Άγιο Γιάννη , παντού. Παραδέλλια είχε, μας παίρναν και στους γάμους, μας παίρναν και στους αρραβώνες, οι δυό μας! Μοναχοί μας παγαίναμε στα παναγύρια, μας παίρναν σε χωριά […], στο Πανηγύρι της Παναγίας το Δεκαπενταύγουστο […].
Αναμεταξύ αυτό παγαίναμε, άμαν είχε κάνα γάμο, άμαν είχε καμιάν αρραβώνα, άμαν είχε τίποτα, ναι. Δεν είχε συμφωνίες, απλώς ναι, ελάτε να πούμε να παίξετε, ο γαμπρός [μας καλούσε], ο γαμπρός, διότι θέλουν μουσική να πούμε […].
Επίσης έχει παίξει σε πολλά καφενεία του Μανταμάδου:
Έδγιω μέσα παίζαμε, στου Αψόκαρδου, στα καφενεία βέβαια! Μέσ’ του Κοπριτέλλη να πούμε, στα Εξοχικά . Αλλά στα Εξοχικά γίνονταν κάτι τέτοιοι γάμοι, δεν εθέλαν νταβούλι, δεν ήταν ευρωπαϊκό το νταβούλι, κατάλαβες. Μια βραδιά ήμασταν στο Εξοχικό και δεν ηθέλανε [νταβούλι] – αυτοί ήταν ‘ευρωπαίοι’, ήταν υψηλής περιποιήσεως – σβούσαν και τα φώτα τη νύχτα άμαν εγίναν ‘αλλαργέ’ που λένε. Άμα δεν κάναν ‘αλλαργέδες’, σβούσαν τα φώτα, δεν εθέλαν, αλλά εκείνη τη βραδυά να πούμε πήρα το μερδικό μου [παρόλο που δεν έπαιξα νταβούλι], γιατί κάθουμουν δίπλα, κάθουμουν δίπλα να πούμε […].
[Έχω παίξει] στον Άγιο Χαραλάμπη στην Κώμη, στον Άγιο Χαραλάμπη στην Κώμη που σφάξαν και το κατεβάζουν να πούμε το βόδ’, να παίξουμε – δεν είχαν Αγιαπαρασκευγώτισσα μουσική – και την ώρα που το κατεβάζαν για να το βγάλουν δημοπρασία να πούμε, παίζαμε μουσική μέχρι που φτάναν και το κατεβάζανε το βόδι, από πάνω απ’ τον Ταύρο [από το εξωκλήσι] να πούμε, το κατεβάζανε το βόδι να πούμε, στο μεταξύ αυτό αρχινούσαμε εκεί πέρα, γιατί το βόδι το π’λούν [πουλούν], το βάζουν δημοπρασία και βάζεις εσύ να πούμε εκατό δραχμές, (γ)ι άλλος διακόσιες, πεντακόσιες, έχιν ώρα βαλμένη, την τάδε ώρα θα κατακυρωθεί να πούμε το βόδι. Θα πούνε ‘ντανγκ, πέντε η ώρα!’, άμαν έχεις ανεβάσει εσύ, κατακυρώνεται απάνω σου να πούμε και το βάζεις κάτω και το σφάζεις να πούμε.
Μια βολά ήμασταν στα Μυστεγνά, κάτω-κάτω στη θάλασσα στα Μυστεγνά, στη Σκάλα. Πήγαμε εκεί πέρα να παίξουμε, δεν είχε τίποτα, πήγαμε Σαββατοκύριακο, απομείναμε εκεί πέρα, να παίξουμε, τίποτα! Αναμεταξύ σ’κωνόμαστε λοιπόν με τα ποδάρια, γιατί δεν είχαμε παραδέλλια να πληρώσουμε το αυτοκίνητο το λεωφορείο. Άμαν ήβγαμε στο δρόμο απάνω να πούμε αυτού πέρα, ήνταν τσ’ Αγιάς Μαρίνας η μέρα, άμαν ήβγαμε αυτού πέρα διασταυρωτά, λέει ‘ξέρεις τι μέρα είναι σήμερα;’. Λέω ‘τι είναι ρε;’, λέει ‘είναι της Αγιάς Μαρίνας’. Αλλά στο μεταξύ όμως, οι άλλοι που τον είχαν διώξει αυτόν [τον Θεόφραστο Γαβριήλ ή ‘Γιάννο’], βλέπαν μας που φέρναμε παραδέλλια και κολλήσαν λοιπόν κι ήρθαν κι αυτοί μαζί μας. Ήνταν ένας Γεωργουλίδης ονομάζονταν, Κώστας Γεωργουλίδης [ή ‘της Ευρώπης’], έπαιζε σαντούρ’. (Γ)ι άλλος έπαιζε τρομπόνι, ο Σίμος τ’ Κ’τζάν, τ’ Κ’τζάν’ λέγονταν [Κουτζανίδης]. Λέγει ‘είναι της Αγιάς Μαρίνας’. Τραβούμε εμείς να πούμε τώρα και πάμε στην Αγιά Μαρίνα. Εδώ, Μανταμαδιώτισσα είναι η Αγιά Μαρίνα, είναι απά στο βουνό. Άμαν επήγαμε λοιπόν η εκκλησιά δεν είχε ακόμα τελειώσει, ναι. Πήγαμε μέσα στα περβόλια εκεί πέρα, είχαν καρπέτες στρωμένες […], είχαμε πάει ‘μεις αποσπερού και πορπατάμε, τι ώρα ήταν; Κάνει λοιπόν εύτος με την τρόμπα βάρεσε εγερτήριο, η τρόμπα σα που ήταν στο στρατό και βαράει το πουρνό εγερτήριο, βαράει λοιπόν εγερτήριο που λες λοιπόν. Ι κόσμος εκεί πέρα στα περβόλια ο κόσμος λέει ‘τι γίνεται έδγιω πέρα;’. Που λες λοιπόν, απολύεται η εκκλησιά, σηκωνόμαστε που λες λοιπόν και πιάνουμε λοιπόν εκεί πέρα δουλειά [το πρωί 11-12 η ώρα] Είχαν και προβατίνα σφαγμένη εκεί πέρα, φαγιά, φάγαμε καλά, γεμώσαμε την κοιλιά μας, πήραμε και παραδέλλια.
Στη Στύψη, στην Κλειού και στα Τσόνια [επίνειο της Κλειούς]:
Παγαίναμε, πήγαμε στην Στύψη, πήγαμε στη μια, στην άλλη, όπου είχε παναγύρ’, τραβούσαμε να πούμε. Παγαίναμε στην Στύψη να πούμε που ‘χε παναγύρ’, ναι στη Παναγιά, παγαίναμε στην Κλειού να πούμε στα Τσόνια, όπου είχε παγαίναμε να πούμε. Ήνταν κι οι άλλοι τώρα μαζί, ήμασταν σύγχρονη μουσική. Στην Κλειού μιά βολά πήγαμε με τα ποδάρια, τι ήταν, α! Παναγύρ’, στην Κλειού τι έχει παναγύρ’; Της Αγιάς Τριάδας, πήγαμε να πούμε κι εκεί πέρα και παίξαμε. Σ’ όλα τα πανηγύρια γυρίζαμε να πούμε.
Στη Συκαμιά:
Α, Συκαμιά πήγαμε στον […], τι τον λένε, στον Άγιο Κήρυκα, πήραμε και παραδέλλια εκεί πέρα, παραδέλλια καλά πήραμε. [Ήμασταν] Ο Θεόφραστος [Γαβριήλ ή ‘Γιάννος’], ι Κωστής [Γεωργουλίδης ή ‘της Ευρώπης’], εγώ κι ο Σίμος [Κουτζανίδης].
Ο Α. Αντώνας αναφέρθηκε στις διαμάχες – «κόντρες» μεταξύ των κομπανιών:
Αναμεταξύ αυτό, ήρθαμε αντίθετοι με την άλλη τη μουσική. Ήτανε έδω να πέρα στο Πλατάνι (γ)ι άλλη μουσική, ο ‘Χαλβατζής’ ο Στράτος ήντανε, Μανταμαδιώτες. Μανταμαδιώτες ήνταν κι αυτοί, να, εδώ να πέρα. Κάτω απ’ το Πλατάνι τώρα, ήταν ι καφενές ένας, αλλά η μουσική ήταν δυό. Εγώ με το νταβούλι να πούμε, οι άλλοι με τέτοιο [με ντραμς]. Έχει ένα πράμα, μια τρύπα, άμα τη φράξεις δε μπουμπουνίζει το νταβούλι, άμα τη βγάλεις την τρύπα και την αφήσεις, αρχινά μπουπ-μπουπ-μπούπ! Γι’ αυτό χορεύγαν σ’ αυτή τη μουσική, χορεύγαν πα’ στη δική μας τη μουσική. Ε, τα πράματα αλλάξαν εκεί πέρα. Ήρθαμε σε ρήξ’, πιαστούκαμε να πούμε, καβγάδες, φωνές εκεί πέρα. Τελικά το κάναν το τζαζ [ντραμς] το κάναν κι εκείνοι νταβούλι. Πήγαν μέσα στα χωράφια κι ήβραν μια, ένα ραβδί και το κάναν να πούμε και κείνοι νταβούλι να πούμε, όχι τζαζ που πατείς τα τέτοια […].
Από πού προμηθευόταν/προμηθεύεται μουσικά όργανα:
Ο Α. Αντώνας ανέφερε για την κατασκευή του νταβουλιού του:
Πάω στο σχολειό, έδγιω πέρα, το Δημοτικό, είχε κάτι νταβουλέλια μικρά να πούμε, που παίζαν τα μωρά να πούμε. Αλλά αυτό το νταβούλι να πούμε δεν έκανε τίποτα, δεν είχε κούρδισμα να πούμε τίποτα. Πάω λοιπόν και παίρνω λοιπόν […]. Πάμε στην Κλειού, στον Αρμένιο τον Σαλκίμ, δεν ήταν μουσικός αυτός, αυτός έκανε να πούμε παπούτσια, έκανε τέτοια. Ι πατέρας ‘τ ήξερε απ’ ευτά τα πράματα, είχε ιδέα να πούμε κι έκανε τα κόσκινα να πούμε. Κοντά στα κόσκινα που ‘κανε, έκανε τον γύρο αυτόν που λένε [το σώμα του νταβουλιού]. Και βρίσκω δυό προβειές κατσικαδίσιες να πούμε, το πάμε, το κάνει. Κάνω σίδερα λοιπόν, το κάνω νταβούλι και αρχινάω τώρα ‘γω να κάνω πρόβες, δεν ήξερα καθόλου […].
Ρεπερτόριο:
Ο Α. Αντώνας αναφέρθηκε στα τραγούδια και τους σκοπούς που έπαιζε κατά την περίοδο της επαγγελματικής του ενασχόλησης με τη μουσική:
Εγώ δεν ήξερα μουσικά. Έπαιζα να πούμε, έπαιζα τον συρτό, καλαματιανό, την ‘Αϊσέ’ να πούμε, πολλές να πούμε […]. Ετούτοι οι Στυψιανοί γυρεύγαν την ‘Αϊσέ’ να πούμε, οι Στυψιανοί ήταν πάντα η ‘Αϊσέ’. Οι δικοί μας ήταν πια καρσιλαμάδες, συρτό, ζεϊμπέκικος, ναι. Φοξάκια και βαλσάκια [συνήθως δεν παίζαμε], μονάχα μια βραδυά [παίξαμε] ήμασταν στο Εξοχικό, ναι εδώ στον Μανταμάδο στο Εξοχικό και δεν ηθέλανε – αυτοί ήταν ευρωπαίοι, ήταν υψηλής περιποιήσεως – σβούσαν και τα φώτα τη νύχτα άμαν εγίναν ‘αλλαργέ’ που λένε, δεν κάναν ‘αλλαργέδες’.
Αμοιβή:
Για την αμοιβή των μουσικών ανέφερε: Όπου ήταν, παγαίναμε να πούμε, παραδέλλια κονομούσαμε να πούμε, ο κόσμος μας αγάπαγε πολύ να πούμε […]. Ήπαιρνε καθένας το μερτικό του. Ότι όργανο κι αν έπαιζε, δεν είχε εξαιρέσεις, εσύ έπαιζες νταβούλι ή τζαζ ή βιολί, ήταν ένα το τέτοιο, δεν είχε προβλήματα να πούμε […].
[…] θυμάμαι κιόλα, ένας ήρθε που λες να χορέψει, ήρθε να κάνει καβγά, να χορέψει αυτός. Χορεύγαν εκεί πέρα να πούμε και ήρθε [να πάρει τη σειρά], ναι, ναι, να χορέψει και καλά. Και θυμούμαι που τ’ είπα να πούμε ‘ρε συ, έλα έδγιω πέρα’, τον φωνάζω ‘έλα έδγιω πέρα, τι έχεις; Έχεις δέκα φράγκα στην τσέπη σου και θες να τα δώσεις σε μας; Αε πάγαινε απ’ έδω-να και τράβα για το σπίτι σου να πας να πάρεις ψωμιά τα μωρά σου και άφησε μας, μην κάνεις κάνα καβγά!’. Και σ’κώθηκε λοιπόν. Λένε οι άλλοι: ‘διώχνεις τους πελάτες!’. Άντε ρε να πάρεις τ’ Αποστόλη το δεκάρι τώρα, θα σωθείς να πούμε! Αλλά είναι ‘ναμκιόρ κουμελέτ’ η μουσική, ‘ναμκιόρ κουμελέτ’ ‘δεν χορταίνειν’, αλλά και οι παράδες που δίνειν είναι σαν […] πράματα, δε […]. Ναι, ο κόσμος που δίνει, θα σου πω γιατί: Αφήνει τα μωρά του δίχως ψωμί, δίχως φαγί, τα δίνει στους μουσικάντες και χορεύει. Να διασκεδάσεις, να έχεις στο πορτοφόλι σου, γιατί εκείνα τα χρόνια δεν είχε ο κόσμος, μη βλέπεις τώρα που είναι οι τσέπες γεμάτες σαν της κάτας το κεφάλι κι έχει παραδέλλια, χιλιαδέλλια. Τότες ο κόσμος τα παραδέλλια τα μέτραγε να τα βρει. Πούλησε τις προβατίνες να πληρώσει τη βοσκή. Κάτσε έδω-να πέρα ήπιε δυο ρακιά, πήραμε τους παράδες εμείς, απόμεινε η βοσκή. Μετά, ‘βάλε και μια νυχτωδία’, το Βαγγελάκη ‘αχ τα προβατέλλια μ’, τα πήρατε!’ […].
[…] Έδγιω μια φορά παίζαμε μεσ’ σ’ τούτο τον καφενέ [του Αψόκαρδου], ένας ήνταν, ήνταν ένας. Είχε δυο προβατίνες πουλημένες και μας κάλεσε λοιπόν έδγιω πέρα. Είχε δυό προβατίνες πουλημένες να πληρώσει ένα χωράφι που ‘χε βοσκή. Λοιπόν ήπιε δυό-τρία ρακέλια λοιπόν, μέθυσε, μας φώναξε με τον Θεόφραστο [Γαβριήλ ή ‘Γιάννο’] αυτόν, τα πήραμε τα προβατέλλια! Ε, στα τελευταία λοιπόν μας λέει: ‘Ε, άντε να πάμε και μια νυχτωδία, τις προβατίνες, τα προβατέλλια τα πήρατε, βάλτε και μια νυχτωδία!’. Η νυχτωδία είναι ευρωπαϊκό τέτοιο [σκοπός], η νυχτωδία. Ναι. Λοιπόν, ι Θεόφραστος έβαλε το βιολί με την ουρά απάνω και βάστα το! […].. Πούλησε τις προβατίνες να πληρώσει τη βοσκή, ‘έκατσε εδώ-να πέρα, ήπιε δυό ρακιά, πήραμε τους παράδες εμείς, απόμεινε η βοσκή!
Μια φορά πάλι ήταν ένας κι ήθελε να μ’ κολλήσει ένα κατοστάρι στο κούτελο. Ήταν ένας λοιπόν, του λέω ‘Βαγγέλη, άμα γυρίσω το νταβούλι!’. Και στην τηλεόραση το βλέπω εγώ. Κι εδώ, γίνταν [γινόταν] εδώ πολύ. Αλλά άμαν ήνταν κύριος, κατάλαβες; Κάνας μετ’σμένος [μεθυσμένος] μην απαντέχεις καλό να σε κάνει, άμα κάνεις εσύ που ‘σαι μουσικός, μπορεί να σε χτυπήσει, μπορεί να και τα προβλήματα, να σπάσιν τα νταβούλια, να σπούν, να πέφτουν τα ρακιά από πάνω […]. Πήρε μαστίχα γλυκό κι έβαλε πάνω στο ‘κατοστάρι να μ’ το κολλήσει στο κούτελο! Λέω ‘ρε συ, ξέρ’ς, να μου κολλήσεις μένα κατοστάρ’!’. Επειδής έχεις παράδες εσύ να πούμε και είναι υπάλληλος να πούμε ι άλλος να πούμε; Βλάμηδες ήταν αυτοί που τα κάναν αυτά. Βλάμηδες. Ε, τότε δεν ήταν σα που ‘ναι τώρα. Αλλά και τώρα εξακολουθούν να γενόνται αυτά τα πράματα.
Κρίσεις για άλλους μουσικούς:
Για τον Ευστράτιο «Βουγιούκα» ή «Χαλβατζή» από τον Μανταμάδο, και την κομπανία του, ανέφερε:
Ε είχε και πιο καλή μουσική από μας, είχε ευρωπαία μουσική, με τζάζια [ντραμς], είχε με τέτοια, με βιολί, με τζαζ, με κλαρίνα. Ήνταν ι ‘Χαλβατζής’ ι Στράτος να πούμε, αυτός ήτανε μουσικός. Έπαιζε αυτός ωραίο βιολί να πούμε. […].